Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Κυτίο κρυφών ονείρων
του Γρηγόρη Σακαλή

εκδόσεις Ενδυμίων





[…]
και δεν γινόμαστε
ούτε καν αφήγημα
μέσα στη νεύρωση της ταχύτητας
που βασανίζει τους ζωντανούς


Μια πορεία προς το μηδέν αντιλαμβάνεται ο ποιητής, μέσα από την οποία δεν θα απομείνουν ούτε δυο λέξεις να θυμίζουν το πέρασμά μας. Και η συμπερίληψή του στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο προσδίδει στην ποίησή του την τραγικότητα της ενσυναίσθησης.

Δεν είναι πάντα στην προτίμηση του Γρηγόρη Σακαλή το εμείς του ποιητικού λόγου. Ακόμα κι αν δεχθούμε την εναλλαγή των προσώπων σαν ένα προκάλυμμα πίσω από το οποίο κρύβεται σχεδόν πάντα το ένα και μοναδικό πρόσωπο, πιο συχνά προτιμά να έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του -αλλά και αναπόφευκτα εκτεθειμένος- μέσα από ένα απροκάλυπτο εγώ. Προτιμώ αυτή την εκδοχή, γιατί χωρίς κανένα προσωπείο μένει ξεκάθαρο στην έκθεσή του το ποιητικό ζητούμενο. Και η αλήθεια είναι ότι οι στίχοι του Σακαλή επιχειρούν να μιλήσουν γι’ αυτήν την ποθητή ουσία, εσωτερική και προσωπική στην πρόθεσή της, ωστόσο συλλογική στην προέκτασή της. Έχει ενδιαφέρον αυτή η μετάλλαξη του ιδιωτικού σε κοινό, μέσα από τον προσωπικό λόγο που καταλήγει να μιλά για κοινά βιώματα. Ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός τρόπος για να προσεγγίσεις με βεβαιότητα την ποίηση  του άλλου. Λίγη σημασία έχει να αποδείξεις (με ποια επιχειρήματα άραγε;) τη βαθύτερη πρόθεση του ποιητή. Υποθέσεις μόνον μπορείς να αποπειραθείς για τα ίχνη προσωπικών τραυμάτων που ενσωματώνονται στους στίχους του. Ας το παραδεχθούμε. Τον εαυτό μας ανακαλύπτουμε, όταν διαβάζουμε την ξένη σκέψη. Και ίσως εκεί να εντοπίζεται η αξία του ποιητή. Να μπορεί να μιλήσει στον άγνωστο αναγνώστη του, που με την αθωότητα της προσέγγισης εισχωρεί σε ένα τοπίο προσωπικής ερμηνείας δικαιώνοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο του.

Ο Γρηγόρης Σακαλής χρησιμοποιεί ευθύβολο λόγο, ειλικρινή και απροσχημάτιστο. Ο στίχος του δεν περιπλέκει τα πράγματα περισσότερο από ό,τι η ίδια η ζωή που τον εμπνέει. Το παρακάτω ποίημα το τιτλοφορεί Μοίρα:

Ξύπνησα ένα πρωί ξαπλωμένος
στο πάτωμα
μέσα στα χαρτιά και τις μουτζούρες μου
ήταν χειμώνας και πάγωνα
άνθρωπο δεν είχα να μιλήσω
και τα ντουλάπια μου άδεια
αναρωτήθηκα αυτή είναι η μοίρα μου
νηστικός και μόνος
και είπα όχι
θ’ αλλάξω τη μοίρα μου
το κάνανε κι άλλοι
που ήτανε πιο δύσκολα από μένα
ας γράφω στο πάτωμα
ας κοιμάμαι με τα ρούχα
θ’ αρπάξω τη ζωή
και θα τη ζήσω.

Σ’ αυτούς τους στίχους, με μια ανάσα, χωρίς περιττά σημεία στίξης που θα σχολίαζαν τον λόγο επεμβαίνοντας ανάμεσα στον ποιητή και στον αναγνώστη, σαν να βιάζεται να μιλήσει και να ορίσει τη δική του πορεία, να πάρει τη μοίρα στα χέρια του και να χαράξει τη ζωή του. Βιάζεται, γιατί μπορεί να τον ξυπνήσει η ζωή από το ανθρώπινο όνειρο. Δεν του χρειάστηκαν πάνω από λίγες λέξεις για να δώσει όλη την εικόνα. Ο δοκιμασμένος αναγνώστης καταλαβαίνει και τοποθετώντας τον εαυτό του πλάι στον ποιητή -μέσα απολύτως στο ποίημα και όχι απέναντι για να το κρίνει σαν ξένο σώμα-  λέει πως συμφωνεί. Αυτό δεν είναι και λίγο για την ποίηση.

Στέκομαι σ’ ένα ποίημα που τολμά να προσδιορίσει την ευτυχία μιας αλλοτινής εποχής. Και μιλώ για τόλμη, γιατί αυτή μάλλον χρειάζεται για να περιγράψεις τα δεδομένα της ζωής σου κάποτε, όταν διαπιστώνεις πλέον την τραγικότητα της απουσίας τους. Περισσότερο με αγγίζει, γιατί μέσα στην απλή καθημερινότητα, που χτιζόταν με λιτά υλικά, βρίσκει χώρο και για το άπιαστο ονειρικό τοπίο, που ωστόσο τότε φάνταζε αναπόφευκτο:

Νοστάλγησα τις μέρες
που είχα ένα δωμάτιο
μ’ ένα κρεβάτι
δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι.
Ήμουν ευτυχής
χωρίς να το ξέρω.
Νοστάλγησα τον καιρό
που είχα ένα κορίτσι ζωηρό
σταμάταγε το χρόνο
μ’ ανάσταινε με τα φιλιά της
κορίτσι αιχμηρό.
Νοστάλγησα την εποχή
που δύο μπλου – τζην κρέμονταν στον τοίχο
πέντε βιβλία άνθιζαν στο ράφι
κι η επανάσταση φαίνονταν αναπόφευκτη.


Μαζεύοντας, λοιπόν, τα υλικά αυτής της ποίησης ανακαλύπτουμε τον στοχασμό που δεν χρησιμοποιεί βαριές εκφράσεις, εξεζητημένες, αλλά ξέρει να βρίσκει στόχο. Η μοναξιά, η νοσταλγία, η συνειδητοποίηση μιας ήττας (που περισσότερο σαν ήττα μιας γενιάς νοείται) αλλά και η διάθεση να συνεχίσει με τα λιγοστά μέσα που διαθέτει. Και βέβαια η ποίηση. Η ιαματική (έστω για λίγο) που έρχεται να δώσει τη συνέχεια του λόγου δίπλα σ’ αυτούς που προηγήθηκαν (Σαχτούρη, Καρούζο, Κατσαρό θα μνημονεύσει). Η δυνατή, η γνήσια ποιητική φωνή γνωρίζει τον δρόμο συνάντησης με όσους άξιους έχουν προπορευθεί. Η φυσική συνέχεια του ποιητικού λόγου. Και επιλέγοντας τους παραπάνω τρεις (ο καθένας για διαφορετικό λόγο σπουδαίος) ορίζει και τη δική του τοποθέτηση στα ποιητικά δρώμενα. Ο απλός στίχος περιεκτικός και σαφής, καταγγελτικός αλλά και μοναχικός (όπως αρμόζει) μακριά από ακαδημαϊκές διακρίσεις που έρχονται τάχα να καταξιώσουν αμφίβολης ποιότητας ποιητικές καταθέσεις. Μακριά από δημόσιες σχέσεις που μόνο κακό κάνουν στην αλήθεια της γραφής. Με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα απέναντι στον αναγνώστη/συνοδοιπόρο της ποίησης. Αυτή την εκδοχή της ποίησης θεωρώ ότι υπηρετεί ο Γρηγόρης Σακαλής. Και ο ποιητής που μέσα τους στίχους του άφησε μια χαραμάδα για να περάσει (έστω με κάποιο σκεπτικισμό) η επανάσταση, νομίζω δικαιούται να μιλά για ιδέες μεγάλες/οράματα ζωντανά/σχεδόν πραγματικά. Η ποίηση, άλλωστε, πάντοτε είναι οραματική. Ο Κατσαρός με την ευθύβολη καταγγελία στη φωνή του, ο Καρούζος με τις κρυφές του εκρήξεις/ρήξεις, αλλά και ο Σαχτούρης με τις πέραν της πραγματικότητας αληθινές οξύμωρες εικόνες του, αυτοί και άλλοι πολλοί αφήνουν ανοιχτό τον δρόμο για τους συνεχιστές. Για όσους, όπως εδώ ο ποιητής μας, νιώθουν κάποιες εκκρεμότητες μέσα τους επιτακτικές:

κάποιες εκκρεμότητες να κλείσω
να γράψω
ν’ αγαπήσω
να ζήσω


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Book tour http://www.booktourmagazine.com/news/kytio-kryfon-oneiron-toy-grigori-sakali-ekdoseis-endymion/)