Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

«Μαύρο εκλεκτό»

(διηγήματα)

του Γιάννη Ευσταθιάδη


από τις εκδόσεις Μελάνι





Έρωτας, μοναξιά, χρόνος και θάνατος. Κοινό τους σημείο η απώλεια, έτσι όπως αναδύεται άλλοτε αυτονόητα και άλλοτε πάλι μετά από συνειδητή πορεία αυτογνωσίας. Και αν έπρεπε να χρωματίσουμε τις λέξεις αυτές με όλη την πείρα που αποκομίζουμε βιώνοντας αυτήν την απώλεια που φέρουν μέσα τους, το χρώμα που θα προέκυπτε στον πίνακα θα ήταν οπωσδήποτε μαύρο. Αυτό το απόλυτο μαύρο που περικλείει στο σώμα του όλα τα άλλα φωτεινά και σκιερά. Τα ενσωματώνει, τα καταργεί, τα μεταλλάσσει. Τελικά τα αναδεικνύει πίσω από το μαύρο φόντο του. γιατί το μαύρο δεν μπορεί παρά να είναι εκλεκτό.
Γύρω από αυτές τις λέξεις και με αυτή τη διάθεση χρωματισμού φτιάχνει ο Γιάννης Ευσταθιάδης τις δεκατέσσερις ιστορίες του στο πρόσφατο βιβλίο του. Και ανατέμνει τις ανθρώπινες σχέσεις με εκείνο το μικροσκοπικό, σχεδόν αόρατο μαχαίρι που μόνο αληθινοί λογοτέχνες κατέχουν τον χειρισμό του, ανοίγοντας τομές από όπου μπορείς να δεις  το βάθος τους.
Μια καθημερινότητα με τη βαρετή ρουτίνα της, που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς στην ευχή μπορεί να αποτελεί θέμα διηγήματος, σε οδηγεί να κατανοήσεις:

«το πένθος, τη διάσταση της ερωτικής αναπηρίας» (Η οδοντόβουρτσα)

Ένα διήγημα φτιάχνεται όχι κλασικά γύρω από ένα γεγονός αλλά πάνω στο ελάχιστο μιας στιγμής, στον χρόνο που αναλογεί στη λειτουργία της αφής. Υπάρχει άραγε ισχυρός δείκτης προστασίας για το ερωτικό άγγιγμα;

«Έγνεψε με το κεφάλι πως ‘όχι’. Κοκκίνισε ολόκληρος και έφυγε τρέχοντας. Άκουσε πίσω του πάλι το γέλιο της γυναίκας, αυτή τη φορά καθαρό, χωρίς κανένας παφλασμός να αναμειγνύεται στη σχεδόν ερωτική του συχνότητα» (Δείκτης προστασίας)

Πότε, λένε, περνάει η ζωή από μπροστά σου σαν κινηματογραφική ταινία; Και ποιες σκηνές το υποσυνείδητό σου, εκεί στο κατώφλι του επικείμενου θανάτου, επιλέγει να προβάλει σαν τελευταίο σκηνικό ζωής; Το μαύρο κουτί είναι διαφορετικό για τον καθένα και συχνά μάλλον θα αντιστοιχεί σε καλά φυλαγμένους φόβους που πια δεν έχουν νόημα να κρύβονται:

«Φλόγα ξανά. Φωτιά. Μυρωδιά βενζίνης. ‘Τι έκανες; Θα μας κάψεις όλους! Δεν σου ’πα να μην παίζεις με αναπτήρες;’» (Μαύρο κουτί)

Η ακοή είναι ικανή να πλάσει εικόνες. Τι την καθοδηγεί; Η επιθυμία, το υποσυνείδητο που επιμένει απέναντι στην τόσο ανίσχυρη συνείδηση των καταστάσεων;

«Απορροφά με τεντωμένα τα αφτιά του τον τριζάτο ήχο που κάνουν τα δάχτυλα πάνω στο νάιλον και μετά αισθάνεται τον συριστικό σχεδόν ήχο κατά μήκος του ποδιού» 

Και η εξαπάτηση, τόσο αιφνιδιαστικά απρόσμενη, θα αφήσει γύρω

«μια ταριχευμένη από βλέμματα σιωπή» (Ο βελονισμός)

Στο μικρό και αριστουργηματικό Επ’ αμοιβή θα παιχτεί ένα ευφυές παιχνίδι ανάμεσα στη ζωή και στη μυθοπλασία, που τόσο κοντά είναι στο άλλο παιχνίδι της ζωής με τον θάνατο. Και πάνω απ’ όλα μια παρανόηση. Μπερδεύεται ο συμβολισμός με τον νατουραλισμό; Στη λογοτεχνία ποτέ! Η ζωή, όμως, σκαρώνει παγίδες και μπερδέματα:

«‘Αχ, φίλε μου’ ψιθύρισα, ‘λάθος σε πληροφόρησαν. Εγώ ήμουν ανέκαθεν νατουραλιστής’» (Επ’ αμοιβή)





Τον όρο διακειμενικότητα τον γνωρίζουμε. Πολύ συχνά συναντάμε στην πεζογραφία τις προσμείξεις από άλλους λογοτέχνες, τις συνομιλίες που εμπλουτίζουν τον κόσμο των ιστοριών. Πώς να ονομάσουμε, όμως, τη συνομιλία της λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο; Στο ευρηματικό Σιωπηλός μάρτυς διαβάζεις και οι σκηνές έρχονται κατευθείαν από το χιτσκοκικό περιβάλλον:

«Μπαίνω σήμερα στην όγδοη εβδομάδα ακινησίας. Σε λίγες μέρες, όπως μου λένε, θα βγάλουν τον γύψο.
Έχω απορροφηθεί από την πολυθρόνα, έχω γίνει προέκτασή της, δεν είμαι πια ένας άνθρωπος που κάθεται, αλλά ένα σώμα που φυτρώνει σαν φυλλωσιά στα ξύλινα πόδια της» (Σιωπηλός μάρτυς)

Ο συγγραφέας στο τέλος παραθέτει τις σημειώσεις του γι’ αυτόν που διαβάζοντας δεν έκανε τις αυτόματες συνδέσεις.

Το σουρεαλιστικό τοπίο εισβάλλει απρόσμενα σε αρκετά σημεία των αφηγήσεων (Μαύρο φόρεμα, Η τρίλια του διαβόλου, Ο παλιός ήλιος), μάλλον σε αγαστή συνεργασία με το απολύτως ρεαλιστικό σκηνικό. Πατά στο τώρα και στο βέβαιο, για να απογειωθεί στο πάντοτε και στο αμφίβολο. Ίσως μια υπόμνηση προς τον αναγνώστη ή μια εσωτερική ανάγκη επιβεβαίωσης μιας προσωπικής αλήθειας. Αυτό που βλέπουμε και κατανοούμε ως υπαρκτό και αναμφισβήτητο μήπως εμπεριέχει την αναίρεσή του;

Ιστορίες με επεξεργασμένη μνήμη,

«Ήθελα ο ήρωάς μου να θυμάται, αλλά να μη νοσταλγεί. Αγαπώ τη μνήμη, αλλά μισώ τη νοσταλγία (γι’ αυτό λατρεύω την ώχρα και απεχθάνομαι το μοβ)» (Η προσωπογραφία)

με υπόρρητα σχόλια,

«μόνο σκοτάδι από το πιο εκλεκτό μαύρο χρώμα καραδοκεί και παγερή σιωπή» (Μαύρο εκλεκτό)

που ανιχνεύονται από τον αναγνώστη, συνοδευτικά της γοητείας που ασκεί η ταλαντούχα πένα του Ευσταθιάδη. Ιστορίες που σε ξαφνιάζουν με τη χρήση της γλώσσας και με την πλοκή. Ιστορίες που συχνά δεν έχουν θέμα, είναι οι ίδιες το θέμα.
Το μαύρο εκλεκτό χρώμα με το οποίο ντύθηκαν οι ιστορίες του βιβλίου έδωσε, εκτός από το απαραίτητο σκοτεινό πλαίσιο για να κινηθούν οι ήρωες, και το πολύ ξεχωριστό στυλ, κάτι που δεν συναντάμε συχνά στους διηγηματογράφους. Ο συγγραφέας όμως εν προκειμένω έχει άποψη για την παρουσίαση των κειμένων του, και μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσα.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο Cantus firmus http://cantfus.blogspot.gr/2016/06/blog-post_42.html)