Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Ένα κενό γεμάτο

του Μιχάλη Α. Μελετίου

από τις εκδόσεις ΑΩ




μια δοκιμιακή προσέγγιση της ποίησης



Η ζωή μας
μοιάζει με σκακιέρα.
Όχι ως προς τις κινήσεις.
Πράγμα άλλωστε προφανές,
εύκολο να το παραλληλίσουμε.
Ως προς τη γνώση εννοώ.

Εναλλάσσεται το άσπρο με το μαύρο.
Εναλλάσσεται η γνώση με την άγνοια.
Μισές αλήθειες και πλάνες
φως και σκοτάδι.
Σαν κρίκοι ενωμένοι αδιάρρηκτοι.

Οιονεί εικόνα αιώνια
της ζωής η διαθήκη.

(Σκακιέρα)


Η ποίηση έχει δοκιμιακό υπόβαθρο; Υπάρχει ίσως ένας κοινός τόπος, όπου τα δύο αυτά είδη συνομιλούν; Συχνά συναντάμε στον ποιητικό λόγο ομοιότητες με τον αναλυτικό τρόπο που ένα δοκίμιο εκθέτει τη σκέψη του γράφοντος. Και δεν αναφέρομαι καθόλου με αυτό στην έκταση ενός ποιήματος. Ίσα ίσα, στις πιο σύντομες ποιητικές εκδοχές βρίσκουμε αυτή τη διάθεση του σχολιασμού, με εύστοχα λίγα λόγια (λέξεις – καρφιά), που προκαλούν τη σκέψη να αναλύσει την εκφρασμένη άποψη. Και φυσικά από την οπτική γωνία του ποιητή, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλα τα δοκίμια που σέβονται το είδος, και έτσι αποδίδουν ακριβώς ένα θέμα από μία και μόνη πλευρά του και με την απολύτως προσωπική θέση του δοκιμιογράφου.

Η παραπάνω σκέψη προκύπτει αβίαστα, όπως διαβάζω τα ποιήματα του Μιχάλη Μελετίου και ανακαλύπτω πίσω από τις λέξεις του την πρόθεση να καταθέσει όχι απλώς την ποιητική του εσωτερική εικόνα αλλά περισσότερο τη νουθεσία ή τη διδαχή προς τον αναγνώστη του. Σε άλλη εκδοχή -που προτιμώ περισσότερο- τη φιλοσοφική του τοποθέτηση σε διαχρονικά θέματα. Με δεδομένη την προσωπική μου άποψη ότι η ποίηση κερδίζει από μια τέτοια αντιμετώπιση (καθόσον απομακρύνεται από έναν κενό νοήματος λυρισμό και συναισθηματισμό), συνδιαλέγομαι με τη σκέψη του ποιητή, όπως θα έκανα με ένα δοκίμιο.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου ο ποιητής επέλεξε τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι. Απολύτως συνάδει αυτή η επιλογή με τον υπότιτλο της συλλογής Ποιήματα εσωτερικής επαναπροσέγγισης. Μας κατευθύνει, έτσι ο ποιητής να διαβάσουμε την ποίησή του σαν έναν οδηγό (προσωπικό αρχικά, αλλά και ίσως κοινό για όλους) με τον οποίο επανεξετάζουμε τον εαυτό μας, ως μοναδική διέξοδο, μέσα στην απουσία ή στην ανεπάρκεια των υπολοίπων. Τον προβληματισμό του ως προς τον ρόλο της αιτιότητας και της τύχης στη διαμόρφωση της προσωπικής ζωής καταθέτει εν συντομία στον Πρόλογο ο ποιητής:

[…]ας θεωρήσουμε τις δύο αυτές δυνάμεις της Φύσης, την τυχαιότητα και την αιτιότητα, ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος των παθών μας. Ένα νόμισμα που, με την πάροδο των ετών, θα καθορίσει εν τέλει την ισοτιμία της προσωπικότητάς μας.

Το τυχαίο δεν το κατανοούμε και πολύ περισσότερο δεν το ελέγχουμε. Την αιτιότητα θεωρούμε ότι την κατανοούμε με τη βοήθεια της επιστήμης. Ωστόσο, ίσως πρόκειται γι’ αυτό που κατανοούμε ως σχέση αιτίου και αιτιατού μένοντας στο ανθρωπίνως ικανό προς κατανόηση όμως επιφανειακό, και όχι για την πραγματικά ισχύουσα σχέση μεταξύ τους. Άρα, αυτές οι δύο δυνάμεις, όπως τις ονομάζει ο ποιητής, μάλλον γειτνιάζουν ως προς αυτό. Μάλιστα με έναν ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο θα τις ενώσει στο ποίημα Ο καημός του εντέκατου, όπου από τη μια το τυχαίο και από την άλλη η αιτιότητα οδηγούν αυτόν τον τραγικό βασιλιά να δώσει το δικό του στίγμα στην τύχη της βασιλεύουσας:

[…]
«Σώπασε, βασιλιά μου,
τα βάσανα απέβαλε πια.
Τι να έκανες άλλο;
Σε σένα έλαχε το τέλος.
[…]
Κάματε όμως καμώματ’ άπειρα
παράξενα άλλα τόσα.
Με πικράνατε πολύ.
Φυτέψατε θάνατο.


Και τότε το Κενό του τίτλου της συλλογής πώς προσεγγίζεται; Ενδιαφέρον το εγχείρημα! Αυτό το (θεωρούμενο ίσως) κενό προσεγγίζεται από τον καθένα προσωπικά και χωρίς τη βοήθεια της τύχης ή της αναγκαιότητας. Ο κάθε άνθρωπος με τον εαυτό του,  με την ερμηνεία που ο ίδιος  θα δώσει στην έννοια αυτή. Αυτό μοιάζει να μας λέει και ο ποιητής. Το οξύμωρο του τίτλου πρέπει να σχολιαστεί, καθόσον γνωρίζουμε ότι όταν χρησιμοποιείται αυτό το σχήμα λόγου υποκρύπτεται πίσω από τη φαινομενική του αντίφαση μια βαθιά αλήθεια. Αυτό το κενό, εν προκειμένω, είναι γεμάτο. Και ας μην επιδοθούμε στη φιλοσοφική ανάλυση της έννοιας της κενότητας, πολύ περισσότερο ας αποφύγουμε την επιστημονική ατέρμονη συζήτηση επί του θέματος αυτού, ή ας την αφήσουμε στον ποιητή/βιολόγο, ως ειδικότερο. Αρκεί, νομίζω,  να εστιάσουμε στην κοινωνική του διάσταση. Πόση κενότητα νιώθει ο σημερινός άνθρωπος μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλα τα ουσιώδη αμφισβητούνται και αναδεικνύονται τα ανούσια και ψευδή;


Κοπτόμαστε, ωρυόμενοι τάχα
για την διαφορετικότητά μας.
Εγώ, μας βλέπω όλους ίδιους.
Σαν τα πρόβατα που σφάζονται
για τ’ άχυρα βαρυγκωμώντας.

Εναγωνίως προσπαθούμε
σε κάποια στάνη για να μπούμε
ίσως και έτσι ενταχθούμε
σε μία τόσο ειρωνικά ευδιάκριτη ομάδα
εκ προοιμίου χαμένων υποκριτών.

Αυτό ακριβώς το κενό θα μπορούσε ίσως η ποίηση να το γεμίσει; Αναμφίβολα η ποίηση είναι ιαματική, και για τον δημιουργό αλλά και για τον αποδέκτη της. Μάλλον, όμως, δεν πρόκειται για αληθινή κενότητα. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι βιώνει το απολύτως άδειο του εαυτού του. Αποθηκευμένα εκεί πολλά βρίσκονται, μνήμες και εικόνες πολύτιμες, που απλώς στριμώχνονται στα τοιχώματα αδυνατώντας να  αντιπαρατεθούν με την αληθινή κενότητα του περιβάλλοντος χώρου. Η ποίηση είναι ικανή να δώσει τη δική της εκδοχή, τη δική της ευοίωνη οπτική σ’ αυτό το αδιέξοδο.

Κάποια πράγματα
ζουν περισσότερο αφότου πεθάνουν.
Ας πούμε οι αναμνήσεις μας.
Νεκρικές κι ανέγγιχτες,
του θυμικού οι γλύπτες.

Δίνει τη δυνατότητα της επανατοποθέτησης του εαυτού μας απέναντι σε όλα αυτά που εμπεριέχουμε αλλά έχουμε παραγκωνίσει. Κάτω από αυτό το πρίσμα, όμως, η ποίηση αναδεικνύει όχι μόνο την πληρότητά της αλλά και το ήθος της. Η ποίηση του Μιχάλη Μελετίου κινείται σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Προβάλλει το προσωπικό της ήθος απέναντι σε οποιαδήποτε ανακολουθία του καιρού μας, ερευνώντας το συνεχές της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτό που την καταξιώνει και όχι αυτό που την καταρρακώνει υποβιβάζοντάς την. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η χρήση του δευτέρου προσώπου ως επιλογή. Αυτό το δεύτερο πρόσωπο υποδεικνύει περισσότερο μια πρόταση προς τον άλλο άνθρωπο και λιγότερο μια παραίνεση προς εαυτόν, ως είθισται. Έτσι η ποίησή του αποκτά τον συμβουλευτικό και διδακτικό χαρακτήρα που εντοπίσαμε στην αρχή. Και γειτνιάζει πλέον εμφανέστερα με τον δοκιμιακό λόγο.

Σου αρέσει
να χάνεις τον έλεγχο.
Σε συμφέρει
αυτή η πρόκληση του πανικού.

Διότι έτσι, προσπαθείς,
έστω και λίγο άγαρμπα,
να αποποιηθείς την ευθύνη
της απόφασης.

Στον ποιητικό τρόπο καθεαυτόν η  στιχουργική του Μελετίου πότε εμφανίζεται να ακολουθεί τον ελεύθερο στίχο (προσωπική μου εκτίμηση ότι τότε ο λόγος του απελευθερώνεται και είναι πιο πηγαίος) και πότε επιλέγει την ομοιοκαταληξία, χωρίς ωστόσο να την υπηρετεί με πιστότητα, κάτι που ίσως υποκρύπτει μια ειρωνεία, έναν σαρκασμό ή αυτοσαρκασμό στην σποραδικότητα που αυτή εμφανίζεται.

[…]
Εσύ το νιώθεις το κενό;
Έχεις δυο λεπτά καιρό;
Ένιωσες ποτέ ξεφλουδισμένος;
Ένιωσες ποτέ ξεσπλαχνισμένος;

Είμαι σίγουρος πως ναι…
Δεν το λες όμως.
Ούτε καν σ’ εμένα.
Σ’ εμένα που στα λέω όλα.

Ξεχωρίζω δύο ποιήματα, που μοιάζουν τελείως διαφορετικά αλλά επικοινωνούν με τον δικό τους τρόπο. Το ένα, Εις μνήμην του Καισαρίωνα, γιατί μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο ανάγνωσμα εκείνου του καβαφικού εμβληματικού (Καισαρίων), σαν μια διαρκή υπενθύμιση της τραγικότητας που κάποια πρόσωπα της ιστορίας χρεώνονται στο πρόσωπό τους, όταν η τύχη (πάλι αυτή) ή η αναγκαιότητα (και αυτή πάλι) κανονίζουν αλλιώς τη ζωή τους.

[…]
Δεν θυμάμαι καν πώς πέθανες.
Σε σκότωσαν ή παραπάτησες;
Μόνον τ’ όνομά σου θυμάμαι
κι αυτό με δυσκολία…


Το δεύτερο, κάτι τελείως σε άλλο κλίμα από όλα τα ποιήματα της συλλογής. Πρόκειται για το 12-2-1944, που παραπέμπει σε ένα γεγονός από τα ξεχασμένα της ιστορίας.  4.100 θύματα – αιχμάλωτοι Ιταλοί στρατιώτες του φοβερού ναυαγίου του επιταγμένου από τους Γερμανούς, Νορβηγικού πλοίου ORIA, που ξεκίνησε από τη Ρόδο και βυθίστηκε κοντά στη νησίδα Πάτροκλος, με τα νεκρά σώματα να ξεβράζονται  στα Λεγρενά στις 12 – 2  -1944.

[…]
Και σήμερα, τις μέρες της παράνοιας,
ο Πάτροκλος αυτός συν τα πέριξ ακρογιάλια
που κάποτε μαρτύρησαν τον πόνο
και την αρρώστια του ανθρωπίνου γένους,
είναι μόνο προορισμός αναψυχής βουβός.
Τι κι αν ο παφλασμός του αιωνίου σε γαληνεύει.
Κρύβει παγίδες άπειρες ο παφλασμός. Συσκοτίζει…

Καμιά φορά, η φρίκη του παρελθόντος,
η μισητή αυτή ουρά της Λήθης,
σαν βλέπει το θέρος να εγγίζει,
καταδύεται στον Πάτροκλο
φτάνοντας μέχρι τον βυθό.
Καρφώνει εκεί το σάπιο βλέμμα της
σε κάτι καραβάνες χαραγμένες που αναμένουν
φορώντας ένα χαμόγελο αγαλλίασης.

Ξέρει ότι οι καιροί θα την ταΐσουν ξανά.
Καγχάζει αυτάρεσκα και πρόστυχα.
Οι κραυγές των σκοτωμένων
δεν έφτασαν ποτέ στ’ αυτιά των λουομένων...


Δύο ποιήματα που προσεγγίζουν το καθένα με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικό λόγο το θέμα της μνήμης, που διασώζει αυτά που χάνονται, αποδεικνύοντας από τη μια το ήθος του ποιητή ακόμα μια φορά, αλλά και υπενθυμίζοντας αυτό το τάχα κενό του νου. Γεμάτο είναι, λοιπόν, το κενό. Αυτή είναι η βαθύτερη αλήθεια που εμπεριέχεται στο οξύμωρο του τίτλου. Αρκεί να έχουμε την οξύνοια και την ευαισθησία να ανακαλύπτουμε τα καλά φυλαγμένα μέσα του.
Μια τελευταία μνεία να γίνει στην καλαισθησία της έκδοσης. Στο εξώφυλλο ο πίνακας του Wassily Kandinsky, με τον παντοδύναμο προσφιλή του ήλιο να δεσπόζει, και αποκομμένος από την υπόλοιπη εικόνα του να εμφανίζεται ως διακριτικό της έκδοσης και στο οπισθόφυλλο. Εξαιρετική εικαστική παρουσία συνοδευτική των ποιημάτων. Λεπτομέρεια, ίσως, θα σκεφτεί κανείς. Όμως μια προσεγμένη έκδοση, όπως αυτή, δίνει σημασία σε όλα.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/meletiou-ena-keno-gemato/)