Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Η πορεία της φθίνουσας μνήμης

Ο Βασίλης Αλεξάκης αποδίδει με μια αναλογία αυτή την αργή συνειδητοποίηση της απώλειας. Η λογοτεχνία, για μια ακόμα φορά, απολύτως λειτουργική.



     - Πώς λέγεται η μνήμη στα ελληνικά;
Σωπάσαμε για αρκετή ώρα. Είδα τη λέξη μνήμη -mnêmê γράφεται στα γαλλικά- να γυροφέρνει τον γλόμπο του ηλεκτρικού, κατόπιν, σαν ζαλισμένη από το φως, να την αράζει στο τζάμι του παραθύρου απ’ όπου μόνο η νύχτα ήταν ορατή. Γιατί συλλογίστηκα τότε το τζιτζίκι που είχα προσέξει στη βεράντα του σπιτιού μου στη Τήνο; Προφανώς έπνεε τα λοίσθια: καθώς δεν μπορούσε πια να χρησιμοποιήσει τα φτερά του, προχωρούσε κούτσα κούτσα πάνω στο λιθόστρωτο. Κατάφερε ωστόσο να φτάσει σ’ έναν τοίχο πάνω στον οποίο, μετά από μια στάση, άρχισε να σκαρφαλώνει. Αφού διάνυσε μια δεκαριά εκατοστά, ακινητοποιήθηκε εντελώς. Μια ώρα αργότερα βρισκόταν πάντα στην ίδια θέση. Το άγγιξα ελαφρά χωρίς να προκαλέσω καμία αντίδρασή του: ήταν νεκρό, παρέμενε ωστόσο γαντζωμένο στον τοίχο, σαν να μην ήθελαν να παραδεχτούν τα ποδαράκια του αυτό που είχε συμβεί. Έμεινε εκεί ένα ολόκληρο απόγευμα. Μόνο όταν βράδιασε διαπίστωσα ότι είχε πέσει επιτέλους καταγής, το βρήκα ξαπλωμένο ανάσκελα.

(Βασίλης Αλεξάκης, Το κλαρινέτο, σσ 61-62, εκδόσεις Μεταίχμιο)

(φωτογραφία: Διώνη Δημητριάδου)