Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

    Κάνουμε τέχνη για ποιο λόγο άραγε;

Μεταξοτυπία του Γιάννη Μόραλη


«Για τον εαυτό μας φτιάχνουμε το έργο τέχνης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από το να λέμε ότι φτιάχνουμε το έργο για τον λαό».

     Την παραπάνω άποψη διατύπωσε ο μεγάλος ζωγράφος  Γιάννης Μόραλης, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο δημιουργεί τα έργα του. Βέβαια, το έργο βρίσκει αναπόφευκτα τον δρόμο του προς τη μάζα ή καλύτερα προς τους λίγους ή πολλούς αποδέκτες της τέχνης. Από την ώρα που θα φύγει από το χέρι του δημιουργού, έχει μεγάλη πορεία να διανύσει, στην πραγματικότητα αυτονομείται από τη “θνητή του αφορμή” (για να θυμηθούμε την έξοχη διατύπωση του Μάνου Χατζιδάκι) και κατακτά την αιωνιότητα, έτοιμο να απαντάει διαρκώς στα ερωτήματα που θα τίθενται από τους ανθρώπους. Άλλωστε το κάθε έργο τέχνης γεννιέται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες, σε δεδομένη εποχή και, φυσικά, από την ψυχή ενός ανθρώπου, που ζει, κινείται, αναπνέει και σκέπτεται με βάση και αφορμή την υπάρχουσα γύρω του ατμόσφαιρα. Με τη λογική αυτή δεν υπάρχει περίπτωση ένα έργο να μην εκφράζει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την εποχή μέσα στην οποία δημιουργήθηκε. Έτσι, σαφώς η Γκουέρνικα του Πικάσο εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη φρίκη του ολοκληρωτισμού, ομοίως, όμως, θα πρέπει να δεχθούμε ότι αντλεί από την εποχή του και ο ζωγράφος που αποδίδει με μια νεκρή φύση τα αδιέξοδα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Δεν υπάρχει, νομίζω, σε κανένα σκεπτόμενο άνθρωπο διαφορετική προσέγγιση της τέχνης από την παραπάνω. 

Το πραγματικό ζήτημα διαφωνίας εγείρεται αλλού.
Τι είναι αυτό που παρακινεί τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει, και να παρέμβει, κατ’ αυτόν τον τρόπο στα δρώμενα της εποχής του; Την ώρα, δηλαδή, που θα διαμορφώνει τον προσωπικό του “λόγο”, τι έχει στο μυαλό του; Κινείται από την εσωτερική ανάγκη και παρόρμηση της γνήσιας έκφρασης ή έχει στον νου του το, ας το πούμε έτσι, καθήκον να φέρει μηνύματα και “οδηγούς δράσης” στις πλατιές μάζες; Εδώ, πιστεύω, μπορούμε και να διαφοροποιήσουμε τον πραγματικό τεχνίτη και θεράποντα της τέχνης από τον χειρώνακτα, πολιτικό ακόλουθο των κομματικών, στενά ιδεολογικών ή και ιδεοληπτικών ορίων. Φυσικά ο κάθε δημιουργός, όπως και ο κάθε άνθρωπος, έχει τις αντιλήψεις του, τις πολιτικές του προτιμήσεις και τον ιδεολογικό του κόσμο. Αν ζητάμε από αυτόν, όταν δημιουργεί, να αδειάζει τρόπον τινά το κεφάλι του από το πνευματικό του περιεχόμενο, τότε θα έχουμε ένα άδειο κεφάλι, και τι αλήθεια να το κάνουμε; Ο καθένας από μας, σε κάθε του εκδήλωση, απλή καθημερινή ή σύνθετη, φέρει ολόκληρο τον εαυτό του με όσα κατά καιρούς είδε, έκρινε, διέκρινε και συνέκρινε. Αυτό συνιστά και τον κόσμο του, κόσμο εικόνων, παραστάσεων και ιδεών. Δεν θα μπορούσε να απαλλαγεί απ’ όλα αυτά, ακόμα κι αν το επεδίωκε. Ο καλλιτέχνης, λοιπόν, όταν δημιουργεί το έργο του, όποιο κι αν είναι αυτό, ας δεχθούμε ότι είναι ένας άνθρωπος ενταγμένος στον κοινωνικό του χώρο, με ό, τι αυτό συνεπάγεται (ιδέες αλλά και προκαταλήψεις). Οδηγούμαστε στη σκέψη ότι το έργο του αναπόφευκτα θα εκφράζει την εποχή, μέσα στην οποία διαμορφώθηκε ο καλλιτέχνης. Τίποτε περισσότερο ή τίποτε λιγότερο.

Το κάθε έργο, λοιπόν, φέρει μέσα του μήνυμα, έχει κάτι να δηλώσει και κάτι να πει στους αποδέκτες του. Δεν έχουμε άρα τέχνη ουδέτερη, όπως δεν νοείται να έχουμε ουδέτερους ανθρώπους, άοσμους, άγευστους και ανέγγιχτους από τα μηνύματα της εποχής τους (με όποιον, βέβαια, τρόπο κι αν ο καθένας αντιλαμβάνεται τα σημεία των καιρών). Αυτό, λοιπόν, σημαίνει ότι όλα τα έργα τέχνης είναι καθοδηγούμενα και, ας το πούμε έτσι, στρατευμένα σε κάποιο σκοπό; Όχι! Πολύ μακριά βρίσκεται το γνήσιο έργο τέχνης από μια τέτοια κατηγοριοποίηση. Ο πραγματικός δημιουργός, που σέβεται πριν απ’ όλα τον εαυτό του, δεν κατευθύνεται από σκοπιμότητες και δεν καθοδηγείται από πολιτικά συνθήματα. Πόσο περισσότερο, δεν επιθυμεί να παίξει ο ίδιος τον ρόλο του οδηγητή της μάζας. Αν είναι κάτι που τον παρακινεί στη δημιουργία, είναι ο ίδιος του ο εαυτός, είναι η ανάγκη του να εκφράσει, όπως ο κάθε ένας από μας, την άποψή του, την αισθητική του αντίληψη για οτιδήποτε τον περιβάλλει.
 Εκεί ακριβώς, πιστεύω, είναι η διαφορά. Στην αρχική, δηλαδή, παρόρμηση του καλλιτέχνη. Όταν ξεκινάει το έργο του, είναι κατευθυνόμενη η “κατασκευή ” του ή γνήσια η δημιουργία του; Αν δούμε το έργο ως συντελεσθείσα πια δημιουργία, ίσως δεν καταλάβουμε τη διαφορά. Για παράδειγμα, οι Πέρσες του Αισχύλου είναι έργο κατασκευασμένης προπαγάνδας ή ένα από τα πιο γνήσια έργα τέχνης, εμπνευσμένο και καθοδηγούμενο κατά συνέπεια από τα συγκεκριμένα γεγονότα και την προσωπική εμπειρία του ποιητή;

Η περίπτωση, βέβαια, του Αισχύλου είναι εύκολο να καθορισθεί. Δεν συμβαίνει, όμως το ίδιο με άλλους. Θα παραθέσω εδώ μια προσωπική μου μαρτυρία, που αφορά έναν ποιητή από τους πιο αγαπητούς μου, πλην όμως από τους πιο αμφισβητούμενους έκτοτε. Πριν πολλά χρόνια θέλησα να παρακολουθήσω τις εκδηλώσεις μιας κομματικής νεολαίας, συγκεκριμένα της Κ.Ν.Ε., μόνο και μόνο γιατί είχα μάθει ότι θα παρουσίαζε καινούργια ποιήματά του ο Γιάννης Ρίτσος –εποχή μεταπολίτευσης τότε και οι πιο ευαισθητοποιημένοι τρέχαμε κυριολεκτικά να παρακολουθήσουμε ό,τι περισσότερο είχαμε στερηθεί τα χρόνια της χούντας. Αυτό που είδα, όμως, πολύ απείχε από αυτό που φανταζόμουνα και περίμενα. Ο αγαπημένος μου ποιητής απήγγειλε ένα νέο του δημιούργημα με τον “εμπνευσμένο” τίτλο Στα παιδιά της Κ.Ν.Ε.! Με στόμφο ιδιαίτερο, συνδυασμένο με κινήσεις θεατρικές, που πολύ του άρεσαν έτσι κι αλλιώς, μιλούσε για τους κομματικούς νεολαίους (τι να τον είχε άραγε εμπνεύσει;) και κάθε τόσο επαναλάμβανε την επωδό: στα παιδιά της Κ.Ν.Ε., που έρχονται από πολύ μακριά και πάνε πολύ μακριά! Ποια σχέση, τώρα, μπορεί να έχει αυτό το κατασκεύασμα, το παιδιάστικο στην καλύτερη περίπτωση, το γνήσιο τέκνο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στη χειρότερη, με τον δημιουργό της Σονάτας του σεληνόφωτος ή ακόμα και της Ρωμιοσύνης, για να αναφερθώ και σε ένα από τα περισσότερο πολιτικά του ποιήματα! Αποδεικνύεται, νομίζω, η άποψη ότι η πραγματική δημιουργία, ακόμη και όταν φέρει σαφέστατα πολιτικά μηνύματα και γίνεται οδηγός αγώνων του λαού, όπως η Ρωμιοσύνη, διαφέρει τελείως από το κομματικά καθοδηγούμενο κατασκεύασμα, που είναι να αμφισβητεί κανείς αν πράγματι φέρει κάποιο μήνυμα. Τα πολιτικά μηνύματα έχουν ουσία, η οποία ανταποκρινόμενη σε πραγματικές ανάγκες του λαού δεν δηλώνεται με τον λόγο των συνθημάτων αλλά με ώριμο και σύνθετο λόγο, που μπορεί να εκφράσει την κατάλληλη στιγμή τη βούληση του πολίτη να μιλήσει και, γιατί όχι, να αγωνιστεί για αυτά που πιστεύει έχοντας για οδηγό του τον ποιητή.

Διαφωνώ με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, όταν λέει ότι η τέχνη δεν μπορεί να επιδιώκει τη θεραπεία καμιάς άλλης αξίας, παρά της αξίας του ωραίου. Διαφωνώ, όμως, και με τη λογική του Ρίτσου ότι πρέπει να κατευθύνει ο δημιουργός την πένα του προκειμένου να γίνει αρεστός σε συγκεκριμένο χώρο και να αναλάβει τον ρόλο του καθοδηγητή τάχα. Γιατί να μην αρκείται ο ποιητής στη γνήσια έμπνευση, που τον παρακινεί κάθε φορά, γνωρίζοντας πως, έτσι κι αλλιώς, το έργο του φέρει μέσα του αναπόφευκτα, όπως είδαμε, το μήνυμα της καρδιάς του και, φυσικά, της εποχής του; Μήπως αυτό μπορεί να θεωρηθεί λίγο; Ας αναλογιστούμε, ως αντίλογο, όλους αυτούς που δηλώνουν καλλιτέχνες, χωρίς φυσικά να είναι, που “δημιουργούν” τερατουργήματα στο όνομα της τέχνης, που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν την πραγματική πνευματική τάξη.

Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή δοκιμίων «Το ύφος και το ήθος», εκδόσεις Νοών)