Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Μνήμη του πατέρα




    Ευτύχησα να έχω έναν πατέρα που από πολύ μικρή ηλικία έμαθε σ’ εμένα και τον αδελφό μου να αποστρεφόμαστε κάθε τι το επιφανειακό και πρόσκαιρο και να  κάνουμε κτήμα μας τις σταθερές αξίες στη ζωή μας: το διάβασμα, τη μουσική, την τέχνη σε κάθε γνήσια μορφή της (με αλάνθαστο κριτήριο πάντοτε μας έδειχνε το ψεύτικο), την πίστη στα προοδευτικά μυαλά κυρίως. Μας άφηνε να δοκιμάζουμε τη δύναμή μας και ποτέ δεν στεκόταν εμπόδιο σε κάτι που πολύ το θέλαμε. Μονάχα, αν κάτι δεν του άρεσε, έδειχνε την αποδοκιμασία του. Κι αυτό μας πόναγε περισσότερο κι από μια φωνή ή μια τιμωρία. Γιατί η αποδοχή του ήταν το μέτρο με το οποίο ζυγίζαμε τις πράξεις μας. Μας έδειξε πώς πρέπει να θέλουμε τον κόσμο για να μπορούμε να τον ζούμε χωρίς διακρίσεις όλοι. Μας έμαθε το χιούμορ, ασπίδα απέναντι στην άπειρη βλακεία που μας περιτριγυρίζει. Τέλος μας έμαθε την αγάπη, που δεν γνωρίζει σύνορα και είδη, και είναι πάντα ανεκτική και συμπαραστέκεται στον αδύνατο είτε είναι άνθρωπος είτε άλλο ζωντανό πλάσμα αυτού του κόσμου.

  Η ζωή του δεν ήταν εύκολη. Λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ο πατέρας μου σκέφτηκε να καταγράψει μνήμες, που ακόμη συγκρατούσε το μυαλό του, από τα δύσκολα νεανικά του χρόνια «…πέρασαν τα χρόνια, πήρα σύνταξη το 1984 και ζω πλέον με τη σύνταξη μου, κοντά στα αποκατεστημένα μου παιδιά και τα 4 εγγόνια μου. Όσα χρόνια όμως κι αν πέρασαν, οι αναμνήσεις από τα τραγικά αυτά χρόνια, έρχονται έντονες κάθε μέρα. Θέλησα λοιπόν, προτού η ηλικία αδυνατίσει τη μνήμη μου, να τα γράψω όλ' αυτά που έζησα.». Έτσι τελειώνει την καταγραφή του, με την επιθυμία να προλάβει, μήπως και χαθούν οι μνήμες του.
Τα έγραψε, δεν πρόλαβε ωστόσο να τα δει αυτά σε μορφή βιβλίου. Όταν τώρα τα διαβάζω, τον νιώθω δίπλα μου, όπως τότε που μου τα διηγιόταν. Με απλά λόγια, σαν να ήταν καθημερινές ιστορίες που συμβαίνουν στον καθένα. Κι όμως, δεν είναι τόσο απλά, καθημερινά βιώματα ο τραυματισμός του στη μάχη της Κρήτης, το 1941, η σύλληψή του από τους Γερμανούς και η ανέλπιστη, εντελώς τυχαία, σωτηρία του λίγο πριν μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το τραύμα στα μάτια του το πλήρωσε με μειωμένη δραματικά την όρασή του, χωρίς να πάρει ποτέ την ταυτότητα του αναπήρου πολέμου. Και σε πείσμα αυτής της έλλειψής του διάβαζε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του, χρησιμοποιώντας μεγεθυντικό φακό. Κυνηγημένος από τη χούντα, αποκαταστάθηκε κατά τη μεταπολίτευση εξαντλώντας μέχρι την τελευταία μέρα τα χρόνια που χρειαζόταν για τη συνταξιοδότησή του.

  Νιώθω μια ιδιαίτερη χαρά, όταν ακούω από ανθρώπους που τον γνώρισαν τη φράση ‘ο πατέρας σας ήταν πολύ ξεχωριστός’. Τι άλλη καλύτερη ύστερη μνήμη; Να τον θυμούνται ακριβώς γιατί η παρουσία του ήταν τόσο διακριτή.

  Μου λένε ότι του μοιάζω. Πιστεύω πως εννοούν την εξωτερική ομοιότητα. Μέσα μου, όμως, θα ήθελα πολύ να έχω πάρει κάτι από τα άλλα, τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

  Σήμερα, ημέρα μνήμης για τον πατέρα, έκανα αυτή τη μικρή μνεία του Δημήτρη (Μίμη) Δημητριάδη. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1920, καταγόμενος από το Μεσολόγγι, κατ’ ευθείαν απόγονος του Χρήστου Καψάλη, με ακόμη πιο μακρινή (κατά τον 18ο αιώνα) καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Πέθανε το 2004. Ήταν ευτυχής που ως το τέλος της ζωής του, διατήρησε το μυαλό του καθαρό και τη συνείδησή του ήσυχη.

Διώνη Δημητριάδου (ευγνώμων)