Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία"  διάβασε και προτείνει  (15 νέες προτάσεις για ανάγνωση)

Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 
διάβασε και προτείνει 
(15 νέες προτάσεις για ανάγνωση)

reading a book, Nikolay Bogdanov-Belski, 1915


Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν "Μίλενα από την Πράγα", Κίχλη - Τα πράγματα

Αλλά ο Φραντς δεν μπορεί να ζει. Δεν έχει την ικανότητα να ζει. Ο Φραντς δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Ο Φραντς σύντομα θα πεθάνει.
Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανένα άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανένα καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό,τι λέει, ό,τι είναι και ό,τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο. Αφ’ εαυτού και δι’ αυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο. Και ο ασκητισμός του δεν έχει τίποτε το ηρωικό, αν κι ακριβώς γι’ αυτό είναι ακόμη μεγαλύτερος κι ευγενέστερος. Κάθε είδους ‘ηρωισμός’ είναι ψεύδος και δειλία. Όποιος κατασκευάζει τον ασκητισμό του ως μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού δεν είναι άνθρωπος, άνθρωπος είναι εκείνος που τον ωθούν αναγκαστικά στον ασκητισμό η φοβερή του οξυδέρκεια, η αγνότητα κι η ανικανότητα συμβιβασμού.





Δημήτρης Ελευθεράκης "Η δύσκολη τέχνη", Αντίποδες

Μια τριανταφυλλιά που ανθίζει στον ακάλυπτο, είπε ο δάσκαλος. Ένας λόγος για να ελπίζεις και να απελπίζεσαι, είπε ο δάσκαλος. Ο μαύρος, ναι ο γκρίζος ακάλυπτος, η κατοικία του βλέμματος, το χωνί της καθημερινότητας, το σιφόνι των συνειδήσεων, το σύμβολο των ελπίδων. Το γκριζόμαυρο, ναι το γκριζόασπρο γκράφιτι είναι το προσχέδιο του ακάλυπτου, ο καθρέπτης της γκριμάτσας του προσώπου μας, η τέχνη που μας φοβίζει. Ναι, είναι μια δύσκολη τέχνη. Το γκράφιτι είναι μια δύσκολη τέχνη, είπε ο δάσκαλος. Η Ελλάδα είναι μια δύσκολη τέχνη, είπε ο δάσκαλος.






Νίκος Παναγιωτόπουλος "Γραφικός χαρακτήρας", Μεταίχμιο

Όσην ώρα ο Σκούληκας γέμιζε το πολύτιμο μπουκάλι του πατέρα, ήμουν αναγκασμένος να ακούω τις απροκάλυπτες χοντράδες, τα βρόμικα αστεία και τα βροντερά τους γέλια, τους ασυνάρτητους καβγάδες τους για την πολιτική ή, το χειρότερο, όταν για κάποιον δικό τους λόγο αποφάσιζαν ν’ ασχοληθούν μαζί μου, τις τάχα σοφές συμβουλές και τις παραινέσεις τους.

Τότε ήθελα ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί κι ευχόμουν από μέσα μου να πάθει κάτι ο πατέρας – όχι πολύ σοβαρό όμως· κάτι μικρό, ώστε να του απαγορέψει ο γιατρός να πίνει ρετσίνα.





Δημήτριος Δημητριάδης "Χρόνος αυτόχειρας", Γκοβόστης


Λάβα κόκκινη στους δρόμους
στα υψώματα, στους υπονόμους
ξεχύθηκε νωρίς
μόλις που χάραζε.

Ίσως είναι η χολή μετανιωμένων αγίων
που κόπηκαν βαθιά απ’ το μαχαίρι.

Μην είναι η δίψα των τεράτων
παρηγοριά δε βρήκαν
κουράστηκαν να κρύβονται
από το φως του ήλιου.

Ας είναι η πνοή παλιών ηρώων
που γύρισαν ξανά ν’ ανοίξουν το φεγγίτη.


Τόλης Νικηφόρου "Αγνώστου στρατιώτου", Μανδραγόρας

«Αγνώστου Στρατιώτου και Πλατείας Δικαστηρίων, Μητσαίων και Φιλίππου…Λουτρά Παράδεισος και άγιος Νικόλαος, Παναγία Χαλκέων…Υπήρξαν όλα αυτά ποτέ; Υπήρξε ο Νίκος, Η Αριστούλα, ο Γιώργος; Ο μπαμπάς, η μαμά, ο μεγάλος μου αδελφός; Οι άγνωστοι στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη της ζωής; Υπήρξαν τα παιδιά της γειτονιάς, τα χίλια δυο παιχνίδια στον δρόμο και στην πλατεία; Υπήρξε η ευτυχία;»






Χλόη Κουτσουμπέλη "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης", Γαβριηλίδης

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματά της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνουν τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αγέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.






Φερνάντο Πεσσόα "Ο οδοιπόρος", Νεφέλη

Μην κοιτάζεις τον δρόμο. Ακολούθησέ τον. Αλλά πώς να τον ακολουθήσω και μέχρι πού; Να τον ακολουθήσω σαν αυτούς που έρχονται από την πόλη ή πάνε σ’ αυτήν, σαν αυτούς που φεύγουν ή αυτούς που επιστρέφουν, σαν αυτούς που έρχονται να αγοράσουν και να πουλήσουν, σαν αυτούς που έρχονται να δουν και να ακούσουν ή σαν αυτούς που φεύγουν κουρασμένοι απ’ όσα είδαν και άκουσαν; Σαν ποιους απ’ όλους αυτούς; Ή σαν τι κοινό σε όλους αυτούς;  Σαν ποιους απ’ όλους αυτούς; Ή με ποιον άλλο τρόπο διαφορετικό από όλων αυτών;
Όπως και να ’ταν, δεν μπορούσα παρά να φύγω. Όποιο κι αν ήταν το νόημα και η φύση της αγωνίας μου, η ανακούφισή της – και όχι το φάρμακό της, αυτό το ήξερα καλά – ήταν να φύγω, να ακολουθήσω εκείνο το δρόμο μέχρις εκεί που ήθελε το Πεπρωμένο. Γιατί, για ποιο σκοπό, αναζητώντας τι; Δεν ήξερα τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι ήξερα και για το νόημα και τη φύση της αγωνίας μου.






Τζακ Κέρουακ "Στοιχειωμένη ζωή", Πλέθρον

Ο πόλεμος δημιουργεί μία κατάσταση συνώνυμη με αυτή μιας μεγάλης γενικευμένης μετανάστευσης.
Πόσο στοιχειωμένη θα είναι η μνήμη εκείνων που έζησαν τη μεγάλη μετανάστευση, το τράνταγμα της γης – γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν γεννηθεί γι’ αυτή τη ζωή. Έχουν γεννηθεί για τη γαλήνη, για την εστία και για την οικογένεια, που παίρνει μια γωνιά της γης – μια περιοχή – και την ονομάζει δική της.






Σταύρος Ζουμπουλάκης "Υπό το φως του μυθιστορήματος", Πόλις

Αν έρθουμε στη λογοτεχνία, ξέρετε ότι στο ίντερνετ γράφονται χιλιάδες ποιήματα –κάκιστα ποιήματα, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω– από ανθρώπους που δεν θα φιλοξενούνταν ποτέ σε ένα οποιοδήποτε έντυπο (από μια μάνα, επί παραδείγματι, για το νεογέννητό της, από ένα νεαρό που τον εγκατέλειψε η κοπέλα του, από μια γυναίκα που έχασε τον πατέρα της και ούτω καθεξής) και τα οποία δέχονται χιλιάδες επισκέψεις. Μπορούμε αυτή τη σχέση και αυτή τη συλλογικότητα να τις αγνοήσουμε; Το ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον το ίντερνετ θα επηρεάσει τη γραφή, τη λογοτεχνία και τα είδη της. Το μυθιστόρημα, όπως το εννοούμε σήμερα, δεν θα υπήρχε χωρίς την τυπογραφία, πώς θα συνυπάρξει άραγε με το διαδίκτυο;




Άννα Καράκοντη "Core 'ngrato", μικρές εκδόσεις

Εμάς μας αρέσει η τσάκιση
ο άνδρας να ’ναι άνδρας
με την κόψη στο παντελόνι
Εμάς μας αρέσει το τραπέζι
να ’ναι γερό ξύλινο με ρόζους
ν’ αντέχει το χτύπημα του χεριού του
Εμάς μας αρέσει ο βήχας
που ακούγεται απ’ την αυλόπορτα
κι η αγωνία μάς κλείνει το στόμα
Εμάς μας αρέσει η γραβάτα
να είναι σφιχτοδεμένη κι άκαμπτη
που ν’ ακινητοποιεί τον αμφιβληστροειδή μας
Εμάς μας αρέσει
...
είναι υποχρέωσή μας...




Ζαν Ζενέ "Το παιδί εγκληματίας", Άγρα


Εμείς όμως θα εξακολουθούμε να ενσαρκώνουμε τις τύψεις σας. Και για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να ομορφύνουμε ακόμα περισσότερο την περιπέτειά μας, γιατί το γνωρίζουμε ότι η ομορφιά της εξαρτάται από την απόσταση που μας χωρίζει από σας…εμείς θέλουμε να ενσαρκώνουμε αυτή ακριβώς τη δύναμη του κακού. Θα είμαστε το υλικό που αντιστέκεται και χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχαν καλλιτέχνες.








Γιώργος Γκόζης "Γκουανό", Πόλις

Αυτό με σώζει και με διασώζει. Η μνήμη αντί της λήθης. Να ακούς και να βλέπεις τα πάντα γύρω σου. Όσα σου αρέσουν και όσα δεν σου αρέσουν. Τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα. Κι έπειτα να κρίνεις ποια θα κρατήσεις και ποια θα πετάξεις. Αν θέλεις να είσαι δημιουργός της ζωής σου και όχι διαχειριστής της, οφείλεις στον εαυτό σου να συνεχίζεις εμπρός". Η κατεύθυνση είναι προς τα εμπρός με το βλέμμα όμως στο παρελθόν γιατί έτσι κανείς έχει την γνώση του δρόμου που αφέθηκε πίσω για να μην κάνει λάθος για τα βήματα με τα οποία θα βαδίσει μπροστά. Εξάλλου "την ιστορία την γράφουν οι ζωντανοί".








Βασίλης Χουλιαράς "Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν", Μελάνι

Όλοι γνωρίζουμε ότι Θεός δεν υπάρχει. Όμως αυτός δεν ξέρει πως έχουμε μάθει την αλήθεια και συνεχίζει να σουλατσάρει  έξω από τα σπίτια μας. Θα μπορούσα να βγω απόψε, να του το σφυρίξω και να τον εξαφανίσω. Μα τα βήματά του εκεί έξω είναι κάποια βράδια που μου κρατάνε συντροφιά.








Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη 
"Διαδρομές", Γαβριηλίδης


Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη





Μαριάννα Παπουτσοπούλου "Μάμα Φρανκ", Γαβριηλίδης

από τον Μπαλζάκ, τον Τ.Σ.Έλιοτ κι από τον Παπαδιαμάντη και τον Λορεντζάτο  ως τον αθώο κι άσπιλο Κέρουακ, που του φέρνει λίγο ο γιος της, αλλά και για όσους πονούν, αρρωσταίνουν, και λυγίζουν από το βάρος των γενικών αμαρτιών κι όχι μόνο των δικών τους.











Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου