Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

«Τίποτα δεν χαρίζεται»

της Μάρως Δούκα

από τις εκδόσεις Πατάκη



    

    Οι μνήμες, τα αναγνώσματα, το φιλτράρισμα των εικόνων, η συσσώρευση εμπειριών, τα πρόσωπα και οι γραφές τους. Όλα έχουν βρει τη θέση τους στη σκέψη της Μάρως Δούκα, και έτσι αναδύονται μέσα από ελάχιστες αφορμές και τακτοποιούνται στο νέο της βιβλίο. Με τη σειρά τους, χρονολογική ή ενίοτε συνειρμική, δένουν με τα δικά της γραμμένα και αποκαλύπτουν τις εσωτερικές συνδέσεις τους. Γιατί, για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο, «τίποτα δεν χαρίζεται» παρά μόνο κατακτιέται, με κόπο, με υπομονή, με το ζωντανό πνεύμα που ακούει, βλέπει και αποτυπώνει όλα τα πολύτιμα από τους άλλους. Αποθηκεύει τις στιγμές που έζησε μαζί τους και κάποτε νιώθει πως είναι η ώρα να κάνει μνεία όλων αυτών. Στην πραγματικότητα μας αφήνει να εισχωρήσουμε (για μια ακόμη φορά) στο εργαστήρι του συγγραφέα, να δούμε τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις, να μοιραστούμε κάποιες από τις μνήμες εικόνων και λόγων, που καθόρισαν τη δική της γραφή.

Προσωπικά, με ελκύει αυτή η πλευρά της πολυγραφότατης Μάρως Δούκα. Από την «Αρχαία σκουριά» και την «Πλωτή πόλη» (που εμπεριέχουν γερή δόση πραγματικής ζωής παρά το λογοτεχνικό τους κάλυμμα) ως τον «Πεζογράφο και το πιθάρι του» και τα «Μαύρα λουστρίνια» και αυτό το πρόσφατο. Τα κείμενα  στα οποία (αφήνοντας την απόλυτη μυθοπλασία) μας ανοίγει την πόρτα για τη σκέψη της και τις εμπειρίες της. Πιστεύω πως σ’ αυτά της τα κείμενα η Δούκα είναι μαγική. Μια αφηγήτρια ολοζώντανη, γλαφυρή, αληθινή, χαρισματική, κι ας υποστηρίζει η ίδια ότι δεν έχει «εύκολο τον λόγο».



Όλα τα κείμενα του βιβλίου έχουν γραφεί με αγάπη και συγκίνηση. Μια συγκίνηση που πηγάζει άλλοτε από την προσωπική φιλία με τα πρόσωπα, άλλοτε από την ξαφνική φυγή και την απώλεια και σχεδόν πάντοτε από τη σχέση του αποδέκτη του έργου των άλλων. Γράφει, λοιπόν, η σπουδαία πεζογράφος, γράφει όμως για τους άλλους. Σαν να στέκεται πίσω από τους δημιουργούς και να παρατηρεί το έργο τους αποκομίζοντας πολύτιμες εικόνες που μοιράζεται μαζί μας. Σκέφτομαι, ωστόσο, ότι γράφει πιο πολύ για την ίδια, για να καταγράψει και να βάλει στη σειρά τις προσωπικές της αφιερώσεις σ’ αυτά τα σημαντικά πρόσωπα, με την ενδόμυχη αγωνία μήπως ξεχάσει κάτι ή κάποιον, μη και δεν αξιολογήσει όπως πρέπει τη θέση τους στη ζωή της.
Φυλλομετρώ το βιβλίο της, διαβασμένο πια, και βλέπω πόσες σημειώσεις έχω κρατήσει δίπλα από τα δικά της λόγια, πόσα πράγματα νιώθω ότι θέλω να διατηρήσω στη δική μου μνήμη, πόσες φορές έχω γράψει στο περιθώριο κάποιο δικό μου συνειρμό. Νομίζω πως αυτό είναι μια απόδειξη για την αξία ενός βιβλίου. Ο αναγνώστης και η αυθόρμητη συμμετοχή του, η οικειοποίηση των λέξεων, η οικειότητα με το κείμενο που διαβάζει.

Τα 19 κείμενα του βιβλίου διαβάζονται φυσικά και αυτόνομα, ωστόσο η σειρά τους δεν είναι τυχαία, καθώς το ένα μοιάζει να προετοιμάζει το άλλο, γιατί δεν παραθέτει απλώς ομιλίες και άρθρα και άλλες δημοσιεύσεις, αλλά παρεμβάλλει τωρινά σχόλια σχετικά με τον χρόνο και την αφορμή που γράφτηκαν. Αν ακολουθήσει ο αναγνώστης τη σειρά αυτή, ίσως νιώσει ότι διαβάζει ένα πολύ ενδιαφέρον αφήγημα, ενιαίο στη μορφή, στο οποίο τα παλαιότερα καταγεγραμμένα δεν υπάρχουν αυθύπαρκτα αλλά δένουν απολύτως με τη ζωή και τη σκέψη της συγγραφέως. Σαν να διαβάζει ένα κομμάτι της ζωής της. Έτσι, για παράδειγμα, δεν ακούει μόνο μια ομιλία της για τον Κώστα Ταχτσή, με αφορμή τα δέκα χρόνια από τον θάνατό του, αλλά ανιχνεύει την παρουσία του στη ζωή της και τον τρόπο που αυτός επηρέασε το δικό της έργο. Ή αλλού, δεν διαβάζει μόνο το άρθρο της για τον Διονύσιο Σολωμό, αλλά ανακαλύπτει πώς ένας ποιητής που αναγορεύθηκε σε εθνικό, μπορεί να είναι μια πιο προσωπική κατάκτηση για την ίδια.
Πολλά πρόσωπα συναντάμε στις σελίδες αυτού του ιδιότυπου «ημερολογίου». Πρόσωπα που διασταύρωσαν την πορεία τους μαζί της, όπως για παράδειγμα ο Γιάννης Κοντός ή ο Γιάννης Τσαρούχης. Πρόσωπα που θαύμασε κι ας μην συναντήθηκε ποτέ μαζί της, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις. Κάθε τόσο και μια αναφορά στα ξεχωριστά πρόσωπα, από τον Σολωμό στον Αναγνωστάκη, από τον Τσαρούχη στον Βασιλικό, από τον Τσίρκα στον Λειβαδίτη, τον Ρίτσο, τον Κοτζιά, τον Φραγκιά. Τόσοι και τόσοι, αλλά και τα παιδιά στα οποία κάποτε μίλησε για τη λογοτεχνία που θα έπρεπε να ανακαλύψουν στη ζωή τους για να μπορούν να πορευθούν πιο ομαλά και πιο ουσιαστικά.



Ανακαλύπτουμε, όμως, και την ίδια ως πεζογράφο, έτσι όπως σχολιάζει τον τρόπο που σκέφτεται τον τρόπο που στήνει τις ιστορίες της, τον τρόπο που συνθέτει την πεζογραφία της.



[…]
Ξεκινώντας το ’75 να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα, δεν ήξερα τι σημαίνει μόχθος. Έπρεπε γράφοντας και σβήνοντας, αργά  και με κόπο, να αρχίσω να συναισθάνομαι πόσο «θνητός» και ταπεινός οφείλει να είναι ο μυθιστοριογράφος. Κι άρχισα να καταλαβαίνω τη χειρωναξία και την προσευχή.
Εσύ λοιπόν, έγραφα πριν από χρόνια, απευθυνόμενη στον εαυτό μου αλλά και σε όλους εκείνους που θα είχαν την υψηλή φιλοδοξία να ακολουθήσουν την ανηφοριά της αρτιότερης μορφής του γραπτού λόγου, του λόγου του μυθιστορηματικού, θα πρέπει να επιβληθείς  πρώτ’ απ’ όλα στην αγωνία και στην επιθυμία σου να γράψεις μυθιστόρημα. Εσύ που έχεις τα προσόντα να γίνεις πεζογράφος, ελάχιστη αυτογνωσία αν διαθέτεις, οφείλεις να καταλάβεις ότι το άθροισμα των χαρισμάτων σου δεν είναι παρά η απόλυτη ένδεια στην περιπέτεια που θα σε δοκιμάσει. Γιατί η πεζογραφία είναι σύνθεση και κίνηση. Πεζογράφος σημαίνει να νοιάζεσαι για όλα γύρω σου και όλα να επιμένεις να τα ξαναδείς. Πεζογράφος θα είσαι όταν θα αναζητάς τα μυστικά της μυθοπλασίας, και όταν πίσω από κάθε φράση σου θα είσαι πάντα εσύ με τις δικές σου έμμονες ιδέες.

Διαβάζοντας τη σκέψη της Μάρως Δούκα συνειρμικά το μυαλό μου πηγαίνει σε όλα τα ογκώδη αλλά και πομπώδη που μας προκύπτουν κάθε τόσο με τη μορφή της μεγάλης αφήγησης. Έχουν άραγε πίσω τους την αυτογνωσία της ταπεινότητας μπροστά στο τεράστιο εγχείρημα; Μόχθησαν οι δημιουργοί τους πάνω στις σελίδες τους; Πέρασαν μερόνυχτα επαληθεύοντας πληροφορίες, μαρτυρίες και υλικό;
Θα μπορούσαν, βέβαια, οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι και ρητορικές δυστυχώς. Τουλάχιστον την αυτονόητη απάντηση που τους αναλογεί ας τη δίνουμε οι αναγνώστες με τις επιλογές μας. Ο αληθινός βιβλιόφιλος επιλέγει ξεσκαρτάροντας και δεν εντυπωσιάζεται από το φτηνό μάρκετινγκ. Έτσι καταξιώνεται και ο καλός συγγραφέας, έτσι διασώζεται ο αναγνώστης, το βιβλίο και εν συνόλω η υπόθεση της γραφής.

Κι εδώ η Μάρω Δούκα δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Καταξιωμένη στη συνείδηση του βιβλιόφιλου αναγνώστη (ο όρος δεν δίνεται πλεοναστικά) καταθέτει με ταπεινότητα την απλή αλήθεια:

[…]
Ακόμη και τότε, πριν από τόσα χρόνια, ακόμη και σήμερα, έπειτα από τόσα χρόνια, για μένα έγραφα, για μένα γράφω. Για να μπορώ να ρίχνω μπρος πίσω τις ματιές μου. Να αυξομειώνω την ένταση. Να συνομιλώ με τα επίμονα, τα αόρατα, τα άπιαστα. Να περιθάλπω τα πεταμένα, τα άχρηστα, τα πονεμένα. Να ανυψώνω τα εφήμερα, τα αδιόρθωτα, τα άρρωστα. Να περιποιούμαι τα αδέσποτα, τα άστεγα, τα αδιάλυτα! Όπως και τότε, πριν από τόσα χρόνια, έτσι και σήμερα, απ’ την ανάγκη μου να σκεφτώ, αν αντισταθώ, να υπάρξω, να συνυπάρξω. Εφόσον ναι, κι αν δεν το ήξερα, αργά και με κόπο, το έμαθα: Τίποτα δεν χαρίζεται.

Θέλω να επιμείνω στο εξαιρετικό της κείμενο για τον Γεώργιο Βιζυηνό, που από μόνο του θα μπορούσε να σταθεί εκδοτικά σαν μια μελέτη τόσο ουσιαστική για τον μεγάλο δημιουργό των γραμμάτων μας. Καταφέρνει η Μάρω Δούκα να μας δώσει την πλήρη εικόνα της προσωπικότητάς του με ένα εύρημα μοναδικό. Παρεμβάλλει στις αναφορές της για το έργο του τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, τη συγκυρία των προσώπων που «συμπορεύτηκαν» χρονικά μαζί του στον ελλαδικό χώρο αλλά και στον ευρωπαϊκό. Με τον καλύτερο έτσι τρόπο μας δείχνει γιατί αυτός ο ξεχωριστός συγγραφέας εδώ στον τόπο του αγνοήθηκε ή υποβαθμίστηκε ως «ξενομερίτης» ή «τουρκομερίτης» και ακόμη γιατί, αν παρέμενε στο εξωτερικό όπου και έκανε τις ξεχωριστές σπουδές του, θα είχε μια άλλη αναγνώριση (εν ζωή ακόμη) ίσως δίπλα στους μεγάλους διηγηματογράφους, ψυχογράφους χαρακτήρων. Μια προσέγγιση μοναδική στη βιβλιογραφία μας για τον Βιζυηνό αποτελούν αυτές οι σαράντα τέσσερις σελίδες της Μάρως Δούκα. Κλείνοντας το βιβλίο της νιώθω πως και μόνον αυτό να έγραφε, άξιζε η ανάγνωση. Δεν είναι, όμως μόνο αυτό το κείμενο που αξίζει να διαβαστεί. Πρόκειται για ένα βιβλίο από αυτά που κρατάς στη βιβλιοθήκη σου σε σημείο που να είναι «πρόχειρο», να το ανοίγεις κάθε που θα θέλεις να διασώσεις στη μνήμη σου πρόσωπα, γραφές και αλήθειες.

Διώνη Δημητριάδου.

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/tipota-den-xarizetai-marw-douka/)