Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Ο συγγραφέας 
ως άλλη persona του εαυτού του

(Michelangelo Merisi da Caravaggio,Narcissus)

Τον Μπόρχες (άπαντα πεζά, ποιητικά) τον έχω εδώ και πολλά χρόνια ‘πρόχειρο’, και χρησιμοποιώ αυτή την εύστοχη λέξη που παραπέμπει ακριβώς σ’ αυτό που έχουμε προ των χειρών μας, δηλαδή ίσα να απλώσεις το χέρι σου και να το πιάσεις. Ανοίγω και ψάχνω (συχνά με πίστη στο τυχαίο που με ανταμείβει) κάτι να αλλάξει ο νους μου τα ζοφερά τοπία του. Ξαναδιαβάζω εν προκειμένω (σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη) το «Ο Μπόρχες κι εγώ» και σας το μεταφέρω:

«Στον άλλον, στον Μπόρχες, συμβαίνουν όλα. Εγώ περπατώ στο Μπουένος Άιρες και σταματώ, ίσως πια μηχανικά, για να κοιτάξω την καμάρα μιας εισόδου και την καγκελόπορτα˙ νέα του Μπόρχες λαβαίνω με το ταχυδρομείο και βλέπω τ’ όνομά του σε μια τριανδρία καθηγητών ή σ’ ένα βιογραφικό λεξικό. Εμένα μ’ αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του Στίβενσον˙ ο άλλος μοιράζεται μαζί μου αυτές τις προτιμήσεις, αλλά μ’ έναν τρόπο ματαιόδοξο που τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου. Θα ’ ταν υπερβολικό να πω ότι οι σχέσεις μας είναι εχθρικές˙ εγώ ζω, εγώ αφήνομαι να ζω, μόνο και μόνο για να μπορεί ο Μπόρχες να υφαίνει τη λογοτεχνία του, κι αυτή η λογοτεχνία με δικαιώνει. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ πως έχει γράψει μερικές αξιόλογες σελίδες, αλλά αυτές οι σελίδες δεν μπορούν να με σώσουν, ίσως γιατί το καλό δεν ανήκει πια σε κανέναν, ούτε καν στον άλλον, αλλά στη γλώσσα ή στην παράδοση. Κατά τα άλλα, εγώ είμαι καταδικασμένος να χαθώ, να χαθώ για πάντα, και μόνο κάποια στιγμή μου μπορεί να επιβιώσει στον άλλον. Λίγο λίγο του τα παραχωρώ όλα, κι ας ξέρω τη διεστραμμένη συνήθειά του να παραποιεί και να υπερβάλλει. Ο Σπινόζα κατάλαβε πως όλα τα πράγματα θέλουν να παραμείνουν αυτό που είναι˙ η πέτρα θέλει να είναι αιωνίως πέτρα, και η τίγρη, τίγρη. Εγώ θα παραμείνω Μπόρχες˙ όχι ο εαυτός μου (αν υποτεθεί ότι είμαι κάποιος), αν και αναγνωρίζω τον εαυτό μου λιγότερο στα βιβλία μου απ’ όσο στα βιβλία πολλών άλλων ή στο περίτεχνο γρατζούνισμα μιας κιθάρας. Πριν κάποια χρόνια, προσπάθησα ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτόν, και πέρασα απ’ τις μυθολογίες των προαστίων στα παιχνίδια με το χρόνο και το άπειρο˙ αυτά τα παιχνίδια, όμως, τώρα πια ανήκουν στον Μπόρχες, και θα χρειαστεί να επινοήσω άλλα. Έτσι, όλη μου η ζωή είναι μια φυγή, κι όλα τα χάνω κι όλα ανήκουν στη λήθη – ή σ’ αυτόν.
Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας γράφει αυτή τη σελίδα.»




Ο συγγραφέας από τη μια, και από την άλλη «ο καθημερινός άνθρωπος που τον υποστηρίζει και τον υπηρετεί», κατά τη ρήση του Λουκά Κούσουλα, πιστού αναγνώστη ομοίως του Μπόρχες. Αντιλαμβάνεσθε, υποθέτω, πως αυτά τα δύο δεν συμπίπτουν. Εντούτοις, υποχρεωτικά συμβιώνουν και μεταλλάσσουν εναλλάξ βιώματα σε λέξεις αλλά και γραμμένες σκέψεις σε αληθινή ζωή. Αλλιώς δεν γίνεται.