Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Πόρτες κλειστές ή ανοιχτές;

Η περίπτωση του Κάφκα



     

    Ο Κάφκα θεωρείται ένας από τους πιο “κλειστούς”, “σκοτεινούς” και απαισιόδοξους συγγραφείς. Σε ένα μικρό αλληγορικό του αφήγημα μας παρουσιάζει όλη την τραγική εικόνα του αλλοτριωμένου ανθρώπου και μας αφήνει, νομίζω, να εκτιμήσουμε αν η παραπάνω κρίση γι αυτόν είναι πράγματι σωστή. Συνοπτικά και σε ελεύθερη απόδοση η σκηνή που επινόησε είναι η ακόλουθη.

          Ένας άνθρωπος εμφανίζεται μπροστά στην πόρτα που οδηγεί στον νόμο, και δηλώνει ότι επιθυμεί να μπει. Στην πόρτα μπροστά βρίσκει έναν θυρωρό, ο οποίος του δηλώνει ότι δεν επιτρέπεται η είσοδος. Ο άνθρωπος μάλλον δεν εννοεί την απαγόρευση, και λέει ότι θα επιστρέψει αργότερα, οπότε, όπως πιστεύει, θα του είναι δυνατόν να μπει. Φυσικά κάνει λάθος, γιατί, όπως του επισημαίνεται, ούτε τότε θα του επιτραπεί η είσοδος. Μήπως, τότε, θα μπορούσε να παραμερίσει τον θυρωρό και να περάσει μέσα; Ούτε να το διανοηθεί! Ο θυρωρός που του κλείνει το πέρασμα είναι μόνον ο πρώτος, και όχι ο πιο φοβερός από τους τρεις που θα συναντήσει, αν το επιχειρήσει. Μπορεί, τουλάχιστον, να περιμένει εκεί απ’ έξω; Ναι, αυτό γίνεται. Ο θυρωρός, μάλιστα, του προσφέρει και κάθισμα. Εκεί, λοιπόν, κάθεται ο άνθρωπός μας μήνες και χρόνια! Διαρκώς κάνει προσπάθειες να πείσει τον θυρωρό για την είσοδό του, αλλά μάταια. Όχι ότι δεν δοκίμασε όσες μεθόδους γνώριζε για να το καταφέρει, μέσα και δωροδοκίες, παρακλήσεις και ό,τι άλλο. Αποτέλεσμα μηδέν! Κάποτε νιώθει ότι φτάνει το τέλος του, και πλησιάζει για τελευταία φορά τον θυρωρό για να τον ρωτήσει κάτι, που μόλις τώρα σκέφτηκε: 

«Όλοι μάχονται για τον νόμο. Πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος, εκτός από μένα, να μπει;». 

Ο θυρωρός του απαντά: 

«Κανένας άλλος δεν μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω».

Σύμη, Πέδι, φωτογραφία: Διώνη Δημητριάδου

      Είπαμε ότι το αφήγημα είναι αλληγορικό. Αν προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε την εικόνα του Κάφκα, θα συναντήσουμε από πίσω την προσπάθεια του απλού ανθρώπου/πολίτη μιας οργανωμένης κοινωνίας, ο οποίος θέλει να επιβεβαιώσει ότι όλος ο μηχανισμός που έχει στηθεί για να τη συγκρατεί και να μην καταρρεύσει σε συντρίμμια βρίσκεται εκεί για να τον υπηρετεί, να τον προστατεύει και να τον οδηγεί σε μακροημέρευση με ηρεμία, τάξη και ασφάλεια. Πλανάται, θα μας πει ο Κάφκα. Εδώ ο άνθρωπός μας επιθυμεί να εισχωρήσει στο κτήριο του νόμου, δηλαδή να κατανοήσει επιτέλους τι είναι ο Νόμος, πώς λειτουργεί, να εξακριβώσει “ιδίοις όμμασι” τι εννοούν όλοι αυτοί που του μαθαίνουν από τη μικρή ηλικία ότι πρέπει να σέβεται και να ακολουθεί το δίκαιο των νόμων. Τι συναντάει, όμως, μπροστά του; Εμπόδια και απειλές, απαγορεύσεις και φοβερούς θυρωρούς/φύλακες. Άρα, ο νόμος δεν είναι προσιτός για τον απλό πολίτη, είναι ξένο σώμα προς αυτόν, την ίδια στιγμή που κάποιοι, όπως φαίνεται, βρίσκονται μέσα και τον φρουρούν. Οι ειδήμονες, οι ειδικοί, οι επιστήμονες περί τους νόμους. Όπως θα λέγαμε, αν επρόκειτο για το κτήριο της έννοιας της Θρησκείας, οι φρουροί θα ήταν οι θεολόγοι, ή για το κτήριο της έννοιας της Πολιτικής, οι φύλακες θα ήταν οι πολιτικοί επιστήμονες ή, ακόμη χειρότερα, οι πολιτικοί αρχηγοί κ.ο.κ. Πάντα, δηλαδή, θα υπάρχει κάποιος ειδικός για να απομακρύνει τον απλό άνθρωπο από την αλήθεια, να τον παραπλανήσει ότι τάχα αυτός φροντίζει για τα συμφέροντά του, να τον αποκοιμίσει ότι τάχα αυτός είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Πού καταλήγουμε; Ο άνθρωπος νιώθει αλλότρια, ξένα και ανοίκεια όλα αυτά που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για τον ίδιο! Η αλλοτρίωση γεννιέται από την αίσθηση της αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις της κοινωνίας, δυνάμεις που καταλήγουν, έτσι, εχθρικές. Πάνω στη λογική αυτή οικοδόμησε ο Αλμπέρ Καμύ τη θεωρία του παραλόγου: 

«απ’ τη στιγμή που ο άνθρωπος θα αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παραλόγου…αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ότι δεν δικαιολογείται και στον μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια».
  
     Την έννοια της αλλοτρίωσης την είδε ο Μαρξ από την οπτική της αποξενωμένης εργασίας, ως αίσθηση που δημιουργείται στον βιομηχανικό εργάτη ότι δεν του ανήκει το προϊόν της εργασίας του. Τον είδε εγκλωβισμένο στα γρανάζια της παραγωγικής διαδικασίας, που δεν του προσφέρει τίποτε άλλο από ταπείνωση και εξαθλίωση. 
  Πιο νωρίς, βέβαια, ο Ρουσσώ είχε δει τον άνθρωπο των κοινωνικών συναναστροφών, όπως έγραφε, να μην μπορεί παρά να ζήσει μέσα από τα μάτια και την κρίση των άλλων, χωρίς τη δυνατότητα να δημιουργήσει ο ίδιος την προσωπικότητά του, ακολουθώντας τους κανόνες που κάποιοι έφτιαξαν στο όνομά του προκειμένου να λειτουργεί με τάξη το σύνολο. Αδιέξοδη η κατάσταση, αν έχει δίκιο ο μεγάλος διαφωτιστής. Η  εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία πάντοτε θα φτιάχνει τους τύπους και τις ρήτρες της, όπως βολεύουν τα συμφέροντά της, και οι απλοί άνθρωποι θα πρέπει να συμφωνούν μαζί της ή, έστω, να διαφωνούν αλλά κάπως ήπια, εντός συμφωνημένων ορίων…Η αλήθεια είναι μία: οι διάφορες μορφές εξουσίας μάς περιτριγυρίζουν. Τις δεχόμαστε. Να τις κατανοήσουμε δεν γίνεται. Πόσο περισσότερο δεν είναι δυνατόν να γίνουμε κοινωνοί τους ή συμμέτοχοι. Είναι πλαστά αλλά ισχυρά δημιουργήματα. Δεν δημιουργήθηκαν φυσιολογικά αλλά λογικά, και η λογική, μας μάθανε, είναι πανίσχυρη.
 Δεν μπορεί, λοιπόν, ο άνθρωπος να αντιτάξει κάτι στις ισχυρές αυτές δυνάμεις; 
    Ο Ροζέ Γκαρωντύ πιστεύει ότι ο Κάφκα μάς οδήγησε μέχρι τα σύνορα της αλλοτρίωσης χωρίς, όμως, να τα διαβεί, θεωρώντας, έτσι, τον συγγραφέα απαισιόδοξο: 

«…εδώ ο Κάφκα μάς εγκαταλείπει. Μας οδήγησε μέσα από τους κύκλους της Κόλασης, μας έκανε να προαισθανθούμε, όπως στην άκρη ενός ατέλειωτου τούνελ την εμπειρία του φωτός. Κατόπιν ο οδηγός μάς αφήνει. Το βασίλειό του είναι το βασίλειο της αλλοτρίωσης και της συνείδησης της αλλοτρίωσης».
  
   Ευφυές, νομίζω, το εύρημα της ανοιχτής πόρτας, μπροστά στην οποία ο άνθρωπος ορρωδεί. Δεν βλέπει παρά τα εμπόδια και αγνοεί την απλή δυνατότητα που του παρέχει το άνοιγμα, με δεδομένους, βέβαια, τους  φοβερούς πιο πάνω θυρωρούς. Αυτός ο άνθρωπος άρα δεν τόλμησε να παραβιάσει ανοιχτές θύρες. Θεωρητικά θα μπορούσε. Σαν να λέμε προσφέρεται ανοικτή οδός για όποιον θα ήθελε να το ψάξει λίγο παραπάνω από τα συμβατά όρια. 

    Σκέφτομαι συχνά σε πόσα ερωτήματα έχει να μας δώσει “λύσεις” ο Καβάφης. Είναι γνωστό το ποίημά του Σατραπεία, στο οποίο παρουσιάζει τον άνθρωπο να κάνει την καθοριστική επιλογή του κάποια στιγμή στη ζωή του και να ακολουθεί δρόμο καθόλου αρεστό αφήνοντας στην άκρη τις βαθύτερές του επιθυμίες. Πρόκειται για ένα ολιγόστιχο ποίημα, που δεν θα μπορούσαμε  να διανοηθούμε ότι θα παίδευε, να το πούμε έτσι, τον δημιουργό του. Όμως, όπως μας δηλώνει ο ίδιος στα Αυτοσχόλια, τον κράτησε άγρυπνο πολλές νύχτες. Δεν το έδινε για δημοσίευση, γιατί του φαινόταν πολύ απαισιόδοξο. Ώσπου σκέφτηκε να προσθέσει ένα στίχο όλο κι όλο, που άλλαζε, όμως, το νόημα του ποιήματος. Τον έβαλε σε παρένθεση έτσι για να τονιστεί περισσότερο η έννοια της σκέψης που παρεμβάλλεται και αλλάζει όλη τη ζωή μας: 

«…και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
                                                                          
(η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις)…»

    Ξεκάθαρα ο ποιητής δηλώνει ότι η ευθύνη εναπόκειται σε μας τους ίδιους, η ευθύνη να προχωρήσουμε παρά τις αντίξοες συνθήκες, παρά τις Κασσάνδρες που προφητεύουν το μέλλον μας. Να μπούμε, δηλαδή, στην ανοιχτή έτσι κι αλλιώς πόρτα, γιατί για μας ήταν ανοιχτή. Που σημαίνει ότι για όλους τους άλλους ήταν κλειστή ή, ακόμη χειρότερα, ανύπαρκτη, γιατί αυτοί δεν είχαν καν ανησυχήσει, δεν είχαν ψάξει και δεν είχαν αναρωτηθεί ποτέ για τίποτε.

    Είναι, λοιπόν, ο Κάφκα πράγματι αδιέξοδος και απαισιόδοξος; Ο άνθρωπος του αφηγήματός του δεν μπήκε τελικά, δεν έμαθε αυτά που ήθελε και δεν κατανόησε και τον λόγο. Ήταν, όμως ο άνθρωπος που συναισθάνθηκε την αλλοτρίωσή του, και γι’ αυτό έφτασε μέχρι την πόρτα. Οι άλλοι πού ήταν; Βυθισμένοι στην αποξένωση από τα πάντα, κι από τον ίδιο τον εαυτό τους, δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να ξυπνήσουν και να αναρωτηθούν, να νιώσουν την κατάσταση καταληπτικής ηλιθιότητας  (για να θυμηθούμε τον Σεφέρη), στην οποία έχουν περιέλθει. Όσοι, λοιπόν, ξύπνησαν και αναρωτήθηκαν «τι, στην ευχή, συμβαίνει εδώ;», ας είναι και διατεθειμένοι να φτάσουν μέχρι την πόρτα και, επειδή είναι γι’ αυτούς ανοιχτή, να τολμήσουν να τη διαβούν. Η απόφαση είναι δική τους, ο Κάφκα απλώς τους έδειξε τον δρόμο. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό και καθόλου μα καθόλου απαισιόδοξο!

Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή δοκιμίων "Το ύφος και το ήθος", εκδόσεις Νοών)