Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

"Ρετσίνα"

του Νίκου Παναγιωτόπουλου





Ο πατέρας λάτρευε την καλή ρετσίνα. Και την καλύτερη υποτίθεται ότι την είχε ο Σκούληκας, στη Δραγατσανίου, καμιά διακοσαριά μέτρα πιο κάτω από το σπίτι.
Όταν έκρινε πως ήμουν αρκετά μεγάλος, ο πατέρας μού εμπιστεύτηκε το καμάρι του – ένα γυάλινο μπουκάλι που μπορούσε να σταθεί όρθιο αλλά και πλαγιαστό, ώστε να διευκολύνει το σερβίρισμα, και μ’ έστειλε στου Σκούληκα.
Το μπακάλικο του Σκούληκα – που δεν τον έλεγαν Σκούληκα, φυσικά – ήταν ένας από τους εφιάλτες μου. Ένας λόγος ήταν η βρόμα κι η ακαταστασία που βασίλευε εκεί μέσα. Ένας δεύτερος ήταν ο ίδιος ο Σκούληκας, με το παχύ μουστάκι, τα μαύρα νύχια και το ένα του μάτι που ήταν θολό και πάντα ακίνητο.
Ο τρίτος και σπουδαιότερος ήταν ένα μισοσκότεινο δωματιάκι, δίπλα στο μπακάλικο. Εκεί, κάτω από τα μεγάλα βαρέλια, ήταν αραδιασμένα τρία τέσσερα τραπέζια, στρωμένα με λαδόκολλα, στα οποία βρίσκονταν μονίμως καθισμένοι οι εραστές της ρετσίνας, συνταξιούχοι με το ένα πόδι στον τάφο και μεροκαματιάρηδες με ασβεστωμένα μαλλιά και τα χέρια γεμάτα μπογιές. Τσιμπολογούσαν σαρδέλες από κονσέρβα, τυρί, ελιές, ντομάτα, αγγούρι και το συνόδευαν με μπόλικο ψωμί.
Όσην ώρα ο Σκούληκας γέμιζε το πολύτιμο μπουκάλι του πατέρα, ήμουν αναγκασμένος να ακούω τις απροκάλυπτες χοντράδες, τα βρόμικα αστεία και τα βροντερά τους γέλια, τους ασυνάρτητους καβγάδες τους για την πολιτική ή, το χειρότερο, όταν για κάποιον δικό τους λόγο αποφάσιζαν ν’ ασχοληθούν μαζί μου, τις τάχα σοφές συμβουλές και τις παραινέσεις τους.
Τότε ήθελα ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί κι ευχόμουν από μέσα μου να πάθει κάτι ο πατέρας – όχι πολύ σοβαρό όμως· κάτι μικρό, ώστε να του απαγορέψει ο γιατρός να πίνει ρετσίνα.


Νίκος Παναγιωτόπουλος (από τη συλλογή διηγημάτων «Γραφικός χαρακτήρας», εκδόσεις Μεταίχμιο)