Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 
φιλοξενεί τη
Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά

"Περιπλανήσεις  νου"




Καζαντζάκης και γαζία. Απρόσμενος συνδυασμός. Κι όμως όλα έπρεπε να τα περιμένει κανείς από έναν Καζαντζάκη. Συναντήθηκαν σε ένα κείμενο, έπλεξαν μια ιερή συμμαχία  και με πολιόρκησαν. Δεν είχα σκοπό να αντισταθώ άλλωστε. Απλά ξαφνιάστηκα με μια ακόμη σύμπτωση στη ζωή μου. Ευτυχή ευτυχώς! Μεμονωμένα τους αγαπούσα, σε συνεργασία τους λάτρεψα. Άφησα και τους δυο να γεμίσουν τη ζωή μου χρώματα, ιδέες, οσμές. Εκείνος με  έκανε πολίτη του κόσμου πολύ νωρίς με τα ταξίδια του σε τόπους υπαρκτούς και ανύπαρκτους κι εκείνη αρωμάτισε τη νιότη μου. Κανείς τους δεν υπάρχει πια, το μπόλιασμα  όμως ρίζωσε.
Στριμωγμένη στο ίδιο μεταφορικό μέσο με το συγγραφέα τον ακολούθησα στο παγκόσμιο ταξίδι του. Σταμάτησα αμέτρητες φορές με τα δικά του μάτια στα εγγλέζικα ακρογιάλια, σε μια θάλασσα «λιόντισσα με αιώνια σηκωμένη χαίτη»[1]και είδα «τους μεγάλους κατακτητές του νησιού να καταθέτουν στη μεγάλη τράπεζά του τα κεφάλαιά τους, την αγάπη για την ποίηση, τη θάλασσα, την περιπέτεια, την οργάνωση, την πειθαρχία…»[2]. Περιπλανήθηκα στις απέραντες ρωσικές στέπες και διαπίστωσα την «άβυσσο που υπάρχει ανάμεσα στη σλάβικη και φράγκικη ψυχή»[3] κι ύστερα στις «ατέλειωτες λασπερές πεδιάδες, στο τείχος – φρουρό, στο απέραντο κίτρινο αλώνι της Κίνας»[4] και στάθηκα ώρες πολλές μπροστά στα ανθισμένα δέντρα μαζί με το γιαπωνέζικο λαό, που λατρεύει τα λουλούδια.
Κι όταν φτάσαμε στην Αίγυπτο, εκείνη η αιγυπτιακή Σφίγγα, «με τα πλατιά, φιλήδονα, ζωώδη χείλια σαν φελάχας»[5], που ξυπνάει νωχελικά στη θολούρα της ερήμου και «ανασηκώνει το κεφάλι πάνω από την άμμο, κατά την ανατολή, με αγωνία, σαν να μάχεται να διακρίνει πρώτη αυτή τον ήλιο»[6] με τρέλανε. Διπλός ο εκστασιασμός μου. Μνημείο και λογοτεχνική περιγραφή εξισώθηκαν ως δυνάμεις παράλληλες. Καλός συνδυασμός για να περάσω στους μαθητές μου τη διπλή αγάπη. Αναρωτιέμαι αν πέτυχε. Νιώθω ακόμη τις διαπεραστικές ματιές τους σαν πύρινες ακτίνες πάνω μου και ο αντίλαλος της φωνής μου φτάνει στα αυτιά μέσα από την απόλυτη σιγή της τάξης. Να ’μαι όρθια πάνω στο ξύλινο βάθρο, διαβάζω αποσπάσματα του Καζαντζάκη και η αίθουσα γίνεται πλεούμενο με τα «Ταξιδεύοντας». Ιαπωνία, Κίνα, Ρωσία, Αγγλία ή Αίγυπτος αδιάφορο. Εμείς πήγαμε εκεί ή οι εικόνες ήρθαν εδώ; Πάλι αδιάφορο. Σημασία έχει πως αντικρίσαμε τόπους πρωτοϊδωμένους. Κι ύστερα ο καθένας έπαιρνε το δικό του πλεούμενο κι άραζε όπου ήθελε.
Το δικό μου, μετά από μεγάλα ταξίδια, σταματούσε για μεγάλα διαστήματα μπροστά στην αυλόπορτά μας. Μέσα στην αυλή κελαηδάει πάντα κάτι. Καρδερίνα, σπίνος ή καναρίνι ήταν η αγάπη του πατέρα. Στο πρωινό φως του ήλιου εκείνος φρεσκάρει το νερό στο κλουβί και καρφώνει στα σύρματά του φρέσκο φύλλο μαρουλιού. Το πουλάκι τρελαίνεται από χαρά και πεταρίζει γύρω από το λαχανικό, πριν αρχίσει το τσιμπολόγημα. Θα αντάλλαζε άραγε συνειδητά την ελευθερία του με ένα τέτοιο γεύμα; Πρωινός μπουφές τέρμα. Τώρα ο πατέρας καπνίζει κάτω από την κληματαριά και σιγομουρμουρίζει κάποιο τροπάριο. Κι ο εκάστοτε τρόφιμος του κλουβιού, που  αιωρείται πάνω από το κεφάλι του, υπνωτισμένος σαν την Πυθία γλώσσα δε βάζει μέσα, κρατάει το ίσο στη βυζαντινή ψαλμωδία. Πιο μακάριο χαμόγελο από εκείνο του πατέρα δεν έχω ξαναδεί. Λες και εκπαίδευε το πουλάκι για δεξιό ψάλτη. Μπορεί κι εκείνο να τού εκμυστηρευόταν   μυστικά του δάσους. Ήταν κι αυτό μια από τις αγάπες του πατέρα.
Έξω από την αυλή, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, δίπλα στο μαντρότοιχο της κυρίας Κούλας, μοσχοβολά η γερμένη λεπτεπίλεπτη γαζία. Η μοναδική γαζία στην πόλη των παιδικών μου χρόνων. Σαν να είχε αντιληφθεί ο συγγραφέας τη στενή μου σχέση και με το πουλάκι και με το ντελικάτο δέντρο και με καθήλωσε εκεί στην αυλόπορτα προς θέα και των δύο. Φύλλωμα δαντελωτό κι ανάμεσά του τα άνθη. Μικρά κατακίτρινα χνουδωτά μπαλάκια αρωμάτιζαν τη γειτονιά από την άνοιξη έως το τέλος του καλοκαιριού με άρωμα αξεπέραστο.
-«Η παιδική μου ηλικία μύριζε γαζία» γράφει ο συγγραφέας στην «Αναφορά στον Γκρέκο».
- «Και η δική μου και η δική μου» θέλω να φωνάξω εγώ. Μα πώς είδε τις γαζίες που κουβαλούσα απαλά μέσα στις φούχτες από το δέντρο στο συρτάρι με τα εσώρουχα;
Τσιγάρο, ψαλμωδία και πουλί στο κλουβί συνειρμικά συμπληρώματα της εικόνας του Πατέρα. Η γαζία, τα συρτάρια και τα αρωματισμένα εσώρουχα, όλα ένα παραπληρωματικό περιβάλλον για τη μεγάλη δυναμική της Μητέρας.
                                 
Κεφάλαιο Ζ. Η παιδική μου ηλικία μύριζε γαζία

Από το βιβλίο «…μύριζε γαζία», 2014

Βάντα  Παπαϊωάννου-Βουτσά

(πορτραίτο του Νίκου Καζαντζάκη από τον Παντελή Ζωγράφο)




[1] Ταξιδεύοντας, Αγγλία, Ν. Καζαντζάκης
[2] Ταξιδεύοντας, Αγγλία, Ν. Καζαντζάκης (διασκευή)
[3] Ταξιδεύοντας, Ρουσσία, Ν. Καζαντζάκης
[4] Ταξιδεύοντας, Ιαπωνία Κίνα, Ν. Καζαντζάκης (διασκευή)
[5] Ταξιδεύοντας, Αίγυπτος, Ν. Καζαντζάκης
[6] Ταξιδεύοντας, Αίγυπτος, Ν. Καζαντζάκης