Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

από τη συλλογή

«Η απόλαυση της σκιάς»

της Μαρίας Ρασσιά

εκδόσεις Κέδρος

ένα ερμηνευτικό σχόλιο στη νουβέλα «Ο ξένος»




ένας Ξένος ανάμεσά μας

Ίσως δεν είθισται να σχολιάζεται ένα μόνον τμήμα ενός συνόλου, εν προκειμένω μόνον ένα διήγημα (μία νουβέλα καλύτερα) μέσα από μια συλλογή διηγημάτων. Η αποκοπή του «Ξένου» από το σύνολο, στο οποίο η συγγραφέας τον τοποθέτησε,  δεν σημαίνει έλλειψη ενδιαφέροντος για τα υπόλοιπα κείμενα. Με μια άλλη οπτική θα μπορούσε να είναι ο σηματοδότης για τη συνολική εκτίμηση του έργου της Μαρίας Ρασσιά. Ένας οδοδείκτης για τον τρόπο που γράφει και δημιουργεί, που πορεύεται στο λογοτεχνικό τοπίο.

[…]Ένα σμήνος πουλιών πέρασε έξω. Οι σκιές τους πέταγαν στον άσπρο τοίχο πάνω από το κεφάλι του πατέρα. Έσκυψα πάνω του. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του. Η ησυχία μέσα του με τάραξε. Έμεινα εκεί. Σκυμμένος. Ο πατέρας είχε φύγει.

Από το σημείο αυτό ξεκινά στην ουσία η ιστορία του «Ξένου». Μια ιστορία που παραπέμπει στον άλλο «Ξένο» της λογοτεχνίας.

Aujourd'hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas. (L'Étranger, Albert Camus)
Σήμερα πέθανε η μαμά. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω. (Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ)

Οι συνειρμοί στη λογοτεχνία είναι αναπόφευκτοι, καθώς ο αναγνώστης έχει το δικό του κειμενικό φορτίο, συχνά τις δικές του εμμονές. Ωστόσο, και ο τίτλος εδώ σε προκαλεί να ανακαλέσεις στη μνήμη το εμβληματικό μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ.

Ο ήρωας της Μαρίας Ρασσιά, μόλις αντιλαμβάνεται τον θάνατο του πατέρα του, κλείνει το καλοριφέρ, παίρνει την ομπρέλα του και βγαίνει στον δρόμο. Μπορεί για τον πατέρα του να ήταν η τελευταία μέρα στον κόσμο, για τον ίδιο όμως είναι η πρώτη μέρα στη νέα του δουλειά. Θα φροντίσει για όλα επιστρέφοντας. Μόνο που η επιστροφή του θα αργήσει μερικές μέρες, καθώς ένα ξαφνικό ταξίδι στην επαρχία έχει και αυτό προτεραιότητα. Ένας ξένος ανάμεσα σε ξένους. Άγνωστος στους συναδέλφους του, όπως ήταν άγνωστος από παιδί ανάμεσα στους συμμαθητές του, των οποίων τα ονόματα αρνιόταν υποσυνείδητα να θυμηθεί. Κυκλοφορεί σαν σκιά του εαυτού του. Μια σκιά όμως αποτελεί το αποτύπωμα του προσώπου πάνω στα πράγματα, στους άλλους, στον κόσμο. Οι άλλοι τον βλέπουν, τον πλησιάζουν. Ο ίδιος ποια εικόνα των άλλων αποκομίζει; Πώς τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σ’ αυτήν; Τον βλέπουμε να παρακολουθεί μια ξένη κηδεία.


Μαύρες σκιές κάθονταν σε όλα τα στασίδια ενώ ένα μαύρο φέρετρο γυάλιζε κάτω από έναν λιτό πολυέλαιο. Άναψα κερί κάθισα. Τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες κάθονταν στο πλάι. Η μία φορούσε μαντίλι στο κεφάλι.
Ξαφνικά ένας λυγμός ανέβηκε από το στήθος μου και στάθηκε στο λαιμό μου. Μια στρουμπουλή κυρία δίπλα ακούμπησε το χέρι μου. «Κουράγιο, αγόρι μου. Τι σου ήταν;»
«Πατέρας μου».

Η τοποθέτησή του στον ξένο ρόλο, άλλη μια εκδοχή της αποξένωσης, μια άρνηση (ή μια αδυναμία;) ένταξης στην καλά φυλαγμένη, την καθορισμένη γι’ αυτόν θέση στον κόσμο. Κι έπειτα η εξοικείωση με τους άγνωστους, το ηλικιωμένο ζευγάρι του επαρχιακού μίνι – μάρκετ. Κι εδώ, όμως, οι άλλοι του ανοίγονται, όχι ο ίδιος. Ο λόγος τους, η θαλπωρή της οικογένειας, καθυστερούν ακόμα λίγο την ώρα της επιστροφής. Είναι και η Λίμνη των Ευχών, αυτός ο τόπος της μνήμης, της ανάκλησης των νεκρών. Είναι εκεί που θέλει να πάει, σε μια προσωπική εκδοχή της κηδείας που χρωστάει στον πατέρα του.

Τίποτα δεν κουνιόταν, όμως ένα απαλό αεράκι πηγαινοερχόταν σαν παιχνίδι: εδώ θα σηκωθεί ένα φύλλο, εκεί θα σηκωθεί, πού τελικά θα σηκωθεί; Υπήρχαν πολλοί κορμοί δέντρων πεσμένοι. Όμως ήταν υγροί, φαίνονταν ζωντανοί απ’ το χρώμα τους· σίγουρα, αν τους έξυνα, θα έβγαζαν τον δικό τους χυμό. Κάθισα σ’ έναν, αφού έλεγξα τριγύρω. Κρατούσα σφικτά το λουλούδι. Η υγρασία με διαπερνούσε. Είχα παγώσει, όπως και ο πατέρας· μόνος του στο σπίτι.

Ο Αλμπέρ Καμύ, εισηγητής του παραλόγου στη λογοτεχνία, έχει αναλύσει στο έργο του (λογοτεχνικό, δοκιμιακό, θεατρικό) τη συνειδητή αυτή απομόνωση του ατόμου μέσα σ’ έναν κόσμο που του αρνείται την οποιαδήποτε λογική ερμηνεία. Ο άνθρωπος ρωτά, όμως εισπράττει από παντού σιωπή. Καμία ανθρώπινη δύναμη, ακόμα και αυτή η πανίσχυρη Απορία δεν εκμαιεύει ούτε μια λέξη από τη συμπαντική αλαλία. Και τότε ο άνθρωπος, μόνος και ξένος απέναντι σε  όλα, δίνει τις δικές του απαντήσεις χαράζοντας έτσι την προσωπική του τραγική πορεία. Η εναργής συνείδησή του τον προστατεύει από την κατάρρευση, νιώθοντας ότι περιγελά την εκκωφαντική σιγή  με τη δική του εκδοχή. Δηλώνει ότι κατανόησε το παιχνίδι του σύμπαντος, την παγίδα της μοναδικής αλήθειας, και επιλέγει τη σωτηρία μέσω της προσωπικής ερμηνείας. Ο Ξένος της Μαρίας Ρασσιά κινητοποιεί τη σκέψη του αναγνώστη προς αυτή την κατεύθυνση. Και ο τίτλος της νουβέλας ευφυώς μας παρασύρει. Ο Ξένος της δεν είναι μόνο η αποξενωμένη φιγούρα. Είναι πάνω απ’ όλα ο Ξενοφώντας:

«Ξένος;» με ρώτησε η γριά.
«Διπλά», είπα.
Η γριά γέλασε.
«Ξενοφώντας ή Ξενοκράτης;» με ρώτησε.
«Ξενοφώντας».

Μέσα από αυτό  το παιχνίδι των λέξεων ο Ξένος μπορεί να διεκδικήσει -με την άδεια τη λογοτεχνική- μια παρουσία συνειδητή. Επιστρέφοντας στο σπίτι θα τακτοποιήσει τα πάντα. Και θα αρχίσει να εννοεί τον κόσμο γύρω του με ζωντανές τις αισθήσεις του.
Ο «Ξένος» της Μαρίας Ρασσιά, ένα κείμενο ιδιαίτερης αξίας, και ως προς την ιδέα αλλά και ως προς την τεχνική, που θα μπορούσε και από μόνο του να μας συστηθεί εκδοτικά, ως παρουσία πλήρης νοήματος.

Διώνη Δημητριάδου