Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

«Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα

και άλλα διηγήματα»

του Π. Ένιγουέι

από τις εκδόσεις Θράκα




Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα. Πότε πήρα την απόφαση; Πριν από ένα λεπτό περίπου. Για την ακρίβεια, πριν από ενάμισι λεπτό. Περίπου. Θέλω να πω: πριν από ενάμισι λεπτό και κάτι δευτερόλεπτα. Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα.

Πώς να αντιμετωπίσεις ένα κείμενο που εμφανώς παίζει με το νόημα των λέξεων, εμπαίζοντας στην ουσία τον ίδιο τον εαυτό του; Γιατί, να το πούμε εξ αρχής, τον αναγνώστη του δεν τον εμπαίζει. Και τούτο είναι σημαντικό, αν σκεφτούμε πόσα συγγραφικά πονήματα, εμφανιζόμενα με τον λογοτεχνικό μανδύα, στην πραγματικότητα υποκρύπτουν ανουσιότητες, για να μην πούμε ανοησίες. Εδώ, όμως, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Ο Π. Ένιγουέι, ακόμα και με το ψευδώνυμό του σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, ευφυώς παρουσιαζόμενος ως διηγηματογράφος και αναιρώντας αυτοστιγμεί τη φόρμα του διηγήματος. Όσοι, λοιπόν, επιχειρήσετε να τον διαβάσετε (και θα σας το συνιστούσα) ας είστε έτοιμοι να αναθεωρήσετε όσα γνωρίζετε για τις φόρμες και τις νόρμες. Εδώ έχουμε την πλήρη ανατροπή.
Τον Π. Ένιγουέι τον πρωτοσυνάντησα σ’ εκείνο το εκπληκτικό μικρό, ελάχιστο καλύτερα, διήγημά του, με το οποίο πρώτευσε στον διαγωνισμό του περιοδικού Φρέαρ, το 2015. Ίσως αυτό να είναι και το μόνο από τα κείμενα του βιβλίου που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε διήγημα.

«Σάντσο, έχω κουραστεί να περιφέρομαι άσκοπα σ’ αυτό το μυθιστόρημα», και, καβάλα στον Ροσινάντη, ύψωσε τη λόγχη του και όρμησε με μανία προς τον Μιχαήλ Θερβάντες, όμως καταποντίστηκε σ’ ένα ξεσκέπαστο φρέαρ.

Έπρεπε από τότε να έχω αντιληφθεί το περιπαικτικό του πράγματος. Μέσα σε μόλις τριάντα δύο λέξεις αποδομεί τη σχέση του συγγραφέα με το δημιούργημά του θέτοντας στην αληθινή του βάση το ερώτημα: Αυτονομείται, λοιπόν, ο ήρωας του έργου; Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας γράφει και επινοεί την περσόνα του ήρωά του ή μήπως ο ήρωας (με σάρκα και οστά πλέον λογοτεχνικῇ  ἀδείᾳ) παίρνει την υπόθεση στα χέρια του; Και, ακόμα πιο πέρα να πάμε, έχει καμιά τύχη η προσπάθεια αυτονόμησής του ή αυτός είναι καταδικασμένος να καταποντιστεί πάνοπλος στο πρώτο (επινοημένο και αυτό) ανοιχτό φρέαρ;

Το βιβλίο του Π. Ένιγουέι δεν περιέχει διηγήματα, αυτό ήδη το είπαμε. Είναι, όμως, μια μελέτη (ας επιτραπεί εδώ ο δόκιμος όρος που βεβαίως παραπέμπει σε κάποιο άλλο είδος) πάνω στη γραφή, που δίνεται με πολύ χιούμορ και γερή δόση σαρκαστικού γέλιου. Αναπόφευκτα αυτός ο σαρκασμός καταλήγει στον καθρέφτη του, καθόσον κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πρόσωπό του, κυρίως αν επιχειρεί να μιλήσει ακριβώς γι’ αυτό με τη συγγραφική του ιδιότητα. Δεν έχει απολύτως καμία εμφανή συνοχή, πειραματίζεται με τη μορφή, από την επιλογή των γραμματοσειρών ως το μέγεθος των κειμένων και τις τεχνικές της αφήγησης. Όσο για το περιεχόμενο, φθάνεις στο τέλος για να εκτιμήσεις ότι υπάρχει μια υποκρυπτόμενη σχέση μεταξύ των κειμένων αυτών. Αυτή τη σχέση την επινοεί και την εκφράζει ο ίδιος, έτσι όπως τον φαντάζεσαι να κινεί τα νήματα των ιστοριών του ανατρέποντας ό, τι βρει στο διάβα του. Αυτός είναι, επομένως, που συνδέει τα γραπτά του, τα οποία χωρίς τη δική του παρουσία δεν θα είχαν απολύτως καμία τύχη να συνευρεθούν στις σελίδες ενός και του αυτού βιβλίου.

Σας παρακινώ να ολοκληρώσετε την ανάγνωση, παρά τη διάθεση που θα έχετε συχνά να τη διακόψετε, παρακινούμενοι από τις γνώσεις σας, την αγάπη σας για τη λογοτεχνία και τη δομημένη σκέψη σας, ως δοκιμασμένοι αναγνώστες. Μην ψάξετε ούτε δομή ούτε κατηγοριοποίηση και ένταξη του πονήματος σε κάποιο είδος, ούτε καν ομοιομορφία στη γραφή. Η γοητεία αυτού του βιβλίου (γιατί, να το πούμε κι αυτό, γοητευτικό είναι) βρίσκεται στην εναλλαγή αυτών των ανατρεπτικών κειμένων,  που σε κάθε σελίδα δοκιμάζουν τις αντοχές της λογοτεχνίας. Μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω εδώ ολόκληρο το παρακάτω κείμενο, γιατί θαρρώ πως δείχνει όλα τα προαναφερθέντα με τον καλύτερο τρόπο. Με τη συγγραφική άδεια χειρίζεται εποχές και δημιουργούς κατά πως επιθυμεί, ανακατεύει σχολές και τεχνοτροπίες, διεισδύει μέσα στον μύθο και τον μπερδεύει με την πραγματικότητα (ε, αυτό πια δικαιούται να το κάνει η λογοτεχνία) και μας δίνει σε μια πιο προσεκτική ανάγνωση τη δική του περσόνα ανάμεσα στα δύο συνδιαλεγόμενα πρόσωπα.

Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα[8]

Μια ηλιόλουστη μέρα του Ιουνίου συναντιούνται όλως τυχαίως ο Αντρέ Μπρετόν και ο Όμηρος στην παραλία της Βουλιαγμένης.
«Όμηρε, παλιόφιλε, πήρα μια μεγάλη απόφαση σήμερα το πρωί: Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα», λέει ο Μπρετόν, και ο Όμηρος, έκπληκτος, του απαντά:
«Αντρέ, τι σύμπτωση! Την ίδια απόφαση πήρα κι εγώ σήμερα το πρωί: Δεν θα ξαναγράψω  ποτέ πια άλλα διηγήματα».
Και οι δύο φίλοι χώρισαν, αφού προηγουμένως σχολίασαν για λίγο την τρέχουσα επικαιρότητα.
Όμως οι δυο μεγάλοι συγγραφείς πήραν όντως την ίδια απόφαση ή μήπως τελείως διαφορετικές; Θα συνεχίσουν να δημιουργούν αριστουργήματα και έργα δοξασμένα ανά τους αιώνες (εντάξει, του Μπρετόν δεν είναι τόσο δοξασμένα, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος) ή θα σταματήσουν, όπως κατηγορηματικά δήλωσαν και οι δύο;  Μήπως εννοούν κάτι άλλο; Και, αν ναι, τι;  
Πράγματι οι δύο συγγραφείς θα συνεχίσουν να επινοούν διηγήματα, όπως και στο παρελθόν. Όμως στο εξής δεν θα δημιουργούν με τον τρόπο του παρελθόντος.
Ο Μπρετόν, αφού γράψει μια φορά ένα διήγημα (πρώτη γραφή), δεν θα προβεί σε διορθώσεις (δεν θα το ξαναγράψει δηλαδή). Θα αφήσει το κείμενο ως έχει, ακατέργαστο, ακολουθώντας πιστά τις αρχές της «αυτόματης γραφής» των σουρεαλιστών.
Από την πλευρά του ο Όμηρος εκμυστηρεύεται στον φίλο του πως στο εξής ο προσωπικός του τρόπος γραφής ενός διηγήματος ή ενός μυθιστορήματος είναι… η εκφορά του, δηλαδή η απαγγελία. Δηλώνει λοιπόν, εμμέσως πλην σαφώς, πως ό,τι έγραψε έγραψε: Στο εξής θα απολαμβάνουμε Όμηρο δια της ακοής (δεν θα ξαναγράψει δηλαδή άλλα διηγήματα).
Αυτός λοιπόν είναι και ο λόγος που τα δύο πιο γνωστά του έργα (ξέρετε ποια, περιττό να τα αναφέρω) διαδίδονταν από τον ίδιο και τους οπαδούς του (τους ραψωδούς) προφορικά και όχι γραπτά. Τα περί υψηλής τιμής του παπύρου είναι πέρα ως πέρα ανυπόστατα και ανεδαφικά ψεύδη των ιστορικών, αφού, ως γνωστόν, ο Όμηρος ήταν από τους πιο ευκατάστατους εισοδηματίες της εποχής του, ειδικά μετά τη για πέμπτη συνεχόμενη σεζόν καλοκαιρινή του εμφάνιση στο Ηρώδειο. 

Θα μπορούσε, λοιπόν, ο Π. Ένιγουέι να είναι άλλος ένας ακόλουθος της αυτόματης γραφής στον λόγο ή ίσως της προφορικής αφήγησης  ως υπέρτερης αξίας, αν δεχθούμε φυσικά (κάτι καθόλου σίγουρο) ότι στο παραπάνω κείμενο δεν εμπαίζει και τις δύο τάσεις; Θα προτιμούσα, καταθέτοντας εδώ μάλλον την απολύτως προσωπική μου επιθυμία, να πω ότι επιχειρεί να δώσει το αληθινό νόημα της πρότασης που επανέρχεται πολλές φορές στο βιβλίο και που του δίνει και τον μισό τίτλο άλλωστε: Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα. Πότε δίνοντας το βάρος στο ξανά και πότε στο γράψω.

Από όποια, εν τέλει, οπτική γωνία κι αν εκτιμηθεί η γραφή του Π. Ένιγουέι, αξίζει νομίζω να πούμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει αυτοαναφορικότητα. Το θέμα του θα μπορούσε να είναι η γραφή και μόνον αυτή. Έτσι, όμως, αναθεωρούμε ως αναγνώστες την προσέγγισή μας σ’ αυτό. Δεν διαβάζουμε μια συλλογή διηγημάτων, γιατί τότε θα ρίξουμε και το βιβλίο και τον δημιουργό του στο πυρ το εξώτερον. Θα έλεγα ότι διαβάζουμε μια απόπειρα αποδομιστική (και γι’ αυτό ενδιαφέρουσα) στα της γραφής γενικότερα.

Anyway, Π. Ένιγουέι, τα ενδιαφέροντα πράγματα καλό είναι να τα προσεγγίζουμε με ανοιχτό μυαλό. Συνήθως έχουν κάτι να μας πουν. Το συγκεκριμένο μάλλον έχει πολλά να πει, μόνο που θέλει τον χρόνο του. Όπως συμβαίνει με κάθε τι που  εισέρχεται με σχετικό οπωσδήποτε θράσος (ίσως αλλιώς δεν γίνεται) ανάμεσα στα θεωρούμενα ομοειδή, για να τα σχολιάσει και να ανατρέψει καθιερωμένες αντιλήψεις. Με όλο τούτο να λειτουργεί, ωστόσο,  θετικά για τη λογοτεχνία.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Vakxikon http://www.vakxikon.gr/6-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B9%CE%BF-%CE%BB/)