Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση'

στο μυθιστόρημα «microαστές»

της Ελένης Φουρνάρου


από τις εκδόσεις vakxikon



«Πολύ δυνατό πράγμα τα στερεότυπα. Οι εικόνες μας, τα μοντέλα μας. Πώς κατατάσσουμε – πώς κατατάσσω τέλος πάντων – τους ανθρώπους μηχανικά και αυτοματοποιημένα με βάση δυο-τρεις επιφανειακές παρατηρήσεις. Τα ρούχα, τα μαλλιά, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση, το φύλο, την εθνική καταγωγή, τη μουσική που ακούνε, το σινεμά που παρακολουθούν.  Οι κρίσεις και οι προτιμήσεις ξεπροβάλλουν αυθόρμητα και ταχύτατα, “ενδιαφέρων ο τύπος με τη μοϊκάνα, σιγά μην ασχοληθώ με τη φτηνιάρα που ξεφυλλίζει Hello”. Αν καταφέρω, εντωμεταξύ, να σκεφτώ, ανακαλώ άπειρες γκάφες επί του θέματος και τις δασκάλες μου στο Δημοτικό που επέμεναν πως “δεν κρίνουμε τους ανθρώπους από την εξωτερική εμφάνιση. Όοολοι μαζί”.

Σκέψεις που περνούν από το μυαλό της Ιωάννας, ηρωίδας των μικροαστών (ή microαστών όπως προτιμά η Ελένη Φουρνάρου) και αφηγήτριας της ιστορίας. Ισχυρά τα στερεότυπα που διαμορφώνουν τις κρίσεις μας για τους ανθρώπους. Φυσικό επακόλουθο αυτές οι εικόνες που προβάλλονται μέσα στη συνείδησή μας να διαμορφώνουν και μια ευρύτερη στερεοτυπική για μια ολόκληρη γενιά. Συνήθως κάποιο σημαντικό ιστορικό γεγονός, συχνά μια συγκυρία καθοριστική για την πορεία ανθρώπων και λαών, προσδιορίζει και την ονομασία-ταμπέλα που θα φέρει στο εξής η γενιά που της έλαχε να μπει μπροστά λόγω ηλικίας και να χρεωθεί έκτοτε τα σωστά και τα λαθεμένα και των υπολοίπων.

Σκέφτομαι για άλλη  μια φορά ποιες είναι οι καθοριστικές αυτές συγκυρίες που μπορεί να σημάδεψαν αυτά τα παιδιά που γεννήθηκαν καμιά τριανταριά χρόνια πριν το τέλος του 20ου αιώνα, δηλαδή με τελειωμένη τη δικτατορία, με άγνωστο παντελώς τον αντιδικτατορικό αγώνα (γιατί φυσικά κάποιες “γιορτές” στα σχολεία δεν συνιστούν γνώση των γεγονότων), και με ανεπαρκή λόγω  ηλικίας βίωση της μεταπολιτευτικής περιόδου. Με μια στάση επικριτική (με βάση ποιες εμπειρίες αλήθεια;) που διατυπώνεται κάπως έτσι: «Με χαλάει που έγινα τόσο κυνική…που στα τριάντα μου πια όλοι οι δίκαιοι αγώνες μού φαίνονται στημένοι ή απλώς ανέφικτοι. Που έχω απομυθοποιήσει τα πάντα. Που δεν βρίσκω κανένα λόγο να ονειρεύομαι πως κάτι θ’ αλλάξει». Να προσθέσουμε εδώ και την αναπόφευκτη αντίδραση απέναντι σε όποιον είχε τη διάθεση να υπενθυμίσει έστω αυτή τη γνωστική ανεπάρκεια και τη συνακόλουθη απουσία σημαντικών ιστορικών γεγονότων που συνόδευσαν την ενηλικίωσή τους. Έχει γίνει, όμως, αντιληπτό ήδη ότι κι εγώ τώρα μιλώ στη βάση στερεότυπης αντίληψης για το τι καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων. Το βιβλίο της Ελένης Φουρνάρου, ωστόσο, μιλώντας ακριβώς γι’ αυτή τη γενιά βοηθάει στην απόσειση αυτών των δεδομένων αντιλήψεων. Ανοίγει με τη ζωή των ηρώων της ένα παράθυρο στην κλειστή συνείδηση, ώστε να αντικρίσει με άλλο μάτι μια ενδιαφέρουσα θέα.

Οι τρεις γυναίκες, που τη ζωή τους, γύρω στα τριάντα τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, παρακολουθούμε στο βιβλίο, συνιστούν μια στενή παρέα, από αυτές που  ταλανίζονται για χρόνια με τα κοινά τους σημεία αλλά και με τις διαφορές τους – αυτές πιο πολλές. Όμως είναι αυτή η συνδετική ουσία της μακρόχρονης οικειότητας που δρα καταλυτικά μπροστά σε κάθε στροφή που θα αποκαλύψει τα χάσματα στη σκέψη, στην αισθητική, στην κουλτούρα της καθεμιάς.
Γύρω τους κυκλοφορούν πολλοί, κυρίως συνομήλικοι, άλλοι φίλοι στενοί, άλλοι σύζυγοι ή περαστικοί εραστές (η αντρική παρουσία είναι σε δεύτερο πλάνο, συμπληρωματικό), άλλοι απλώς συνυπάρχοντες μαζί τους στη δουλειά ή στη γειτονιά. Και αυτή η γειτονιά δεν είναι τυχαία. Τα Εξάρχεια, για προηγούμενες γενιές τόπος εμβληματικός. Στην ιστορία διατηρούν ακόμη κάτι από την παλιά τους εικόνα, έχουν όμως πια υποστεί την ανάμειξη με στοιχεία τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή της αμοιβαίας ανοχής.


Η αφήγηση στην αρχή είναι πιο χαλαρή, χωρίς ανατροπές, αφήνοντας τον αναγνώστη να εξοικειωθεί με τους χαρακτήρες, και ίσως να αντιληφθεί τη ρουτίνα που χαρακτηρίζει τη ζωή τους, μια επανάληψη σε συνήθειες, αντιδράσεις, σχόλια. Οι τρεις φίλες κουβεντιάζουν πολύ στο αγαπημένο τους στέκι επιτρέποντας τη διείσδυση στα άδυτα της ζωής τους στη «σοφή σερβιτόρα» Γιώτα, που ανάμεσα σε δύο σερβιρίσματα έχει τον χρόνο να παρακολουθεί και να μη χάνει το νήμα της συζήτησης. «Την αγαπάμε την γκαρσόνα μας, κι ας την κράζουμε συνήθως. Είναι η φωνή της συνείδησής μας.»
Κι εκεί που λες ότι σ’ αυτά τα άτομα τίποτα δεν συμβαίνει άξιο λόγου, προκύπτει μια μυστηριώδης ιστορία ικανή από μόνη της να αποτελέσει θέμα βιβλίου σε άλλες εποχές. Όχι όμως εδώ. Εδώ θα βάλει τα θεμέλια του μυστηρίου (χαλαρά σε συνδέσμους πάντως) και θα μας αφήσει να περιμένουμε την εξέλιξη, η οποία προμηνύεται ενδιαφέρουσα. Οπωσδήποτε η συγγραφέας δεν εξαντλεί το θέμα της τρομοκρατίας (μ’ αυτό συνδέεται όλο το μυστήριο), γιατί πρώτον δεν θα μπορούσε, μια που καταπιάστηκε με ένα πολύ σκοτεινό ακόμη στις αληθινές του διαστάσεις θέμα, αλλά και γιατί θαρρώ πως η επιδίωξή της δεν ήταν να κάνει κάτι τέτοιο. Ακόμη και ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως οι κινήσεις μιας τρομοκρατικής οργάνωσης, θα περάσει από την παρέα αυτή με το ανάλογο βάρος που αντέχει η ζωή που αρκέστηκαν να ακολουθούν τα μέλη της. Με αποκαλύψεις που μένουν μετέωρες, με επαναπροσδιορισμό πορείας που θα πέσει στο κενό τελικά.
Ακόμη, όμως, και σε μια παρέα τόσο “άκαπνη” από πραγματικά πυρά μια τέτοια ιστορία θα αφήσει τα ίχνη της. Κάποιοι θα το πουν ωρίμαση, κάποιοι θα το εκτιμήσουν ως ένα επιπλέον βάρος σ’ αυτά που στο εξής θα κουβαλούν στο αποθεματικό των αναμνήσεων. Όπως κι αν το δει κανείς, οι άνθρωποι ενηλικιώνονται, κάποτε βίαια κάτω από τις πιο έντονες ρήξεις που προκαλεί η ιστορία, κάποτε πιο χαλαρά και ήρεμα κάτω από το βάρος της ίδιας τους της ηλικίας που δεν συγχωρεί καθυστερήσεις.

Η αφηγήτρια Ιωάννα θα εκτιμήσει: «Περιχαρακωνόμαστε στα κεκτημένα μας, όσα και να ‘ναι, λειψά, πενιχρά, ούτε για φτύσιμο – αυτά έχουμε, αυτά θα διαφημίζουμε πανηγυρικά ως τα καλύτερα του κόσμου. Γιατί αλλιώς διαλυόμαστε. Και άστα να παν’ στο διάολο».

Τι σου μένει από το βιβλίο; Μια διάθεση επανεκτίμησης των αντιλήψεων για τις νεότερες γενιές πρώτα απ’ όλα. Μέσα από τις τρεις φίλες και τον τρόπο αντιμετώπισης μιας μάλλον επίπεδης ζωής ακούς τη δική τους λογική, την άλλη όψη των πραγμάτων. Νιώθεις ότι θα ήθελες να κουβεντιάσεις με κάποια απ’ αυτές, μάλλον με την Ιωάννα που ο χαρακτήρας της διαγράφεται ευκρινέστερα. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Ελένη Φουρνάρου είναι αυτή που δίνει στο κείμενο τον παλμό που λείπει από τη ζωή των πρωταγωνιστών. Μια γλώσσα που αφήνεται αβίαστη να σε οδηγήσει στο βασικό χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς: λέει τα πράγματα με το όνομά τους, δεν της ταιριάζει ούτε η υποκρισία ούτε η μεταμφίεση. Τελικά ένα ζωντανό βιβλίο γραμμένο με τέχνη και αγάπη από τη συγγραφέα για τα πρόσωπα που πλάθει η φαντασία της, στηριγμένα πάνω σε αληθινά πρότυπα. Γιατί, ας το παραδεχθούμε, κανένα από τα πλάσματα αυτά που κινούνται μέσα στις σελίδες του βιβλίου δεν έχει πλαστή προσωπικότητα. Η μυθοπλασία έχει σταματήσει ακριβώς στο όριο που αφήνει να φανεί η αλήθεια των προσώπων.

Στη δεκαετία του ’80 είχε παρατηρηθεί μια έξαρση της γραφής από νέους λογοτέχνες που δοκίμαζαν την τύχη τους γράφοντας λίγο πολύ πάνω στο ίδιο στυλ, επακόλουθο ίσως της κοινής παρέας (φιλικής ή μόνο λογοτεχνικής) που ανήκαν. Κάποιοι σημαντικοί συγγραφείς κατάφεραν να ξεχωρίσουν και διαμορφώνοντας στην πορεία μια πιο προσωπική γραφή ακούγονται ακόμη σήμερα. Στη δεκαετία του ’90 είχαμε πάλι πολλά δείγματα πεζογραφίας, με ένα έλλειμμα όμως ως προς τη μυθοπλασία. Τα θέματα ήταν είτε πιο φτωχά είτε κατέληγαν αδιέξοδα από αδυναμία του συγγραφέα να δει τη συνολική εικόνα του τοπίου. Σήμερα που πάλι παρατηρείται έξαρση στη συγγραφή, έχουμε νέους ικανούς μυθοπλάστες να επιχειρούν την  καταξίωση σ’ αυτό τον δύσκολο χώρο. Πιστεύω ότι η Ελένη Φουρνάρου, με πρωτοτυπία ως προς τη μυθοπλασία και με πειστική τη χρήση της γλώσσας, έχει μπροστά της δρόμο να διανύσει και -από όσο γίνεται να κρίνουμε από την ως τώρα πορεία της- θα είναι μάλλον γεμάτος εκπλήξεις.


Διώνη Δημητριάδου