Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Για το βιβλίο της Ελένης Αράπη «Με βράγχια ανασαίνω» μας μιλά ο Ζαχαρίας Σώκος (πρόκειται για το κείμενο της παρουσίασης του βιβλίου, στο “Poems and crimes” των εκδόσεων Γαβριηλίδης, στις 16 Απριλίου 2016)




Είναι πραγματικά ενδιαφέρον, όμορφο και γόνιμο οι επαγγελματίες της ελληνικής γραμματείας – δηλαδή οι φιλόλογοι – να ασκούνται και να αναμετρώνται με τις λέξεις, σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο, έχοντας την προίκα των σπουδών τους.
Πολύφερνη νύφη η φιλολογία για τη λογοτεχνία, που όμως αν προσέξεις και δεν σε δονεί εσωτερικά μπορεί να αποβεί ένας στείρος προσπορισμός της βιωτής. Κι’ αυτό γιατί, όπως έχει ειπωθεί «οι μεγάλες προίκες κάνουν τα μεγάλα λάθη». Πρέπει δηλαδή αυτή την προίκα να την οικειοποιηθείς, να την κατακτήσεις και αναχωνευμένη πλέον να προχωρήσεις στην προσωπική σου έκφραση, στην ιδιοπροσωπία έχοντας όμως ένα στέρεο υπόβαθρο. Ικανή λοιπόν, αλλά όχι αναγκαία συνθήκη.
Στη συλλογή της Αράπη Ελένης «Με βράγχια ανασαίνω» τα τρία πρώτα ποιήματα αφορούν στην ποίηση, δηλωτικό της σχέσης και της αντίληψή της γι’ αυτό το είδος της γραφής που αξίζει εκ προοιμίου να ιδωθεί.
Ακούστε πώς θεάται, πώς βλέπει δηλαδή την ποίηση στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής της:

Πολεμιστής

Εκκλησία η ποίηση
γδύνεσαι τ’ άρματα
πλένεις τα χέρια ανάβεις κερί
καίγεσαι, αυτό-
αναφλέγεσαι.
Η στάχτη που μένει
μοναδική αλήθεια.
Μπήκα πολεμιστής
και προσκύνησα.

 Με το ποίημα αυτό μας δίνει σχεδόν το απόλυτο στίγμα του ποιητικού της λόγου. Ένας κοφτός, λιτός, δωρικός σαν μανιάτικο τοπίο και βεβαίως υπονοούν και τη μανιάτικη καταγωγή της.
Μας δίνει επίσης ένα χαρακτηριστικό που υφέρπει θα έλεγα σε όλη την ποιητική της ύλη, χωρίς ποτέ να δίνεται η επαρκής απάντηση ποια είναι η πραγματική της σχέση με την πρώτη λέξη αυτού του ποιήματος – ήτοι και την πρώτη λέξη του βιβλίου – που είναι η λέξη εκκλησία και κατά συνέπεια θρησκευτικότητα.
Λέξεις όπως : «Εκκλησία η ποίηση», «ανάβεις κερί», «τούτο εστί το σώμα μου/ λάβετε φάγετε/ τούτο εστί το αίμα μου/ λάβετε πίετε»,  «μεταλάβεις αλμύρα»,  «Ήγγικεν η ώρα»,  «Αλειτούργητο στέκει», «Το ξωκλήσι των λοξών» είναι και τίτλος ποιήματος.
Αυτή η επισήμανση μπορεί να βρίσκει την απάντησή της σε ένα από τα πιο ωραία σημεία αυτής της συλλογής, στον στίχο :
«Κάθε σούρουπο με σχισμένο πανί/απλώνω τα χέρια μάταια πάντα/ την πίστη να αγγίξω/. Με κεριά σβηστά/ απομακρύνομαι/ σβήνω».

Επανέρχομαι στο πρώτο ποίημα, που δίνει το στίγμα του ποιητικού της λόγου. Σ’ αυτό λοιπόν υπάρχει ο στίχος – φράση
«ανάβεις κερί/ καίγεσαι, αυτό –/ αναφλέγεσαι».
Η σχέση της ποιήτριας με το πυρ, την φωτιά, την φλόγα, τον πυρπολισμό είναι καθοριστική, είναι η περισσότερο συναντώμενη έκφραση σχεδόν σε κάθε ποίημα. Βεβαίως πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη η ανάγνωσή τους. Προσέξτε τις εκφράσεις:
Πρώτο ποίημα: «καίγεσαι, αυτό – αναφλέγεσαι»
Τρίτο ποίημα: «Φλέγεσαι. Καίγομαι»
Τέταρτο ποίημα: «πίσσα σιγοκαίει»
Και πάει λέγοντας «η καρδιά πυρπολεί», «φλογώδης άκανθα», «θερίζει η φλόγα», «έσβηνε η φλόγα», «κι αυτή φλόγα/ τόσο νερό να μη λέει να σβήσει», «παίρνουν φωτιά μες στα συρτάρια τα χαρτιά/ όλη η φλόγα μου εκεί ενταφιάστηκε» και στο ίδιο ποίημα πιο κάτω: «Ψέματα./ Ούτε φωτιά υπήρξε/ ούτε μοιρολόγια/ δυο φλόγες μόνο/ θνητές και μόνες», «η ψυχή φλέγουσα», «το φως να με καίει», «καυτά χαμόγελα», «καυτό άλικο αίμα/ στόματα κάρβουνα αναμμένα».
Τίτλος ποιήματος : «Λάβα», «Ηφαίστειο τα ανείπωτα», «η σιωπή υψικάμινος», «η σάρκα στο πύρωμα», και ούτω καθ’ εξής.
Ένα άλλο στοιχείο που προκύπτει από το πρώτο ποίημα ή μάλλον προδίδεται είναι το εξής αντιφατικό θα το έλεγα χαρακτηριστικό. Είναι αυτονόητο ότι μια ποιήτρια, και μάλιστα Ελένη, θα έχει αυτό που χαρακτηρίζεται θηλυκή γραφή. Όμως, αναγνώρισα στην ποίησή της Αράπη, όχι τη θηλυκή γραφή, αλλά μια γραφή που θα αντιστοιχούσε στο άλλο φύλο, και ίσως μια διάθεση υποστήριξης της γυναίκας ως κοινωνικής οντότητας σε μια μη γυναικοκρατούμενη κοινωνία.

Στο πρώτο ποίημα λέει:
«Μπήκα πολεμιστής
και προσκύνησα».
Δεν μπήκε πολεμίστρια, αλλά πολεμιστής κι όπως γράφει πιο πάνω «γδύθηκε τ’ άρματα» για να προσκυνήσει τι; Μα φυσικά την ποίηση που είναι εκκλησία. Σε άλλα σημεία όμως μιλάει ως γένους θηλυκού
«Όλη κομμένα μέλη έτρεχε» ή αλλού «Μην την αγγίζετε/ τις σάρκες της χαράσσει».
Το πιο πάνω επιχείρημα επιβεβαιώνεται από την ίδια την Αράπη, αφού στο ποίημα της «Εγεννήθη κοχύλι» γράφει:
«όταν εγεννήθη/ αντί πορφύρας/ η παραμάνα το έζωσε/ γαλάζιο ουρανό./ Μεγάλωσε σαν άνδρας/ αγάπησε σαν άντρας/ σταυρώθηκε ως άντρας/. Και μόνον όταν έγινε μάνα/ έφερε εντός της τον υιό/ έγινε επιτέλους κοχύλι.»
Νομίζω ότι κάθε επιπλέον σχολιασμός περιττεύει.
Πάλι εκκινώντας από το πρώτο ποίημα του βιβλίου θα έλεγα ότι είναι ίσως το μόνο ποίημα που δεν εμπεριέχει φράσεις και λέξεις που να σχετίζονται με το υγρό στοιχείο και κυρίως τη θάλασσα. Η θάλασσα και πιο πολύ η ναυτοσύνη και η ορολογία της είναι χαρακτηριστικό των λέξεων και των μεταφορών που χρησιμοποιεί προκειμένου να αρθρώσει τον ποιητικό της λόγο.

Η μέσα θάλασσα
Υγρή κινούμενη πίσσα σιγοκαίει
πράσινοι άγγελοι ελκύουν το σκαρί μου
στο μάτι του κυκλώνα.
Χαράζω την πεντάφλα στη σάρκα
με μαυριτάνικο μαχαίρι καρφών
δεήσεις σκορπίζω σε πειρατές
η μέσα θάλασσα αναβλύζει.
Να μεταλάβεις αλμύρα
την καρδιά μου να κουρσέψεις.
Βρέξε σκουριές ξόρκια θύελλες ανέμους
τρέξε, το αφρικάνικο σκαρί επάνω σου ορμάει.
Κυκλώνω τον Κυκλώνα σου.

Η θάλασσα λοιπόν και ό,τι συνδέεται και μυθολογείται σ’ αυτήν κυριαρχούν, είναι οικείος γλωσσικά τόπος στην ποίηση της Ελένης Αράπη. Και αναφέρω ότι είναι οικείος τόπος η ναυτική ορολογία – σχεδόν πατρίδα για την ποίησή της Ελένης, με δεδομένο ότι πατρίδα είναι η παιδική ηλικία. Σ’ αυτή λοιπόν την παιδική ηλικία είναι λογικό να ζυμώθηκε με λέξεις και όρους της ναυτοσύνης, τις έφερε και τις απίθωσε στην παιδική ψυχή ένα άλλο πρόσωπο, κυρίαρχο όμως για την παιδική ψυχή, όπως ο πατέρας.

Είναι λογικό η Ελένη Αράπη ένα ποίημα αμιγώς ερωτικό όπως το «Η μέσα θάλασσα» να το ενδύει – μεταφορικά- με ναυτικούς όρους.

Και έρχομαι εδώ να σημειώσω το πιο καθοριστικό στοιχείο για την ποίησή της. Όλα τα ποιήματα, ή σχεδόν όλα, και αν συμβαίνει το αντίθετο είναι εξαίρεση, χρειάζονται τον κατάλληλο ερμηνευτικό κώδικα για να τα προσεγγίσεις, το κατάλληλο κλειδί δηλαδή για να εισέλθεις σ΄αυτά. Χωρίς το κλειδί η ποίησή της είναι δυσανάγνωστη, μόλις όμως το εντοπίσεις, το βρεις, με ευκολία σου παραδίδεται και τότε μπορεί να γευτείς τα αισθήματα και τις ιδέες που θέλει να εκφράσει η ποιήτρια.


Η ποίησή της είναι κρυπτική και η αφήγηση της ποιητικής ύλης γίνεται με συμβολισμούς. Όπως προείπα είναι λιτή και δωρική. Με την ελαχιστοποίηση όμως των λέξεων που χρησιμοποιεί για την οργάνωση του ποιήματος έχουμε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της οπτικής προς το ποίημα και την πύκνωση της νοηματικής έντασης.

Για να σας δώσω ένα παράδειγμα του τι εννοώ κρυπτική και με συμβολισμούς θα επανέλθω πάλι στο πρώτο ποίημα που το χρησιμοποιώ ως αφετηρία ανάγνωσης όλου του βιβλίου.

Τίτλος του είναι «Πολεμιστής». Το κλειδί εδώ είναι ότι ο πολεμιστής είναι ο ποιητής. Πάμε τώρα στο δεύτερο ποίημα με τίτλο:

«Οι ονειρευτές», οι ονειρευτές είναι οι ποιητές και το ίδιο το ποίημα συμβολίζεται ως αχινός.
Οι ονειρευτές
Στα βράχια και στις λάσπες του βυθού
του μέσα και του έξω
ιχνηλατούν τον αχινό.
Κι αν ανέλπιστα τον ανταμώσουν
ολάκερο τον τρώνε με τ’ αγκάθια
άχνα δεν βγάζουν κι ας πονάνε.
Με αίμα τον ταίζουν
αργή ροή στα σωθικά.
Αν αντέξουν μπορεί να αξιωθούν
να ξεστομίσουν την σπορά του.
Ίσως να γεννηθεί το ποίημα.
Λίγο δεν είναι.

Το πιο κυκλοφορούν, πολυσύχναστο θέμα του βιβλίου της είναι το αυτονόητο, ο έρωτας. Ο έρωτας ως κινούν, με όλες του τις εκφάνσεις και τις ματαιώσεις. Κι ακόμα η ζωή, η ένταση, το αίμα.

Το κόκκινο και το αίμα συναγωνίζονται τη θάλασσα στο βιβλίο της.

Ο θάνατος δεν υπάρχει παρά μόνο λίγη στάχτη, πάλι στο πρώτο ποίημα, που όμως είναι και «μοναδική αλήθεια».

Ολοκληρώνω με τις ευχές μου για καλά ταξίδια με ανέμους ούριους στο πρώτο βιβλίο της Ελένης Αράπη κι αυτό να είναι η αρχή μια ευδόκιμης πορείας στον χώρο των θηρευτών των αχινών, αφού με βράγχια πλέον θέλει να ανασαίνει.


Κι αυτό «λίγο δεν είναι»

Ζαχαρίας Σώκος