Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

«Ο μαραγκός»



Όχι, δεν θέλησε να γίνει μαραγκός. Η ανάγκη 
το ‘φερε μπροστά του.

Πήρε τα ξύλα και τις πρόκες κι αρχίνησε να φτιάχνει μικρά κομμάτια στην αρχή, κουτάκια να βάλεις κάτι μέσα, να μείνει φυλαγμένο εκεί για πάντα, κατόπιν λίγο μεγαλύτερα, κρεβάτια  να ξαπλώνεις να ξεκουράζεις το μυαλό από των σκέψεων το βάρος.

Σαν θέλησε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα να πει «να το σπίτι μου, το βλέπετε;», τότε μόνο ένιωσε ότι η τέχνη του δεν ήταν αρκετή.

«Και τι άλλο να χρειάζεται;» ρώτησε τον εαυτό του. Δεν βρήκε την απάντηση.

Μόνο χρόνια μετά, σαν άκουσε τους άλλους να μιλάνε για όλα τα ξύλινα δικά του, σκέφτηκε πως κάτι καλό είχε καμωμένο.

Γιατί, αν κάποιος άγνωστος μες στο δικό σου το κουτί βάλει πολύτιμα δικά του αγαπημένα, αν άλλος πει πως ξεκουράστηκε στο ξύλινο πελεκημένο σου κρεβάτι, σημαίνει πως καλά τα πήγες στη ζωή σου.

Το λάθος του ήταν πως νόμισε δικό του κάτι που από την αρχή ξένων απόκτημα ήταν.

Διώνη Δημητριάδου


(“the slippers” Samuel van Hoogstraten)