Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Stay tonight” 
του Δημήτρη Φαρή

από τις μικρές εκδόσεις




Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται σκυθρωποί μέσα στις πόλεις και κάνουν κάθε μέρα τα ίδια απαράλλαχτα πράγματα που έκαναν και την προηγούμενη μέρα και αυτό, λένε, τους δίνει ασφάλεια. Κάποια στιγμή ένας, ή και δύο, σηκώνουν το κεφάλι ψηλά, κοιτάζουν τον ουρανό και σκέφτονται: «Ως πότε θα ζω τη ζωή που ζω; Πότε ήταν η τελευταία φορά που ερωτεύτηκα; Ποιο ήταν το πιο όμορφο όνειρό μου;» Και από εκείνη τη στιγμή κοιτάζουν τη ζωή με αχόρταγα μάτια και ζητούν να ζήσουν τα πάντα.

    Θα λέγαμε πως από εκείνο το σημείο ξεκινούν τα όνειρα, με την ελάχιστη ελπίδα μιας νέας πρότασης για ζωή, ή ίσως πως εκεί έχει την αφετηρία της η ανανεωμένη εκδοχή της απόγνωσης. Γιατί τώρα ξέρεις ότι κάθε βήμα που σε πηγαίνει  μπροστά, ταυτόχρονα ελαχιστοποιεί την παρουσία σου στη ζωή που μέχρι τη στιγμή εκείνη διαμόρφωνε το πλαίσιο της καθημερινότητάς σου. Ποιος είναι αυτός που αντέχει να το πάει το παιχνίδι ως το τέρμα;
   
  Το θέμα της νουβέλας του Δημήτρη Φαρή παίζει με τους όρους αυτού του παιχνιδιού. Από το ξάφνιασμα μπροστά σε ένα δρόμο από καιρό ξεχασμένο, τα αμήχανα βήματα που θυμίζουν τα πρώτα ερωτικά ξεσπάσματα, την ανίχνευση του άλλου προσώπου με την αρματωσιά της τάχα σοφής ηλικίας. Πόσο άπειρη όμως αποδεικνύεται αυτή παρά τη συσσώρευση εμπειριών, πόσο ατελής και αναποτελεσματική, σαν βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με το πολιορκημένο είναι σου για μια ακόμη φορά. Δεν ξεφεύγεις από την παγίδα που σου στήνει ο ίδιος ο εαυτός σου. Ο άλλος απέναντί σου, όσο κι αν θέλεις να πιστεύεις το αντίθετο, βρίσκεται πάντοτε σε μια παράλληλη πορεία με σένα. Στιγμές στιγμές το παράλληλο καταργείται και στο σημείο τομής πατάει η ελπίδα. Αρκεί άραγε αυτή η ελπίδα για να κατασκευάσει από την αρχή, από τα θεμέλια, τη νέα πραγματικότητα; Το έδαφος, σαθρό, υπονομεύει τις κινήσεις σου, μια που όλα τα σταθερά στηρίγματα έχουν σηκώσει πάνω τους ολόκληρο το οικοδόμημα μιας ασφαλούς ζωής, με συνήθειες, ρουτίνα, υποχρεώσεις και ευθύνες. Εσύ, λοιπόν, θα πρέπει να στηρίξεις όλα τα καινούργια σου στην κινούμενη άμμο.

Οι άνθρωποι παίρνουν αυτό που θέλουν από τους άλλους ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν. Έτσι και εγώ δεν μπορώ να την υποχρεώσω να με θέλει, επειδή απλά και μόνο έτυχε να τη θέλω εγώ.

   Διαβάζοντας την ιστορία νιώθεις να μπαίνεις σε ναρκοπέδιο. Η ταύτισή σου με τον Dave, τον ήρωα που σε μέση ηλικία έκπληκτος ωθείται  σε αναθεώρηση όλων των δεδομένων του, είναι μάλλον αναπόφευκτη, τουλάχιστον αν τα ηλικιακά σου στοιχεία βρίσκονται κοντά στα δικά του. Αλλά και οι νεότεροι δεν θα ξεφύγουν από την εξοικείωση μαζί του, μια που όλοι λίγο πολύ ψυχανεμίζονται πως οι σταθερές  της ζωής μάλλον ασταθείς αποδεικνύονται και ανηλεείς κάθε που θα διασταυρωθείς με το προκλητικό καινούργιο. Άλλωστε, η εικόνα του Dave σκιαγραφείται νεανική, κι ας μη είναι. Ένας ροκ σταρ, ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία – γερόλυκος, πάντοτε έχει το εκτόπισμά του και γίνεται έτσι γοητευτική φιγούρα και για τους νεότερους. Είναι στη μέση η μουσική. Παντοδύναμη.


   
Η γραφή του Δημήτρη Φαρή κάνει το θαύμα της και δίνει το απαραίτητο μουσικό στίγμα πίσω από τις λέξεις. Διαβάζεις και ακούς τη μουσική που βγαίνει από την κάθε κίνηση, την εικόνα, το τοπίο, τη σκέψη των προσώπων, αλλά και τα ίδια τα ηχεία που μεγεθύνουν και διασκορπίζουν τον ήχο, είτε η μουσική παίζει σε ένα κλειστό δωμάτιο είτε σε μια συναυλία, ή ακόμη και στη σκέψη του ήρωα.

Όλα ξεκίνησαν εκεί, μέσα στο χιονισμένο τοπίο, όταν το εκχιονιστικό με άφησε στη μέση του πουθενά. Προχωρούσα μέσα στο χιόνι λαχανιασμένος. Ο ήχος από τα βήματά μου μού έφερε στον νου το des pas sur la neige, ένα πρελούδιο του Debussy που προσπαθεί να περιγράψει αυτό το ηχητικό τοπίο. Στο τέλος η οδηγία του συνθέτη είναι morrendo, δηλαδή πεθαίνοντας.

  Μια μουσική ιστορία; Οπωσδήποτε ναι. Αλλά όχι μόνο αυτό. Είναι και μια φωτογραφική ιστορία, έτσι όπως οι σελίδες γεμίζουν από το φλας της μηχανής που απαθανατίζει τα ασύλληπτης εφευρετικότητας σκηνικά που στήνει η Christine, η άλλη όψη της ζωής, το αντίπαλον δέος στη μέχρι τότε ήρεμη και μετρημένη ζωή του Dave.

Δυο λουστρίνια και μια μάσκα πεταμένα στο μωσαϊκό.
Το απίθανο πρόσωπό της πίσω από ένα κλαρί με αγκάθια.
Παλιά εικόνα μιας καθολικής Παναγίας σπασμένη στο πάτωμα.
Κρύβει το πρόσωπό της πίσω από μια λευκή αμφίεση φτιαγμένη από χαρτί.

  Ο ήρωας πολιορκείται, ακουμπά τα όπλα του και παραδίνεται. Μια τέτοια σχέση δεν αντιμετωπίζεται με όλη σου την πανοπλία. Πρέπει να απεκδυθεί τις ασφαλιστικές του δικλείδες, να σταθεί απέναντι στην πρόκληση/πρόσκληση με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα. Ίσως έτσι να έχει και την ελάχιστη ελπίδα να διασωθεί.

[…]δεν είναι απλό να σου επιτρέπει ένας άνθρωπος να τον αγγίξεις. Πρέπει να περάσεις φράκτες από ακάνθινα λουλούδια, χαμηλά εμπόδια, σιδερένια κιγκλιδώματα, ψηλά τείχη με πολεμίστρες και στο τέλος, όταν φτάσεις στο κάστρο του άλλου, να βουτήξεις στην προσωπική σου τάφρο, να βραχείς, να λερωθείς, να φοβηθείς, να πονέσεις πριν χαρείς, να αντιμετωπίσεις τους δικούς σου δράκους και τα θεριά που έστηνες εμπρός σου τόσο καιρό για να γλιτώσεις την έκθεση, και στο τέλος να βγεις γυμνός και απροστάτευτος μέσα στο κρύο, να αντιμετωπίσεις τα νέα συναισθήματα που γεννιούνται και σου ταρακουνούν συθέμελα το κάστρο που κάποτε ονόμαζες «ασφάλεια». Μετά από μια τέτοια στιγμή δεν υπάρχει ασφάλεια. Ένας καινούργιος κόσμος γεννιέται με τους κανόνες του και τα όνειρά του και εσύ πρέπει να ξαναχτίσεις όλα αυτά που πίστευες, σαν να ήσουν πεντάχρονο παιδί που πρέπει να μάθει τον κόσμο από την αρχή.

   Και πάλι, όμως, ο αστάθμητος παράγοντας, η άλλη παρουσία, πάντα θα του διαφεύγει. Ο άλλος δεν είναι ελέγξιμος. Στις αποσκευές του έχει τις δικές του ανασφάλειες, τις δικές του αμφιβολίες. Σύγκρουση; Αυτή την ιστορία, καθώς προχωράει, δεν μπορείς να την συλλάβεις ακριβώς. Ερωτική; Θα ήταν άδικος ο περιορισμός αυτός, όσο κι αν ο έρωτας συχνά αναδεικνύεται απεριόριστος στις εκδοχές του, ασύλληπτος στις εμπνεύσεις του και τραγικά απρόβλεπτος στις κινήσεις του. Δεν είναι όμως μόνο ερωτική η ιστορία αυτή. Φιλοδοξεί να είναι και ένα σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες βεβαιότητες, έτσι όπως ξεθωριάζουν με τον χρόνο και αμφισβητούν τις θεμελιακές τους αξίες. Τα παλιά κατακτημένα μέσα στον χρόνο, τα δοκιμασμένα που προσφέρονται σαν ασφαλές έδαφος και αποθαρρύνουν τις παρεκκλίσεις από την πεπατημένη οδό, αυτή η ματιά προς τις πίσω σελίδες σε συνοδεύει στο διάβασμα του βιβλίου και σε κάνει να αναρωτιέσαι: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει το τόλμημα;
   Ο Dave το επιχειρεί, το παλεύει μέσα του, οριοθετεί ευθύνες και υποχρεώσεις, εκλογικεύει τα ανερμήνευτα, τι άλλο να κάνει περισσότερο; Έχει φτάσει σ’ εκείνο το σημείο που ο Jean Paul Sartre τοποθετεί τα όρια του ελεύθερου ανθρώπου, άρα και απολύτως υπεύθυνου.

Όταν είσαι ελεύθερος να καθορίσεις τη μοίρα σου, νιώθεις αυτόματα υπεύθυνος για οποιαδήποτε απόφαση πάρεις. Δεν μπορείς να δικαιολογηθείς στους άλλους – πολύ περισσότερο στον εαυτό σου – και να ισχυριστείς ότι αποφάσισες υπό πίεση ή χωρίς να έχεις όλα τα δεδομένα. Τα δεδομένα διαμορφώνονται από την επιθυμία σου και πάνω από όλα από την ελευθερία σου. Κάθε απόφαση που θα πάρεις τις στιγμές που είσαι ελεύθερος γίνεται αμέσως Μοίρα. Και από εκείνη τη στιγμή σε καθορίζει.

   Απρόβλεπτη «σύμμαχος», μέσα στην τραγικότητα της θέσης της, θα είναι μέχρι και η Marta, η γυναίκα του. Όχι όμως, όπως είναι φυσικό, και η Lisa και η Mary, τα δυο του κορίτσια, τα οποία χωρίς να γνωρίζουν τίποτα από την απειλή πάνω στην ευθυγραμμισμένη ζωή τους, και μόνον με την παρουσία τους υπονομεύουν τις αποφάσεις του πατέρα τους.

Και εγώ αυτή τη στιγμή τι είμαι; Είμαι πάλι νομάδας, πρόσφυγας, αποκομμένος από την ίδια τη ζωή που έχτιζα χρόνια, απροστάτευτος και ανασφαλής, αντιμέτωπος με μια νέα κατάσταση, άγνωστη, απροσδιόριστη, άγρια, όμορφη και συναρπαστική. Νιώθω σαν να μην έχω καμία άμυνα. Κανένας τοίχος δεν με προστατεύει, κανένα ρούχο δεν κρύβει τη γύμνια μου, κανένα δίκαιο επιχείρημα δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά μου. Το μόνο μου φως σε αυτή την πορεία είναι η ομορφιά που ξεπηδάει από μέσα μου κάθε φορά που βλέπω αυτό το πρόσωπο, κάθε φορά που μου χαμογελάει, κάθε φορά που ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από μένα. Έχω άραγε κάποια δικαιολογία, ή όλα αυτά που κάνω είναι απόρροια μιας ιδιοτελούς και εγωιστικής συμπεριφοράς; Έχω άραγε το δικαίωμα να ξεφύγω από τις επιλογές μου και τις συμβάσεις μου, ή ο εαυτός μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτές; Και, αν εγώ είμαι τώρα εδώ επειδή με χρειάζεται η Christine, πώς θα μπορώ να είμαι δίπλα στη Lisa, αν με χρειαστεί ταυτόχρονα και αυτή; Θα πρέπει σύντομα να βρω απάντηση στο πρόβλημα αυτό, ή να μάθω να ζω με αντιφάσεις και προσχήματα.                                                          

   Ο τίτλος της ιστορίας, Stay tonight, άλλοτε ακούγεται σαν μια πρόκληση απέναντι στην οποία ο Dave νιώθει αδύναμος να αντισταθεί και άλλοτε υπογραμμίζει αυτό ακριβώς που φοβάται. Αν είναι γι’ απόψε, μπορεί να είναι μόνο γι’ απόψε. Και μετά τι;

Αναρωτήθηκα τι θα συνέβαινε αν έχανα το δρομολόγιο του Alain. Όταν είχα απομακρυνθεί πια περίπου εκατό μέτρα από το σπίτι, άκουσα κάτι σαν τρέξιμο και μια λαχανιασμένη ανάσα. Ήταν η Christine, που με είχε ακολουθήσει σαν να είχα ξεχάσει κάτι. Μόλις με έφτασε, κοίταξε κάτω, πήρε μια ανάσα, με κοίταξε στα μάτια, μου έπιασε το κεφάλι και με κατακόκκινα μάγουλα μου είπε:
- Μείνε για απόψε!

Ο τρόπος που τελειώνει το βιβλίο αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, όπως άλλωστε συμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις, πολύ περισσότερο αν αυτές χαρακτηρίζονται από εσωτερικές συγκρούσεις.
   
   Την ιστορία την παρακολουθούμε μέσα από την αφήγηση του συγγραφέα, που μοιάζει να κρύπτεται ευφυώς με την τριτοπρόσωπη εκδοχή του λόγου και να παρατηρεί τον ήρωά του, έτσι όπως αυτός ανιχνεύει τα όρια της αντοχής του. Παρεμβάλλοντας, όμως, την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο διευκολύνει την εμβάθυνση στον ψυχικό κόσμο του ήρωα (κάτι που η μηδενική εστίαση ενός παντογνώστη αφηγητή δεν επιτρέπει), μια που πάντοτε η εξομολόγηση προς εαυτόν (εδώ με τη μορφή ημερολογίου) φωτοσκιάζει καλύτερα τις διακυμάνσεις των ψυχικών καταστάσεων. Μας δίνει μ’ αυτόν τον τρόπο μια νουβέλα που πληροί όλες τις προδιαγραφές: τον ευσύνοπτο λόγο, την άντληση του θέματος από τη σύγχρονη πραγματικότητα και φυσικά την ψυχογράφηση του ήρωα.
   
Αυτό το βιβλίο συγκινεί με την ιστορία που αφηγείται, ταυτόχρονα προκαλεί με την αίσθηση της αληθινής ζωής που υπαινίσσεται. Παρακινεί ίσως σε μια επανεξέταση κάθε σταθερής βεβαιότητας υπογραμμίζοντας το ασταθές και αβέβαιον που αυτή εγγενώς εμπεριέχει. Και όλα αυτά τη στιγμή που μπορείς απλώς να αφεθείς και να το ακούσεις να παίζει τον μουσικό του ήχο σε διαφορετικές εκδοχές. Η εικόνα-φωτογραφία, η μουσική και ο λόγος εδώ σε μια άρρηκτη σχέση, να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοκαλύπτονται δημιουργώντας το πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
  
Η συστάδα από σημύδες στο εξώφυλλο, έργο του Leonardo da Vinci, θα μπορούσε να είναι το σκηνικό μιας τέτοιας ιστορίας. Όχι μόνον γιατί παραπέμπει στα βόρεια κλίματα, εκεί που διαδραματίζεται (Καναδάς) η πλοκή στο πιο ουσιαστικό της μέρος, αλλά και γιατί έτσι όπως η ανάγκη αυτού του δέντρου για φως είναι πολύ μεγαλύτερη από άλλα δέντρα του είδους, μας υπενθυμίζει συμβολικά την ανάγκη για φως και αληθινή ζωή που διακατέχει τον άνθρωπο εκείνον που θα νιώσει έτοιμος για το μεγάλο άλμα. Παράλληλα πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό, που προσδίδει ακόμη κάτι σ’ αυτή την καλαίσθητη έκδοση των «μικρών εκδόσεων».


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο Fractal http://fractalart.gr/stay-tonight/)