Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016


"Ο παππούς"





     

   Είχε συνηθίσει να κοιτάζει πια τον κόσμο – τον όποιον κόσμο του – από ένα επίπεδο πιο χαμηλό, έτσι όπως στεκόταν με τις ώρες μπροστά στο παράθυρο του υπογείου με το βλέμμα προς τα πάνω, να πηγαινοέρχεται αριστερά  δεξιά, πάλι και πάλι. Δεν του λέγαμε κουβέντα για το παράξενο φέρσιμο, μόνο εκείνη του έσπρωχνε πότε πότε μια καρέκλα πίσω του, μήπως και θυμηθεί να κάτσει. Όποτε το θυμόταν κι αυτή, έτσι όπως η συνήθεια την είχε κάνει να μην παρατηρεί τα αξιοπερίεργα. Ποτέ του δεν μίλαγε, μια που κι εμείς όλοι είχαμε βουβαθεί πια για κείνον από καιρό.
   Μόνο ένα πρωί ήταν ανήσυχος και ολοένα έστρεφε το κεφάλι γέρνοντας στη μια πλευρά και έβαζε το χέρι πίσω από το αυτί για να ακούσει. Τι άραγε του μιλούσε ή του φώναζε; Άγνωστο. Δεν δώσαμε πολλή σημασία. Άλλωστε ήταν μια αλλαγή από την καθιερωμένη στάση και, όπως δήλωσε σοφά ο μεγαλύτερος, μπορεί να του κάνει και καλό.

   Ήταν αυτός, ο μεγαλύτερος, που ίσα πρόλαβε να τον πιάσει, καθώς με όση γέρικη δύναμη ακόμη βάσταγε μέσα του έδωσε σάλτο και σχεδόν είχε βγει έξω από το παράθυρό του. Μόλις και τον κράτησε από τα πόδια και τον τράβηξε μέσα πάλι. Τον πήγαμε στο κρεβάτι του, τον ξαπλώσαμε. Δεν αντιδρούσε, λες και η επέμβασή μας τον είχε βγάλει αιφνίδια από το όραμα. Γιατί όραμα θα ήταν αυτό που είχε δει. Πρώτα το άκουσμα, κατόπιν η εικόνα. Κοίταζε το ταβάνι, δεν κουνιόταν. Κάτσαμε αμήχανα όλοι γύρω του.
       "Τι είναι, παππού;" ρώτησε ο μικρότερος
     "Να…"  ψέλλισε εκείνος, σαν να το ένιωσε πως αυτή τη φορά   κάποιος του μιλούσε.
       "να, με φώναξε".
-     "Και ποιος σε φώναξε, σα δεν ακούστηκε τίποτα".
      "Με φώναξε, σου λέω μπρε", είπε, και σαν να πήρε λίγο δύναμη η  φωνή του
      "Ποιος, μωρέ παππού; Έξω κανείς δεν είναι".
   "Το Κωσταντιό μου, το Αγαπητό μου, το Βαρβαρί μου", είπε με κλονισμένη τώρα τη φωνή, μνημονεύοντας τα χαμένα από πολλά χρόνια αδέλφια του, έτσι με τα συμιακά τους ονόματα. "Είναι η ώρα για το μπάρκο. Είκοσι νοματαίοι. Μπαρμπαριά και πάλι. Του τό είπα του παιδακιού, ετούντηνα τη φορά θα πάω κι εγώ και θα το πάρω μαζί, κι ας είν’ τόσο μικρό. Έτσι, για να χαρεί".

   Όχι, δεν ξαναπήγε ποτέ πια για τα σφουγγάρια του ο παππούς. Θα ήταν κοντά πενήντα χρόνια που άφησε το νησί, τα μπάρκα, τους άλλους νοματαίους και άλλαξε τη ζωή του. Ο Πειραιάς τον αγκάλιασε και έτσι ξεχάστηκαν όλα. Μα σαν η μνήμη τον είχε αφήσει πια για τα καλά, εκεί που μόνο σκοτεινό κενό έβλεπε το μυαλό του, κάτι σαν να σάλεψε και ένιωσε πως είχε λησμονήσει ένα παλιό του χρέος. Το σφουγγάρι είναι καλός καρπός της θάλασσας, αλλά να μην το παρατάς, γιατί σου το φυλάει. Κι αν δεν πας εσύ να το θερίσεις από τον βυθό της θάλασσας, θε να ’ρθει εκείνο να σε πιάσει από τον λαιμό.
  Τουλάχιστον δεν πήγε μόνος του. Σαν σύναξη αγαπημένων ήταν, όπως όλα τα αδέλφια του ήταν εκεί. Και το μικρό το Βαρβαρί κοντά κι αυτό, που του είχε τάξει το ψεύτικο ταξίδι.


Διώνη Δημητριάδου
(ανέκδοτο)


(φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας)