Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Κι ούτε σκαρί πετούμενο…




    Η σχέση μου με τα καράβια, ή καλύτερα με τα πλεούμενα στο σύνολό τους, δεν ήταν ποτέ στενή. Θα μπορούσα να πω ότι μάλλον απέφευγα κάθε τι που ισορροπούσε στο νερό. Απέχθεια για το υγρό στοιχείο; Ενδόμυχος φόβος για την προοπτική να βρεθώ να μετράω τα βάθη της θάλασσας; Ίσως μια φοβία, κάτι παράλογο και εφιαλτικό, που δεν γίνεται να εξηγηθεί εύκολα; Ενδεχόμενο να ισχύουν όλα αυτά μαζί. Άλλωστε δεν έχει και τόση σημασία.

Κάνει ζέστη εδώ μέσα. Το κλιματιστικό λειτουργεί στο φουλ κι εγώ απλώς δεν αντέχω. Μπορεί να έχει αρχίσει και η επίδραση των φαρμάκων. Τέλος πάντων. Προσπάθησα να κοιμηθώ πριν λίγο αλλά το μόνο που κατάφερα είναι να ιδρώσω ακόμη περισσότερο.

Ξαναγυρνάω στα πλεούμενα. Θυμήθηκα την ιστορία που μου έλεγε η μάννα μου, κι εγώ άκουγα και το μυαλό μου έφτιαχνε εικόνες περίεργες. Όταν η προγιαγιά μου αποχαιρετούσε τον άντρα της κάθε που ξεκίναγε το μπάρκο να φύγει απ’ το νησί, να πάει κάτω στα νερά της Μπαρμπαριάς για σφουγγάρια, τον σταύρωνε τρεις φορές και του ‘λεγε “κακό να μη σε εύρει και να γυρίσεις ζωντανός”. Γιατί τότε χίλιοι κίνδυνοι παραμόνευαν να καταπιούν όσους αψηφούσαν η δύναμη της θάλασσας. Μια φορά, λοιπόν, που έλειπε καιρό πολύ ο παππούλης μου κι εκείνη όλο τρωγόταν με την έγνοια του, είδε λέει στον ύπνο της ένα πετούμενο καΐκι, ίδιο το σκαρί το δικό τους, φρεσκομπογιατισμένο και με τα πλαγιαστά γράμματα στο πλάι Πανορμίτης. Το είδε να πετάει πάνω από το Γιαλό και να σταματάει, λέει, πάνω απ’ τη Στράτα την καλή. Δεν είδε τίποτε άλλο, μόνο ξύπνησε κι αλαφιασμένη έτρεξε στο εικόνισμα κι έκανε το σταυρό της. “Κακό μας ηύρε, είπε μέσα της. Όσο κι αν της λέγανε οι άλλοι, που τους το διηγήθηκε το άλλο πρωί,  πως άμα δεις πετούμενο καράβι σημαίνει γυρισμό και πως ο Κωνσταντής της θα πετάξει γρήγορα κοντά της, αυτή ζωσμένη από το κακό προαίσθημα σχεδόν μοιρολογούσε το στεφάνι της το άμοιρο.



Όχι, ο Κωσταντής της δεν συναπαντήθηκε με την κακιά του μοίρα, παρά γύρισε, όταν έπρεπε, στο νησί σώος και αβλαβής. Μόνο που λίγο καιρό μετά άρπαξε μια άγρια πούντα, του γύρισε σε βαριά πνευμονία, άλλοι καιροί τότε, πού γιατροί, πού νοσοκομεία, έπεσε στο κρεβάτι για να μη ξανασηκωθεί. Και ήταν δυο μέτρα άντρας. Όσο δεν μπόρεσε να τον φάει η θάλασσα, τον νίκησε η αρρώστια. Στη στεριά, όπως κάθε άλλον που μπορεί ποτέ του να μην είχε δει τη θάλασσα στα μάτια του. Τι να πεις. Εκείνη, όμως, με στεριωμένο το μυαλό στο σημαδιακό το όνειρο, όπως έλεγε, γύρευε την ευκαιρία να φύγει απ’ το νησί. Έτσι, στα δυο χρόνια του μακαρίτη μάζεψε τη φαμίλια της και μπαίνοντας για τελευταία φορά στη ζωή της σε καράβι έφυγε για τον Πειραιά, και από κει για τα ενδότερα της Αττικής γης. Να πατάει ξηρά, και τη θάλασσα ούτε να την ακούει ούτε να τη βλέπει. Εκεί έκανε το καινούργιο της σπιτικό και ρίζωσε, κι αυτή και η γιαγιά μου κι η μάνα μου κι εμείς τα παιδιά.

Τη θάλασσα ποτέ δεν την ταξιδεύαμε, σαν απομεινάρι αυτής της παλιάς οικογενειακής μνήμης. Παράλογο; Μπορεί. Αλλά έτσι μεγάλωσα κι εγώ με αυτή την απέχθεια, κληρονομιά της κυρα – Σεβαστής.

Θα ζητήσω να κλείσουν το κλιματιστικό, δεν αντέχω άλλο.

Μόνο να, μια ανησυχία με έχει πιάσει (κι ας είμαι γενικά ψύχραιμος) για το αυριανό ξημέρωμα. Ο γιατρός μου είναι καθησυχαστικός, όσο γίνεται βέβαια, μια που είναι σοβαρή επέμβαση, αλλά εγώ θυμήθηκα απόψε περισσότερο από ποτέ την κυρά – Σεβαστή, την προγιαγιά μου και το πετούμενο καράβι της.
Πριν κάμποση ώρα που είχα μισοκλείσει τα μάτια και προσπαθούσα να κοιμηθώ λιγάκι -μάταια όμως- κοίταξα ξαφνικά προς το παράθυρο. Σκοτάδι έξω, λίγο έφεγγαν τα φώτα του δόμου, ψιλόβρεχε και το τζάμι νοτισμένο. Θέλετε το πιστεύετε, θέλετε όχι, εγώ είδα έξω από το παράθυρο, εδώ ψηλά, να πλέει στον αέρα ένα σκαρί. Όχι σαν εκείνο το παλιό καΐκι του νησιού, άλλωστε ποτέ μου δεν το είχα δει, μόνο σε παλιά φωτογραφία, με φαγωμένα τα γκρίζα της, το θυμάμαι αχνά. Ας πούμε, όμως πως το είδα, όπως το είχα πλάσει με τη φαντασία μου. Ήταν το χρώμα του κάτι σαν ώχρα, λίγο θαμπό φαινόταν πίσω από το βρεγμένο, διπλό τζάμι του δωματίου. Το γνώρισα από τα πλαγιαστά καλλιγραφικά γράμματα στο πλάι. Ήταν ο Πανορμίτης, του παππούλη μου. Και πέταγε, όπως κι εκείνο που αναντάριασε την άμοιρη γυναίκα στον ύπνο της. Στάθηκε για λίγο, σαν για να βεβαιωθεί πως το πρόσεξα, και εξαφανίστηκε. Υποθέτω ξανάφυγε πετώντας, όπως είχε έρθει. Ταράχτηκα; Ξαφνιάστηκα; Όλα μαζί.

Θα ξανακλείσω τώρα τα μάτια, μήπως και ησυχάσω λίγο. Αλλά να, λέω, ετούτη η εικόνα είναι τάχα μήνυμα που ήρθε να με βρει εδώ, αυτή την ώρα που πολύ θα ήθελα μόνο τη φωνή της λογικής ν’ ακούω; Και πάλι, ποιος το στέλνει;

Σταματώ εδώ, γιατί άκρη δεν βγαίνει, με πιάνει και το φάρμακο και σαν να ζαλίζομαι λιγάκι. Έχω καλέσει ήδη την αδελφή να έρθει να μειώσει το κλιματιστικό. Θα κοιμηθώ, είμαι βέβαιος. Σαν λογικός άνθρωπος που είμαι, με όλη μου την ελπίδα στην αρωγή της επιστήμης.

Τώρα μειώθηκε κάπως η αίσθηση της ζέστης, ηρεμώ και αφήνομαι να ησυχάσω. Α, και καλού κακού ζήτησα από την αδελφή να κλείσει την κουρτίνα στο παράθυρο. Δεν θέλω άλλες επισκέψεις από πετούμενα-πλεούμενα. Ες αύριον.

(ανέκδοτο)

Διώνη Δημητριάδου

(οι φωτογραφίες είναι από τη συλλογή Αιγαιοπελαγίτικα καΐκια 1954-1964 του Robert Mc Cabe))