Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' 

στη νουβέλα «Το σπίτι»

του Γιώργου Μητά

από τις εκδόσεις Κίχλη








Θα μπορούσε αυτό να είναι το όνειρο που θα γαλήνευε τον ύπνο ενός νέου συγγραφέα. Θα μπορούσε, πάλι, να αποτελεί για κάποιον άλλο έναν ιδιότυπο εφιάλτη, αφού θα τον οδηγούσε στο απόλυτο άγνωστο και στον παραλογισμό. Ποιος είναι αυτός ο σύγχρονος Μαικήνας των γραμμάτων, που θα πρόσφερε έτσι απλόχερα μια «υποτροφία» στον υποψήφιο συγγραφέα; Κι όμως στον λογοτεχνικό κόσμο του Γιώργου Μητά υπάρχει αυτός ο παράξενος Δημήτριος Κάλφογλου, στεγασμένος στις σελίδες της νουβέλας με τον απλό και λιτό τίτλο «Το σπίτι».

Ένα σπίτι, τόσο διαφορετικό από τα υπόλοιπα της Ύδρας, που θα αποτελέσει τον γεωγραφικό τόπο για την πλοκή. Σπίτι με δύο μόνο ενοίκους, απομονωμένο από τα άλλα, δημιουργεί γύρω του μια μυστηριώδη ατμόσφαιρα, απολύτως ταιριαστή με την παράξενη ιστορία.
Και σε αντίθεση με τις περισσότερες ιστορίες μυστηρίου, που ξεκινούν ομαλά και ρεαλιστικά για να μας οδηγήσουν κατόπιν στα σκιερά τους μονοπάτια, εδώ από την αρχή εισβάλλει στις σελίδες η αίσθηση του παράδοξου και του αντικανονικού.  Ένας νεαρός υποψήφιος συγγραφέας (τουλάχιστον αυτό πιστεύει ότι θα γίνει), ο Νίκος Βελισάρης,  μένει άνεργος και άστεγος. Πολύ θα το ήθελε να αφοσιωθεί στην περιπέτεια της γραφής αλλά η περιπέτεια της επιβίωσης είναι οπωσδήποτε ισχυρότερη. Κι όμως, εντελώς από το πουθενά, έτσι όπως μισομεθυσμένος και χαλαρός απολαμβάνει τη μαύρη μουσική που αγαπά, θα δεχθεί μια πρόταση πολύ δελεαστική, παρά τον ασαφή της χαρακτήρα. Θα πρέπει, μέσα σε απόλυτη μυστικότητα, να φιλοξενηθεί στην Ύδρα, στον «οίκο της γραφής», με οικοδεσπότη τον κ. Κάλφογλου (μόνο το όνομά του γνωρίζει) και μέσα σε μία βδομάδα να περάσει από μία δοκιμασία, η οποία θα κρίνει την περαιτέρω παραμονή του στο σπίτι για τρεις μήνες, κάτι σαν υποτροφία η οποία θα του δώσει την ευχέρεια χωρίς βιοτικές μέριμνες, απερίσπαστος, να αφοσιωθεί στη μόνη ασχολία που τον γεμίζει: τη συγγραφή του μυθιστορήματός του – ως τώρα σχηματοποιημένου μόνο στο μυαλό του.

Δεν αργεί να αποφασίσει. Φυσικά και θα πάει. Από κει και πέρα θα βρεθεί (και μαζί του κι εμείς) σ’ έναν κόσμο που θα παραλλάσσει τις εικόνες του από την απόλυτη ευχαρίστηση ως τον πρωτόγνωρο εφιάλτη. Στην ιδιότυπη φυλακή του -ιδιότυπη γιατί πουθενά δεν είναι κλειδωμένος- θα δεχτεί τους όρους του οικοδεσπότη, θα αφεθεί στις φροντίδες του Συμεών, του «μπάτλερ με τη ρουμελιώτικη προφορά και την εμφάνιση γερασμένου γύπα» που εντελώς ανακόλουθα με την εικόνα του «είχε ξεσκολίσει την αγγλική λογοτεχνία». Θα πρέπει να τον φοβάται; Μοιάζει να βρίσκεται παντού, σαν να τον παρακολουθεί, σαν να μαντεύει την επόμενη κίνησή του και παρεμβαίνει. Γιατί άραγε; Για να τον υπονομεύσει ή μήπως για να τον προστατέψει; Και από ποιον; Από μόνος του θα αρχίσει να περιορίζεται στο δωμάτιο που του πρόσφεραν και να κλειδώνει την πόρτα του, βέβαιος πια πως κινδυνεύει στην καλύτερη περίπτωση από τους δύο ενοίκους του σπιτιού, στη χειρότερη από κάποια δύναμη εξωλογική που αδυνατεί να κατανοήσει.

«Αναμφίβολα, βρίσκομαι σε εχθρικό έδαφος. Όσο κι αν η φαντασία μου είχε προσπαθήσει, τις τελευταίες ημέρες, να εξερευνήσει το εσωτερικό της σφραγισμένης αίθουσας, τίποτα δεν με είχε προϊδεάσει για κάτι τέτοιο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο προάγγελος με τα γαμψά νύχια που κατεβαίνει στον ώμο μου προειδοποιώντας για κίνδυνο έκανε πάλι βίαια την  εμφάνισή του με το που πέρασα την πόρτα.»

Πάντως γράφει, μανιωδώς θα λέγαμε, το διήγημα που θα κρίνει και τη συνέχιση της παραμονής του στο σπίτι, με τον ήρωα της ιστορίας του να ελλοχεύει κάπου κι αυτός στην πραγματική του ζωή, περνώντας από τις σελίδες στα όνειρά του και από κει με σάρκα και οστά απέναντί του!

Όσο περνούν οι μέρες, όσο ο αναγνώστης καταπίνει κυριολεκτικά τις σελίδες του βιβλίου, ο νεαρός συγγραφέας ξέρει πια πως δεν μπορεί να ξεφύγει· θα ολοκληρώσει τη δοκιμασία, ακόμη κι αν την άλλη στιγμή θα αποχωρήσει από το σπίτι, που πια αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή της ιστορίας με τα κλειστά του δωμάτια, την τεράστια βιβλιοθήκη (όνειρο κάθε συγγραφέα), τις καταπακτές του, την απομόνωσή του από τον γύρω χώρο. Κάτι σαν εξωπραγματικό σκηνικό. Αλλά και ο αναγνώστης ξέρει πως δεν θα εγκαταλείψει την ανάγνωση πριν από το τέλος του βιβλίου. Γιατί, αυτό το βιβλίο διαβάζεται με τη μία!

Το τέλος της ιστορίας αιφνιδιαστικό. Όταν το ξανασκεφτείς, όμως, σημάδια του υπήρχαν, οι τελευταίες κινήσεις των ηρώων είχαν απολύτως προοικονομηθεί. Μόνο που, όπως αρμόζει στις προοικονομίες της πλοκής, δεν γίνονται αντιληπτά τα σημάδια τους, παρά μόνο όταν στο τέλος ο αναγνώστης ξαναχτίζει την ιστορία στο μυαλό του και βρίσκει όλα τα κομμάτια να μπαίνουν στέρεα στη θέση τους.

Ο Γιώργος Μητάς έχει εισχωρήσει στον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας με αυτόν τον παράξενο τρόπο που μας έδειξε η ιστορία του. Ανατέμνει τη συγγραφή από την αρχική επιθυμία ως τη σύλληψη της ιδέας και την προσπάθεια υλοποίησής της, διαγράφοντας στην πορεία όλες τις πιθανές τροχιές. Φθάνοντας μέχρι την απόλυτη ταύτιση των δύο εννοιών γραφή-ζωή στη συνείδηση του συγγραφέα.

«..ένας καινούργιος κόσμος περιμένει ήδη, απαιτητικός, ανυπόμονος, έτοιμος να πάρει τη σκυτάλη, να με συντροφέψει ώρες ατέλειωτες, να παλέψει για να βγει στο φως: τώρα πια ζω με τη γραφή.»

Ερευνά τον ρόλο του αναγνώστη, ακόμη κι αν το κάνει  αυτό μέσω της αποσυνάγωγης προσωπικότητας του Κάλφογλου και της γκροτέσκο παρουσίας του Συμεών. Δεν μπορεί να έχει υπόσταση πραγματική ο συγγραφέας χωρίς την ταυτόχρονη αποδοχή των αναγνωστών του, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Τους αποδέχεται ή όχι, πάντως στην κρίση τους αφήνει το έργο του. Και αυτοί αποφασίζουν αν θα ζήσει ή θα πεθάνει, μεταφορικά συνήθως, κυριολεκτικά εν προκειμένω.
Η περιπέτεια της γραφής, λοιπόν, το θέμα της αλληγορικής  νουβέλας του Γιώργου Μητά, άρρηκτα δεμένη με την περιπέτεια της ανάγνωσης, ακόμη και της εμμονικής.

Ένα τόσο ξεχωριστό βιβλίο, που ευτύχησε σε μια καλαίσθητη από κάθε άποψη έκδοση. Θα μείνω εν κατακλείδι σε δύο σημεία. Η ιστορία, όπως στήνεται, απαιτεί τον διαβασμένο αναγνώστη, καθόσον οι ήρωες κάνουν συχνά αναφορά σε άλλα λογοτεχνικά έργα αλλά και σε μουσικές. Η έκδοση φρόντισε να δώσει στις «Σημειώσεις» τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε η ανάγνωση να μη μείνει κοινό μυστικό για μυημένους. Το δεύτερο σημείο αφορά το εξώφυλλο. Πρόκειται για ένα έργο του Paul Kichilov, που μας δείχνει ένα σπίτι, τόσο ταιριαστό με την ατμόσφαιρα του βιβλίου μέσα στο γκρι και την ώχρα που επιλέγει χρωματικά. Σε μια εποχή που πολλά βιβλία αδιαφορούν για την αισθητική του εξωφύλλου ακολουθώντας περισσότερο την εξώφθαλμα εντυπωσιακή πολυχρωμία του ακαλαίσθητου, ετούτο εδώ είναι το αντίπαλον δέος. Η καλαισθησία που οφείλουμε να διασώσουμε όσοι αγαπάμε τα βιβλία και τις εκδόσεις.


Διώνη Δημητριάδου