Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Πλαταίνει ο θάνατος

(ένας ποιητικός διάλογος)

Θοδωρής Αργυρόπουλος 
Σοφία Σκουλίκα – Βέλλου





Σοφία:

Γελούσε με τη δική μου την πληγή
Ένα δαδί αναμμένο.
Χαιρότανε τον πόλεμο.
Μα δεν το καταλάβαινε.
Φοβερό ταξίδι του θανάτου
που πλήρωνα η μάνα εγώ...
Χωρίς κανένα σχόλιο
εκείνος μοναχά γελούσε
όταν  ψυχορραγούσε το παιδί.
Κι εγώ τον πόνο έκανα
ποίημα παρορμητικό,
θρήνο, κραυγή και κλάμα.
Με ένα αναπάντητο «γιατί;»
Πλαταίνει ο θάνατος κάποιος θα πει..

Θοδωρής:

«πλαταίνει ο θάνατος»…
απλώνει…
παίρνει τα μέτρα της οργής… του θυμού
που δε μπορούν να πετρώσουν τα χαλάσματα
τούτες οι πεσμένες πέτρες σφαδάζουν
προμηνύοντας γδικιωμό…

Σοφία:

Νεκρά στα μάτια δάκρυα.
Κοκάλωσαν τα όνειρα
σε παρωδία ανδρείας.
Πρεμιέρα του θανάτου
με ένα αναπάντητο «γιατί;»
Πλαταίνει ο θάνατος κάποιος θα πει...

Θοδωρής:

Απλώνει ο Θάνατος
αλαλάζει…
Ολόμαυρος…
μαύρες μαντήλες μαύρα δάκρυα μαύρος Ουρανός…
τις νύχτες που αλυχτά το φονικό
τις νύχτες που γαβριά το φονικό
κι είναι αίμα ο αέρας κι είναι φρίκη και κλάματα
την ώρα που το αυτί μαντεύει
κρατώντας την αναπνοή
την οβίδα που έρχεται
κι ύστερα σε μια στιγμή όλα σκορπάνε…
τοίχοι, κρεβάτια, στρώματα
κορμιά ψηλά στη σκόνη κι οδυρμοί
Είναι η στιγμή που ορφανεύει από στόμα το βυζί
κι από βυζί το στόμα
Είναι η στιγμή που η απόγνωση
κυριεύει τις ψυχές
καημένη μάννα
ο πόνος σου οργή
ο πόνος σου ποτάμι
σκόρπια πόδια και επιπλέουν
τα χέρια σου στον Ουρανό
τα χέρια σου στο χώμα
πως να χωρέσουν τ’ άδικο...

Αθήνα 3/8/2014
Σοφία Σκουλίκα – Βέλλου, Θοδωρής Αργυρόπουλος


(φωτογραφία: ένα κορίτσι παρηγορεί την κούκλα του στο βομβαρδισμένο Λονδίνο 1940)