Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Τα λουτρά της κόμισσας

του Βαγγέλη Γαροφάλλου

από τις Μικρές Εκδόσεις





το εξαίσιο ψεύδος της λογοτεχνίας



Τα ύστατα χρόνια έφθασαν, όλος ο πλανήτης πια μια μεγάλη πολιτεία, τα Σόδομα του τέλους. Οι μηχανές υποστήριξαν τους δημιουργούς τους, μα τώρα ο καιρός της επιβίωσης είχε τελειώσει. Η Ελισάβετ στεκόταν στην άκρη του γκρεμού των Καρπαθίων και κοιτούσε τον ήλιο που έσβηνε. Το ουράνιο αστέρι είχε κάψει όλο του το είναι, η ζωοποιός φλογισμένη σάρκα του τώρα γινόταν στάχτη. Απέμενε μόνο το ύστατο χαίρε.

Διαβάζοντας αυτό το νοητό τέλος του κόσμου, όπως τον ξέρουμε, αναρωτιέμαι πόση δύναμη έχει συχνά η λογοτεχνία. Δημιουργεί εκ του μη όντος ένα σύμπαν, το οποίο άλλοτε φαίνεται εξαιρετικό και θαυμάσιο, και άλλοτε αποτρόπαιο και φρικτό. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, ο αναγνώστης παρακολουθεί ενεός. Ειδικότερα στη δεύτερη -δείγμα της οποίας έχουμε εδώ- ενίοτε απεύχεται τη συνύπαρξή του με μια τέτοια πραγματικότητα. Γιατί εδώ βρίσκεται το κλειδί της ανάγνωσης. Να νομίζεις διαβάζοντας (έτσι όπως το λογοτεχνικό ψεύδος σε συναρπάζει) ότι μια αμυδρή έστω πιθανότητα επαλήθευσης της φαντασίας του συγγραφέα βρίσκεται στο χρονικό διάστημα της ζωής σου.

«Η αλήθεια της λογοτεχνίας σώζεται όχι με την απαλλαγή της από το μυθοπλαστικό ψέμα αλλά με την επινόηση ακόμη μεγαλύτερου και υπερβολικότερου ψέματος· ο ρεαλισμός της κερδίζεται όχι με την εξάλειψη του φανταστικού αλλά με τη διόγκωσή του»

επισημαίνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο «Υπό το φως του μυθιστορήματος».  Μας θυμίζει και την άποψη του Ντοστογιέφσκι:

«Το ψέμα σώζει το ψέμα» («Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», 1877).

Πώς αλλιώς να γίνει; Αυτή η υπέροχη επινόηση της μυθοπλασίας  βρίσκεται πάντα δίπλα μας για να μας υπενθυμίσει πως όλα είναι ένα κουβάρι περίπλοκα μπερδεμένο. Και κάπου η άκρη του νήματος περιμένει το αργό του λύσιμο, κάτι σαν τη λύση ενός δράματος που ζούμε ή που ζουν οι ήρωες των σελίδων, χωρίς συχνά να έχει και ιδιαίτερη σημασία αυτή η διάκριση. Είναι το αποδεκτό ψεύδος της λογοτεχνίας και η παραπλάνηση του αναγνώστη, που γοητευμένος εισέρχεται άοπλος μέσα στη γραφή και ζει πλάι στους ήρωες οδηγούμενος λέξη τη λέξη στην έξοδο και την κάθαρση. Γιατί, συχνά η λογοτεχνική γραφή μοιάζει με τη θεατρική σκηνή, αν η τέχνη του συγγραφέα κατορθώσει να κάνει το κείμενο περίοπτο και ανάγλυφο.

Και για να μιλήσουμε για την κορύφωση αυτού του μυθοπλαστικού θαύματος, δηλαδή το μυθιστόρημα, εκεί είναι που όλα ζητούν να αποκαλυφθούν, αλήθειες και ψέματα, μεταμφιέσεις και αναγνωρίσεις, δέσεις και λύσεις ενός πολύπλοκου σκηνικού με τους ήρωες συχνά να επιζητούν ακόμη περισσότερο την περιπλάνησή τους στα στενά του λαβυρίνθου, δικαιώνοντας έτσι την αριστοτελική περιπέτεια.

Ο Βαγγέλης Γαροφάλλου μοιάζει να ξέρει τη συνταγή για κάτι τέτοιο. Μια ιστορία προκλητική, όσο προκλητική μπορεί ποτέ να είναι η αθέατη πλευρά της πραγματικότητας. Μια ιστορία  στα όρια της αλήθειας και της φαντασίας. Τουλάχιστον έτσι θέλουμε να νομίζουμε.  Και φυσικά μια ιστορία με χιούμορ που αναδύεται από όλα τα σκοτεινά της πλοκής για να μας πει ότι σε τελευταία ανάλυση όλα (μα όλα) είναι θέμα οπτικής. Μια ιδιαίτερα ευφυής πλοκή που ξεκινά από τα αφηγημένα του Ομήρου (την Ιλιάδα) για να συναντήσει στον δρόμο της τους μύθους των βρικολάκων και τους θρύλους του μεσαίωνα, να μας μεταφέρει στο σήμερα  και να δρομολογήσει τις απαραίτητες  συνεχείς ανατροπές. Και όλα αυτά όχι με τη συνήθη γραμμική αφήγηση, αλλά με συνεχείς παλινδρομήσεις, ή καλύτερα με παράλληλες αφηγήσεις που ενώ αρχικά φαίνονται ακατανόητες, σιγά σιγά φωτίζουν την ιστορία. Γιατί καταργούνται τα δεδομένα  μιας χρονικά αντιληπτής ιστορίας και οι χρόνοι μπερδεύονται ευφυώς για να αποδείξουν τη διαχρονικότητα της φοβερής κατάρας. Και πίσω απ’ αυτήν να δείξουν την αποτρόπαιη προφητεία, της οποίας η επαλήθευση πρόκειται να φέρει τα πάντα στο τέλος τους.

– Ακούσατε, ακούσατε! Χιλιάδες χρόνια θα περάσουν μα ο όλεθρος θα έρθει! Όταν οι δύο τελευταίοι απέθαντοι συγκρουστούν, η ανυπαρξία θα κυριεύσει! Η νύφη του διαβόλου θα ξυπνήσει απ’ την κατάρα τον αρχαίο πολεμιστή κι αυτός θα παλέψει για την ψυχή του!
Κάμποσοι περαστικοί σταμάτησαν κι άκουσαν τα παράξενα λόγια του σιχαμερού άνδρα, ο οποίος τώρα στροβιλιζόταν χάμω με παράξενη σβελτάδα για την ηλικία του, σαν βυθισμένος σε κρίση.
– Μέσα στο όνειρο θα πολεμήσει ο πολεμιστής, μέχρι που παγίδα θα του στήσει ο διάβολος!
Πολλοί διαβάτες ξέσπασαν σε γέλια, άλλοι αδιαφόρησαν για τον τρελό και έφυγαν. Μα ένας παράξενος άνδρας που στεκόταν παραδίπλα πετάχτηκε και διέκοψε τον οίστρο του ζητιάνου.
– Και τι παγίδα θα είναι αυτή, παππούλη;
Ο κουρελής δεν απάντησε, μόνο συνέχισε το παραλήρημά του.
– Το τέλος του κόσμου θέλει ο σατανάς για να το κάνει δώρο στη νύφη του, να τη στεφανώσει με τον χαμό της πλάσης και να τα σβήσει όλα, να καταστρέψει το χάος, να σκοτώσει ακόμα και το τίποτα!

Ένας σκοτεινός κόσμος, που παραδόξως τόσο κοντά με την απτή πραγματικότητα είναι. Πού είναι η αλήθεια και πού το ψεύδος; Ποια η πραγματικότητα και ποιο το όνειρο; Γιατί σ’ αυτή την ιστορία το όνειρο εισβάλλει στη ζωή με τη μορφή ενός επαναλαμβανόμενου εφιάλτη.

Να, εκεί ήταν που έπαιζε με τις πλαστελίνες. Η πλαστελίνη ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι. Το δωμάτιο θύμιζε αυτό του νηπιαγωγείου με τις ζωγραφιές και τα πολύχρωμα καρεκλάκια, αλλά με κάποιο τρόπο δεν ήταν το ίδιο μέρος, κάτι παράξενο συνέβαινε... αυτή η πόρτα πού πάει; Βρέθηκε σε ένα διάδρομο, αυτός ήταν σίγουρα ο διάδρομος του σχολείου με τις ξεθωριασμένες ζωγραφιές στο πέτρινο δάπεδο, να και η σκάλα. Ανέβηκε τρέχοντας, κάθε όροφος γεμάτος με ανοιχτές πόρτες στις αίθουσες, αλλά παντού ησυχία, το κτήριο ήταν άδειο. Έφτασε στον τελευταίο όροφο, μπήκε σε μια τάξη, η έδρα και τα θρανία εκεί, έρημα, αλλά για στάσου... μια πόρτα δίπλα στον πίνακα, και να σου... το σαλόνι του σπιτιού, εκεί που μεγάλωσε. Όχι πάλι! Ήξερε πια ότι ονειρεύεται, αλλά δεν ξύπνησε, παρότι συνήθως, όταν καταλάβαινε ότι ονειρευόταν, ξυπνούσε. Τώρα θα έβλεπε λοιπόν τον ίδιο εφιάλτη. Τον Θανασάκη να τρέχει στο μπαλκόνι, το σάλτο, το χτύπημα στο έδαφος, τις τσιρίδες, τη μάνα, το σάλτο, το χτύπημα στο έδαφος, τις τσιρίδες, τον πατέρα, ύστερα την αγκαλιά του τραυματιοφορέα. Αλλά αυτή τη φορά ήξερε ότι ονειρεύεται, είχε αυτός το πλεονέκτημα. Όνειρο ήταν, δεν μπορούσε να πάθει τίποτα. Περίμενε εκεί, στο μπαλκόνι, κι όταν ο αδελφούλης του εμφανίστηκε ντυμένος καρναβάλι, ο Έκτορας πετάχτηκε μπροστά του και του έκοψε τη φόρα. Γύρισε την πλάτη στον Θανασάκη, σκαρφάλωσε στο κάγκελο και πήδηξε στο κενό. Προσγειώθηκε στο σκοτάδι.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι τέτοια όνειρα προκαλούνται από διάφορες λογικές αιτίες, άριστα αντιμετωπίσιμες από τους ειδικούς (σωματικές διαταραχές, όπως υψηλό πυρετό, ή ψυχολογικές διαταραχές, όπως ψυχολογικό τραύμα και άγχος). Καμιά φορά ο εφιάλτης προκύπτει χωρίς σύνδεση με κάποια φανερή αιτία. Αν κάποιο άτομο έχει βιώσει μια ψυχολογικά τραυματική εμπειρία στη ζωή του, τότε αυτή η εμπειρία θα επανέρχεται ακάλεστη διαρκώς  στα όνειρά του προκαλώντας εφιάλτη. Έχουμε, όμως, εδώ έναν τέτοιο εφιάλτη; Ο συγγραφέας επιφυλάσσει την έκπληξη.Όταν έρθει η λύση αυτού του εφιαλτικού ονειρικού κόσμου, θα φανερωθεί ένα άλλο σύμπαν, στο οποίο ο εφιάλτης είναι απλώς η πραγματική αλήθεια. Τότε όλα θα βρουν μαγικά τη θέση τους. Ποιος όμως θα ήθελε αυτήν την αλήθεια;

Η ιστορία που μας αφηγείται ο Βαγγέλης Γαροφάλλου απαιτεί την αναγνωστική αντοχή, έτσι όπως σκηνές σκληρές και αποτρόπαιες ξεπηδούν η μια μετά την άλλη στις σελίδες του. Αυτή η αντοχή του αναγνώστη δοκιμάζεται αλλά και ανταμείβεται. Μόλις νιώσεις ότι η σκηνή που εκτυλίσσεται μπροστά σου (ο συγγραφέας είναι απελπιστικά παραστατικός) σε οδηγεί στα όριά σου, ξεπηδά απροειδοποίητα η ανεξάντλητη χιουμοριστική φλέβα και κατορθώνει να ισορροπήσει τα πράγματα. Μέσα από λέξεις και φράσεις που εκλαμβάνονται στην κυριολεκτική τους σημασία αντί για την παραποιημένη συμβατικά κοινή. Τα πρόσωπα -συχνά στην απρόσμενη συνύπαρξή τους- ανταλλάσσουν διαλόγους που εύκολα μεταπηδούν από το ρεαλιστικό τοπίο σε ένα σουρεαλιστικό, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας έχει και μια άλλη όψη. Αποτρόπαιη και αστεία ταυτόχρονα. Σοφή τεχνική αυτή για να αποφορτίζεται ο αναγνώστης.

– Εσύ νομίζεις ότι γεννήθηκες όταν γεννήθηκες, γιατί η κατάρα σε κάνει να νομίζεις ότι είσαι θνητός. Στο μυαλό σου υπάρχουν ψευδαισθήσεις, αλλοιωμένες αναμνήσεις. Η αλήθεια είναι ότι γεννήθηκες πολύ, πολύ παλιά. Να ένα καλό παράδειγμα. Εσύ νομίζεις ότι στεναχωριέσαι μια ζωή για το δράμα σου, που έχασες όλη σου την οικογένεια μικρός.
– Ενώ;
– Ενώ τους έφαγες.
– Τι τους έκανα;
– Ψευδαίσθηση, φίλε, τζάμπα μαστούρα.
– Ρε, τι τους έκανα τους γονείς μου; Τους έφαγα;
– Πεινούσες πολύ, είχες γαμηθεί, σαν λιγούρης έκανες. Ε, και κρύφτηκες στη ντουλάπα, σε είδε το παιδάκι χέστηκε, πήδηξε απ’ το μπαλκόνι, την ξέρεις την ιστορία...
– Έφαγα τη μάνα μου; φώναξε με αγωνία ο Έκτορας.
– Όχι, κι η μάνα σου πήδηξε απ’ το μπαλκόνι, μόλις σε είδε με τους κυνόδοντες καυλωμένους, αλλά τι σημασία έχει;
– Κάτσε ρε, έφαγα τον πατέρα μου; ούρλιαξε ο Έκτορας.
– Όχι ρε, σε είδε κι έπαθε ανακοπή, όπως τα θυμάσαι είναι αυτά. Βρικόλακα βρήκαν οι άνθρωποι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, ρε μαλάκα, επειδή πεινούσες, είχες πιει εκεί κάτι τσιγάρα, σε είχε πιάσει βουλιμία.

Βρίθει από τέτοιες σκηνές η ιστορία που μας αφηγείται ο Γαροφάλλου. Νιώθεις τη σοβαρότητα, την εκδοχή του αληθινά εφιαλτικού τοπίου με τις συνακόλουθες σκέψεις που κάνεις τροφοδοτούμενες από τους θρύλους για τους απέθαντους του κόσμου αυτού. Ωστόσο, δεν μπορείς να μην αποφορτίσεις τους ενδόμυχους φόβους σου για την αμυδρή πιθανότητα του αληθινού, που ενδεχομένως κρύβουν μέσα τους, με το αυθόρμητο γέλιο που σε καταλαμβάνει μπροστά στην παραπάνω εικόνα της διαδοχικής εξαφάνισης των προσφιλών προσώπων του ήρωα.

Η ιστορία αυτή, τρομακτική όσο και διασκεδαστική,  έρχεται να προκαλέσει με το θέμα της αλλά και με τον τρόπο αφήγησης τις αναγνωστικές μας συνήθειες. Ενδεχομένως να ταράξει και τον ύπνο μας. Αυτό ας μη θεωρηθεί αρνητικό επακόλουθο. Η λογοτεχνία προκαλεί μια διαταραχή στον κόσμο όπως τον γνωρίζουμε. Ποιος θα το αρνηθεί αυτό; Η αποδοχή της δικής της θέας στον κόσμο εξαρτάται από το πρόσφορο ή μη έδαφος της προσωπικής μας οπτικής. Είμαστε έτοιμοι να δούμε κάτω από την επιφάνεια; Πόσο μεγάλο μερίδιο από τον απρόσιτο στις αισθήσεις μας κόσμο είμαστε σε θέση να αντέξουμε; Και με πόση, αλήθεια, διάθεση να συνταιριάξουμε τον τρόμο με το χιούμορ; Συλλογίζομαι τη θεώρηση του Αριστοτέλη πάνω στην έννοια του τραγικού. Πώς ο ήρωας περιπίπτει στροβιλιζόμενος στη δίνη της πλοκής που θαρρείς και φτιάχτηκε ακριβώς για να τον παγιδέψει, και έτσι να χτιστεί η περιπέτεια. Παράλληλα, όμως, σκέφτομαι πόσο πιο σοφοί θα ήμασταν, αν είχε διασωθεί το μέρος της Ποιητικής του το αναφερόμενο στην κωμωδία. Δυστυχώς φρόντισαν οι αντιγραφείς  να το ρίξουν στη λήθη, αφήνοντάς μας έτσι κάπως λειψούς στην εξοικείωση με το κωμικό στοιχείο (άρρηκτα δεμένο όμως με το τραγικό στην εξέλιξη του δράματος), αφού αυτό δεν ήταν αποδεκτό σε μια κοινωνία που ενδιαφερόταν για το ευγενές (αστικό το είπαμε μετά) και το αξιοπρεπές. Σαν να λένε οι διώκτες του κωμικού  εδώ χτίζουμε κοινωνία σοβαρή, δεν αστειευόμαστε, επιτρέποντας μόνο στο θέατρο (αποδεκτή μίμηση του υπαρκτού) την κωμική εκδοχή μιας ιστορίας. Να, όμως, που η κωμική διάσταση της πραγματικότητας χωράει, όπως φαίνεται, παντού. Ακόμα και σε μια ιστορία όπως αυτή που (με μια αξιοπρόσεκτη μαστορική) μας προτείνει ο Βαγγέλης Γαροφάλλου. Μια ιστορία για να τρομάξουμε, μια ιστορία για να γελάσουμε, μια ιστορία για να πούμε στον εαυτό μας: καλά, παραμύθι είναι, όμως μήπως δεν;

Δεν θα πρέπει να μείνει ασχολίαστος ο τίτλος αλλά ούτε και το εξώφυλλο. Τα λουτρά της κόμισσας παραπέμπουν στον εφιάλτη κατ’ ευθείαν αλλά και στο πλέον κομβικό σημείο της αφήγησης. Άρα είναι εύστοχος τίτλος. Από την άλλη δένει ο τίτλος απολύτως με τον τρόπο που εικαστικά μας συστήνεται το βιβλίο. Η Δήμητρα Κουλούρη, με μια ειρωνική διάθεση που η τέχνη επιτρέπει (ίσως στις καλύτερες στιγμές της), κάνει τον συνειρμό με τον πίνακα του  John Everett Millais (Ophélie), τοποθετώντας την εμβληματική για την ιστορία μπανιέρα στη θέση της νεκρής Οφηλίας. Αυτό το παιχνίδι των εντυπώσεων πιστεύω ότι είναι από τα πλέον θετικά στοιχεία της έκδοσης.

Άρχισε να τρέχει, δεν άλλαζε τίποτα, έτρεχε μέσα στο αέναο σκοτάδι, μέχρι που κουράστηκε, σταμάτησε να ξαποστάσει λίγο. Και τότε είδε στο βάθος ένα φως. Πλησίασε δειλά. Όσο προχωρούσε, το φως γινόταν πιο έντονο, τον θάμπωνε, μέχρι που τον τύφλωσε και έκλεισε τα μάτια του. Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν σε ένα παλιό, άδειο δωμάτιο. Όχι, δεν ήταν άδειο. Σε μια γωνιά στεκόταν ένας παλιός, κάποτε επίχρυσος μα πια μαύρος και σκουριασμένος, οβάλ καθρέφτης. Ξαφνικά ακούστηκαν πλατσουρίσματα. Μέσα από τον καθρέφτη. Ο Έκτορας πλησίασε και κοίταξε, αλλά, αντί να αντικρίσει την αντανάκλασή του, αυτό που είδε ήταν μια γυναίκα μισοβυθισμένη σε μια μπανιέρα γεμάτη αίμα. Ήταν αλλόκοτη, άσχημη, σχεδόν παραμορφωμένη, μια λάμια βγαλμένη από την καρδιά του κακού. Το βλέμμα της του τρύπησε την ψυχή. Η μέγαιρα άνοιξε το στόμα της για να του χαμογελάσει και το αίμα κύλησε σαν καταρράκτης από τα δόντια της.

Ένα όλον, λοιπόν, λεκτικό και εικαστικό, μια ιστορία για γερούς αναγνώστες, που τολμούν με τη σειρά τους να κάνουν τους συνειρμούς που απαιτούνται. Άλλωστε ο Μίλαν Κούντερα στο δοκίμιό του «Η τέχνη του μυθιστορήματος» επισημαίνει: «Κάθε μυθιστόρημα λέει στον αναγνώστη “τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από όσο νομίζεις”». Να προσθέσουμε:  και πιο εφιαλτικά ενδεχομένως.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/ta-loutra-tis-komissas/)