Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017



του

Θοδωρή Αργυρόπουλου 











«πλαταίνει ο θάνατος»…
απλώνει…
παίρνει τα μέτρα της οργής… του θυμού
που δε μπορούν να πετρώσουν τα χαλάσματα
τούτες οι πεσμένες πέτρες σφαδάζουν
προμηνύοντας γδικιωμό…


Απλώνει ο Θάνατος
αλαλάζει…
Ολόμαυρος…
μαύρες μαντήλες μαύρα δάκρυα μαύρος Ουρανός…
τις νύχτες που αλυχτά το φονικό
τις νύχτες που γαβριά το φονικό
κι είναι αίμα ο αέρας κι είναι φρίκη και κλάματα
την ώρα που το αυτί μαντεύει
κρατώντας την αναπνοή
την οβίδα που έρχεται
κι ύστερα σε μια στιγμή όλα σκορπάνε…
τοίχοι, κρεβάτια, στρώματα
κορμιά ψηλά στη σκόνη κι οδυρμοί
Είναι η στιγμή που ορφανεύει από στόμα το βυζί
κι από βυζί το στόμα
Είναι η στιγμή που η απόγνωση
κυριεύει τις ψυχές
καημένη μάννα
ο πόνος σου οργή
ο πόνος σου ποτάμι
σκόρπια πόδια και επιπλέουν
τα χέρια σου στον Ουρανό
τα χέρια σου στο χώμα
πως να χωρέσουν τ’ άδικο...

Αθήνα 3/8/2014
Θοδωρής Αργυρόπουλος


(φωτογραφία: ένα κορίτσι παρηγορεί την κούκλα του στο βομβαρδισμένο Λονδίνο 1940)