Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

«Το όνομα του φόβου»

(διαβάζοντας ποιητικό τέχνημα που περπατά σουρεαλιστικά)




Επειδή ο φόβος είναι μια απολύτως προσωπική κατάσταση και σαν τέτοια μάλλον δεν αντιμετωπίζεται με τα κοινά για όλους φάρμακα, εκτός και μπορεί να  εφευρίσκει τα δικά της ιαματικά, επειδή πάλι όσο λες το όνομά του τόσο παραδόξως μοιάζει να λειτουργεί η λέξη ομοιοπαθητικά, επειδή, τέλος, η ποίηση ίσως όλα τα μπορεί…

… διαβάστε δύο αποσπάσματα από το «ΦόΒ – Υπογλώσσιο νυχτερινό» της Στέλλας Βοσκαρίδου – Οικονόμου, εκδόσεις τεχνοδρόμιον.

(Ανοίγει η αυλαία, μπαίνουν λευκά άλογα που σέρνουν με τα πόδια τους την αποθέωση των ευωδιαστών ενδεχομένων)

Ήτανε κάποτε μια κοπέλα –
αφήστε με λοιπόν να σας εξηγήσω –
ήτανε κάποτε μια κοπέλα που δεν το μπόραε να
θωρεί το φως

(Κι εδώ ένα άλογο παραπατά, κι ύστερα στέκεται
και πάλι τινάζοντας αυτάρεσκα τη χαίτη του)

Ήτανε κάποτε μια κοπέλα που φύτευε δειλινόδεντρα
κι ύστερα κάθουνταν κάτω από τον ίσκιο τους
και τα δέλτα δεν ήτανε πια δέλτα
ήτανε κι αυτά δειλινόδεντρα κι ένα κλωνί τους πάνω
πάνω έγειρε δεξιά
και λύγισε
τσακίστηκε
κι όπως τσακίστηκε –
αφήστε με επιτέλους να σας εξηγήσω –
κι όπως τσακίστηκε
μύρισε σκοτάδι

Από φόβο μόνο σκοτεινιάζει, κύριε
μην ακούτε
είναι μύθος η νύχτα

(Αφηνιάζουν τ’ άλογα, σπίθες μαβιές αστράφτει το
ενδεχόμενο)

Μην ξανακούσω αυτή τη λέξη –
Παρακαλώ! –
Ακούς εκεί φόβος…
Φ.. φ… φοβ…
– δεν παραδέχεστε! Μα
εσάς σας τρομάζουν κι αυτές οι τρεις τελείες!
σας αρρωσταίνει
να βλέπετε γραμμένο το γράμμα βήτα – φόΒ… –
κι ύστερα τελείες
Τζίορτζιο ντε Κίρικο "Άλογα κοντά στην θάλασσα" 1927
φόβ, λοιπόν!
Φόβ και τρεις φορές φόβ! Από τώρα και στο εξής θα
σας φωνάζω ΦόΒ!

Ήτανε κάποτε μια κοπέλα – με συγχωρείτε για τη
διακοπή
(δείχνει να πνίγεται… )
να, πάρτε αυτό, μυρίστε – λίγα φυλλαράκια από
ηδύοσμο θα σας κάνουν καλό
φαίνεστε κουρασμένος
(πέφτει ένα αστέρι, το καταπίνει)
[…]

Σαράντα ολόκληρα χρόνια έλεγε τη λέξη μωβ,
γιατί δεν μπορούσε να πει φόβ. Έλεγε τη λέξη μωβ
με κάθε ευκαιρία, γιατί δεν τολμούσε ν’ ακουμπήσει
ένα φι πλάι σε δυο γράμματα. Έλεγε τη λέξη μωβ
μόλις ξυπνούσε. Κι είχε κρεμάσει μωβ κουρτίνες.
Και φόραγε μωβ πουκάμισα και μωβ βρακιά, κι
έβαφε τα νύχια της μωβ. Κι είχε παραγγείλει στο
μανάβη να της φέρνει μωβ πορτοκάλια για να τρώει.
Κι έπειτα έτρωγε τα μωβ πορτοκάλια και πέταγε τα
μωβ κουκούτσια στην αυλή. Κι η αυλή δεν άργησε να
γεμίσει με μωβ δέντρα και λουλούδια και θάμνους
μωβ. Και τρία μωβ παιδάκια μαζευόντανε κάθε
δείλι μες στην αυλή και τραγουδούσανε μωβ
τραγούδια που τους είχε μάθει ένας μωβ περαστικός
– ένας παρείσακτος αυγερινός που καθόλου
προσεκτικός δεν ήτανε κι είχε πέσει τρεις φορές σε
μία μωβ λακούβα κι είχε σπάσει και τα τρία μωβ
πόδια του.
Φ…
Φ…

Φ…
Μωβ!!!
(Τα άλογα είναι τώρα ξαπλωμένα κατάχαμα)

Στέλλα Βοσκαρίδου – Οικονόμου
(από το «ΦόΒ - υπογλώσσιο νυχτερινό», εκδόσεις τεχνοδρόμιον)