Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στη μελέτη 
«Η Φραγκογιαννού και ο Ρασκόλνικοβ»

του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη,

από τις εκδόσεις Μετρονόμος






Τι εξυπηρετεί, αλήθεια, η σύγκριση λογοτεχνικών έργων; Θα κρατούσαμε μια εύλογη επιφύλαξη ακόμη και για έργα που ανήκουν στο ίδιο είδος, για συγγραφείς της ίδιας νοοτροπίας (αν όχι της ίδιας σχολής, όσο κι αν αυτός ο όρος επιδέχεται αμφισβήτηση), έστω της ίδιας εποχής με τα παρόμοια βιώματα και τις εξωτερικές επιδράσεις. Πόσο περισσότερο, με προσοχή προσεγγίζεται μια απόπειρα να συγκριθούν μεταξύ τους δύο εμβληματικά έργα γραμμένα από δύο συγγραφείς που φαινομενικά τίποτα δεν μας προϊδεάζει για τη  λογοτεχνική τους συγγένεια.

Στη μελέτη του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη “Η Φραγκογιαννού και ο Ρασκόλνικοβ” προσφέρονται προς σύγκριση η “Φόνισσα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και το “Έγκλημα και τιμωρία” του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Και ως προς τις τεχνικές που ο κάθε συγγραφέας χρησιμοποίησε αλλά και ως προς την ψυχολογία των δύο βασικών ηρώων.

Από την πρώτη σελίδα του πονήματος γίνεται αντιληπτή η ιδιαίτερη σχέση του συγγραφέα με τα δύο έργα. Σχέση πολύχρονη, που ξεκινάει από τη νεαρή ηλικία, όπως μας πληροφορεί, για να συνεχιστεί ως σήμερα, «ώρες ατέλειωτης μελέτης και ταξιδιού». Σαν έχεις, λοιπόν, δυο πολυδιαβασμένα και αγαπημένα λογοτεχνικά έργα, ποια ανάγκη σε ωθεί να τα συσχετίσεις; Ο συγκεκριμένος μελετητής επιδιώκει να αναγάγει το ένα  σε ανώτερη αισθητικά και νοηματικά βαθμίδα. Αυτό δηλώνεται στο πρώτο κεφάλαιο : «… για να μοιραστώ μαζί σας την άποψη, εν τέλει να αποδείξω ότι η “Φόνισσα” είναι ανώτερη λογοτεχνικά, κοινωνικά, ιδεολογικά, από το “Έγκλημα και τιμωρία”».

Οι δύο ήρωες, για να εστιάσουμε στη βασική τους διαφορά, είναι δύο ξεκάθαρα διακριτές μεταξύ τους μυθοπλαστικές κατασκευές. Ο Ρασκόλνικοβ «βρίσκεται σε παθολογική κατάσταση, είναι ψυχικά βαρειά άρρωστος. Δρα παραπλανημένος από τη υποχονδρία και την μανιοκατάθλιψη, παρασυρμένος από ιδέες περίεργες, που του σφηνώνονται στον νου λόγω των “μηδενιστικών” διαβασμάτων και της άθλιας, αποπνικτικής ποντικοφωλιάς που κατοικεί». Η Φραγκογιαννού «χαίρει άκρα ψυχικής υγείας». Μπορεί και οι δύο ήρωες να αυτοαναγορεύονται σε κοινωνικούς εκδικητές και επιδιορθωτές της κοινωνικής αταξίας, ωστόσο ο ένας ενεργεί κάτω από τη δύναμη της παράνοιάς του ενώ η άλλη κάτω από αυτό που ο μελετητής ονομάζει “ιερή μανία”. Γι’ αυτό και ο πρώτος έχει ελαφρυντικά (ως ψυχασθενής) μπροστά στη δικαιοσύνη των ανθρώπων, τη στιγμή που η δεύτερη ανηλεώς θα κατακριθεί για τις φονικές της επιλογές. Άλλωστε ο ένας θα μετανοήσει για το έγκλημά του, ενώ η άλλη θα αρνηθεί να κριθεί από την -έτσι κι αλλιώς πολύ σχετική- ανθρώπινη δικαιοσύνη. Αυτή η τελευταία παρατήρηση περί σχετικότητας έχει νομίζω ιδιαίτερο ενδιαφέρον  στη μελέτη των δύο χαρακτήρων, και αξιολογεί θετικά το συγκεκριμένο πόνημα. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν ο Παπαδιαμάντης όντως ήθελε να σχολιάσει τον σχετικό χαρακτήρα των συμβατικών ανθρώπινων κανόνων (άλλωστε είναι ακόμη νωρίς για τέτοιες εκτιμήσεις ακόμη και για το μέγεθος ενός τέτοιου συγγραφέα), οπωσδήποτε όμως είναι ένα αξιόλογο σχόλιο που κατευθύνει τη σκέψη μας σε σωστή κατεύθυνση, προκειμένου να κατανοήσουμε το μέγεθος της εν λόγω ηρωίδας.

Το δεύτερο σημείο που πρέπει να εκτιμήσουμε με προσοχή είναι η,  κατά την κρίση του μελετητή, αυτοαναίρεση της θρησκευτικότητας του Παπαδιαμάντη προκειμένου να δικαιώσει την ηρωίδα του, η οποία καταφανώς παραβιάζει βασικούς θεόσταλτους κανόνες με τις πράξεις της. Όταν φθάνει, στο τέλος του διηγήματος αυτός ο κοσμοκαλόγερος να δώσει στη Φραγκογιαννού το περίβλημα της ανέγγιχτης από τη θεία (το θέμα  εδώ δεν είναι η ανθρώπινη) δικαιοσύνη  φόνισσας, όντως έχει καταφέρει να ξεπεράσει (μέσω της λογοτεχνίας) την προσωπική του θρησκευτική αντίληψη για τα όρια του ανθρώπου. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση, κυρίως για τη δύναμη της γραφής.


Δεν είναι η πρώτη φορά που σχολιάζεται η ικανότητα του Παπαδιαμάντη να φτιάχνει μικρογραφία της αρχαίας τραγωδίας μέσα σε λίγες σελίδες. Μέσα στο βιβλίο αναφέρεται εξάλλου η γνώμη του Παλαμά «Το έργον του Παπαδιαμάντη είναι τραγωδία», για να μιλήσουμε μόνο για μια ανάλογη γνώμη. Και εδώ μνημονεύεται αυτή η ξεχωριστή διαπλοκή των γεγονότων που πατάει πάνω σε όλα τα στάδια της τραγικότητας, όπως μας την έχουν διδάξει οι κλασικοί του είδους. Η σύγκριση εδώ με την επίσης μεγάλη ανάλογη τέχνη του Ντοστογιέφσκι γίνεται και ως προς την έκταση των έργων: «Ο Α. Παπαδιαμάντης είναι απλός, μεστός, δωρικός, εξαντλεί μοναδικά το θέμα του σε 185 αραιές σελίδες την στιγμή που ο Φ. Ντοστογιέφσκι, πολυσύνθετος και απεραντολόγος, το κάνει με τη σειρά του εμπνευσμένα, σε 700 πυκνοτυπωμένες». Φυσικά ως προς την έκταση του έργου του καθενός έχει δίκιο. Η σχετική άποψη του Καβάφη καταγράφεται στο βιβλίο: «Μου φαίνεται ότι είναι λαμπρά ασκημένος στης περιγραφής την τριπλήν ικανότητα – το ποια πρέπει να λεχθούν, το ποια πρέπει να παραλειφθούν και εις ποία πρέπει να σταματηθή η προσοχή». Με την ένσταση, ωστόσο, ότι ο ένας φιλοδοξεί να γράψει μυθιστόρημα, με όσα παρένθετα επιτρέπει το είδος, με όσες παρεκβάσεις απαραίτητες για την κατανόηση των προσώπων και των γεγονότων επιτάσσει η πλοκή. Δεν είναι το ίδιο με τη συγγραφή διηγήματος, έστω και εκτενούς, που επικεντρώνει στον ένα και μοναδικό ήρωα και αυτόν μόνο ψυχογραφεί. Θεωρώ πως σ’ αυτό το σημείο ίσως αδίκως ο Ντοστογιέφσκι “κατηγορείται” για απεραντολογία.



Ο Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης θέλησε να ερμηνεύσει τους δύο αγαπημένους του συγγραφείς κάτω από το πρίσμα της δικής του ιδεολογίας. Φυσικώ τω λόγω, δεν θα μπορούσε να αποκοπεί από αυτήν, όπως είναι αδύνατον στον οποιονδήποτε από εμάς να τοποθετηθεί γύρω από τα κοινωνικά δεδομένα χωρίς να τα θέσει υπό το πρίσμα της κοσμοθεωρίας του. Αν μπορούσαμε αυτό να το πετύχουμε, θα προέκυπτε λόγος κενός περιεχομένου, γιατί ένα άδειο από ιδέες μυαλό δεν παράγει σκέψη. Έχοντας έτσι ως γνώμονα τις ρηξικέλευθες πράξεις κοινωνικών επαναστατών, προσέδωσε και στην ηρωίδα του Παπαδιαμάντη ανάλογα χαρακτηριστικά, στερώντας τα ταυτόχρονα από τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Δεν τολμώ να πω πόσο δικαιούμαστε να προχωρήσουμε σε μια τέτοια συσχέτιση ανόμοιων πραγμάτων. Μένω στο γεγονός ότι η σκέψη του μελετητή ανοίγει μια ενδιαφέρουσα νέα οπτική για τη ερμηνεία της πλέον εμβληματικής ηρωίδας του Παπαδιαμάντη.

Συνοψίζοντας, το εν λόγω βιβλίο -αποτέλεσμα εμβριθούς ανάγνωσης και των δύο έργων- αποτελεί μια προσφορά στην υπόθεση μελέτης της “Φόνισσας” (περισσότερο παρά του έργου του Ντοστογιέφσκι), άλλωστε αυτός ήταν και εξ αρχής ο στόχος του συγγραφέα. Το ότι θέλησε να συγκρίνει τα δύο έργα εξυψώνοντας τη “Φόνισσα” δεν είναι μεμπτό. Προσωπικά, ωστόσο,  μένω με την εντύπωση ότι θα μπορούσε να αναχθεί για μια ακόμη φορά σε μέγιστο ύψος το αριστούργημα του Παπαδιαμάντη χωρίς καμία απολύτως σύγκριση με κανένα άλλο έργο, ακόμη και του ίδιου δημιουργού. Άλλωστε ο ίδιος ο μελετητής καταλήγει: «Δεν ξέρω αν σας έπεισα να εντρυφήσετε στην παπαδιαμάντεια λαϊκή τραγική ηρωίδα Χαδούλα την Φραγκογιαννού. Ούτε με νοιάζει! Ούτε μου πέρασε στιγμή από το μυαλό κάτι τέτοιο. Μόνο, που αν το κάνετε, έχω μια έσχατη φιλική συμβουλή: Μην προσπαθείτε να θυμηθείτε, ξεχάστε όλα τα παραπάνω και αφεθείτε  με την ψυχή ολόγυμνη στην μαγεία του Χαροκόπου “Κοσμοκαλόγερου”!»
Κι έχει δίκιο. Αυτός είναι ο τρόπος που με ακρίβεια οδηγεί στην ψυχή του έργου του Σκιαθίτη μάγου της αφήγησης.

Διώνη Δημητριάδου