Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Μάτση Χατζηλαζάρου 
(μια γυναικεία υπερρεαλιστική ποιητική φωνή)




Αδιάκοπα ως τον ουρανό
απ' τα βάθη της γης και των ωκεανών
ως το αίμα
εισδύει μες στο κόκαλο
το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες
πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε

(από τη συλλογή «Έρως μελαχρινός, Ίκαρος 1979)



Ανδρέας Εμπειρίκος
Η ποιήτρια Μάτση (Μαρία - Λουκία) Χατζηλαζάρου, του Κλέωνος και της Βιργινίας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφυγε με την οικογένειά της για τη Νότιο Γαλλία και στη συνέχεια για τη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1919. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και η Μάτση άρχισε μαθήματα κατ’ οίκον, τα οποία σταμάτησαν λίγο αργότερα λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα της. Το 1931 παντρεύτηκε τον Καρλ Σούρμαν, βαυαρικής καταγωγής. Ο γάμος της διαλύθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Την περίοδο εκείνη εργάστηκε στο κατάστημα Λαϊκές Τέχνες του Καραπάνου. Το 1934 πέθαναν οι γονείς της. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1937, με τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση, από τον οποίο χώρισε ένα χρόνο αργότερα και από το 1939 ως το 1943 ήταν παντρεμένη με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. 

Η Μάτση Χατζηλαζάρου
με τον Καστοριάδη στο Παρίσι
Συνδέθηκε επίσης με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, τον ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο, Χαβιέρ Βιλατό (από το 1946 ως το 1954, περίοδο κατά την οποία έζησε στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τον πόλεμο με το πλοίο "Ματαρόα", με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου), και τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1957-1958). 

Το 1958 επέστρεψε στην Αθήνα και ως το 1964 εργάστηκε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Παρίσι, όπου δούλεψε στο εκεί κατάστημα του οίκου Βαράγκη. Από το 1973 και ως το τέλος της ζωής της, το 1987, έζησε στην Αθήνα και εργάστηκε στην υπηρεσία δημοσίων σχέσεων της Εμπορικής Τράπεζας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με την ποιητική συλλογή "Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης" με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. Το σύνολο του γραπτού έργου της περιλαμβάνει τέσσερις ποιητικές συλλογές (που κυκλοφορούν σε συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο "Ποιήματα" από τις εκδόσεις Ίκαρος), και δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία, βλ.: "Μάτση Χατζηλαζάρου, χρονολόγιο", περιοδικό "Αντί" τ. 351, 17.7.1987, και Χρήστος Δανιήλ, "...Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina: Μάτση Χατζηλαζάρου, η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια", εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2011.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ)


Ο Ανδρέας Εμπειρίκος σε πιθάρι
(σουρεαλιστική φωτογραφία της Μάτσης Χατζηλαζάρου)




Μερικοί λένε πως η ποίηση είναι μια βασανιστική τριβή με τις λέξεις.

Είναι!  
Η Μάτση Χατζηλαζάρου  στη συνέντευξη 

Εσείς όμως μου το παρουσιάζετε σαν μια πράξη αυθόρμητη....

Μα αυθόρμητη είναι. Οι λέξεις είναι όμως άτιμες και μπορεί να φτηνύνουμε πολύ ένα πράγμα, να το κάνουνε σαχλό. Γι’ αυτό πρέπει να τις προσέχεις, να απορρίπτεις διαρκώς, πράγμα που δεν είναι εύκολο. Δεν ψάχνεις τις ωραίες λέξεις ή τα ωραία συναισθήματα-αυτά έρχονται και φεύγουν. Ψάχνεις τις σωστές λέξεις. Κι αυτό είναι ποίηση.  

(απόσπασμα από τη συνέντευξη της Μάτσης Χατζηλαζάρου στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο (εφ. Ελευθεροτυπία)



Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις
κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά
της ζωής μου που γέρασε
βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
ας οργανωθεί πια η σφαγή
απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα





Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου , με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.




Αυτή η τελευταία σταγόνα του κρασιού περιέχει την κραυγή
μιας μπουρούς, πάνω σ’ ένα κύμα αρμενίζει η σταρένια μου ψάθα.
Α, στάσου! γιατί εκεί δεξιά στον ουρανό είδα το σύννεφο
της καρδιάς μου.
Είναι δικό μου παιδί το δελφίνι, οι αχιβάδες είναι τα
μάτια μου, τα στέρεψεν η θάλασσα.
Εμέτρησα τα γλαστράκια του μπαλκονιού – απ’ αυτόν τον
τιποτένιο αριθμό πάντα λείπει ο εαυτός μου.
Μέσα στα βράχια έζησα μαζί με τις τόσες πεταλίδες – σε κάθε
τρυφερή λακκούβα της σπηλιάς κρεμάω τη γαλανόλευκή μου.
Δεν εκοίταξα ποτέ μου πίσω απ’ τις παλιές μου φωτογραφίες
(εκεί που ’μαι τόσο απροστάτευτη) – φοβάμαι μη μου φανερωθεί
το προσωπικό μου δράμα.
Έτσι θα βρω μια μέρα μέσα στα σεντόνια μου ένα κόκκινο
τριαντάφυλλο – μες στην έντασή του θα παραμονεύει το βάρος
της τρυφερότητάς του.
Κι ας μη με πείθουνε τα χέρια των πολλών, κι οι αναπνοές
των πολλών ας μη θαμπώνουνε κανένα μου καθρέφτη – κάποτε
σωπαίνει ο άνεμος που ροβολάει απ’ το βουνό μ’ ένα μονάχα
στεναγμό ανθρώπου.

(τα αποσπάσματα είναι από τη συλλογή Μάης Ιούνης και Νοέμβρης,
με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1944)

Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου