Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 

φιλοξενεί 

τη Φωτεινή Βασιλοπούλου

«Τα μάγια»

διήγημα σε πρώτη δημοσίευση
         



Έβαλε στην τσαλατίνα κάνα δυο πρόχειρα ρούχα κι ένα σώβρακο, κείνο με τα πολλά μπαλώματα, φόρτωσε τον Τζουρνούκαλο1  με τα κασμαδοξίναρα, δίπλωσε καλού κακού στο τουβαλιθάκι2  του λίγο ψωμοτύρι για τον δρόμο και κίνησε μπονόρα για τα Γυαλόσκοπα, αφού τ’ ανίψι του ο Μπότης θα ’ρινε μπετά κι έπρεπε να τόνε βοηθήσει.
          Δεν είχε καλά καλά σκαπετήσει απ’ το χωριό σαν ξεπετάχτηκε πίσω από κάτι σφάλαχτρα ένα κρούσμα. Ήτανε έτοιμος να βιτσίσει το γαϊδούρι όταν η χαρακτηριστική φωνή της τον έφερε στα συγκαλά του.
- Πού πας μωρέ ξεπάντουλε, μες στα μαύρα μεσάνυχτα; Δεν άφηνες να ξημερώσει;
          Το παλιονεραϊδόπιασμα, σκέφτηκε. Ήταν ανάγκη να βρεθεί πρωί πρωί στο δρόμο του η προσωποποίηση της γκαντεμιάς; Αλίμονο σ’ όποιον έβαζε στο στόμα της. Κακά ξεμπερδέματα θα ’χουμε, μαθές, είπε και σταυροκοπήθηκε τρις.
          Μετά από μιας ώρας πορεία, μόλις που είχε χαράξει, έδωσ’ έναν πήδο και κατέβηκε στο μαγαζάκι του Μπότη. Μέχρι να του φκιάσει ο ανιψιός έναν καφέ σκέτο, μπήκε στο παλιοσπιτάκι, έβγαλε τα πρόχειρα ρούχα του κι έβαλε τα πιο πρόχειρα, της δουλειάς. Και το σώβρακο με τα μπαλώματα. Ήπιε νια καυτή καταψιά κι ανακάτεψε το τσιμέντο με το νερό, αφού το σταύρωσε πρώτα. Ένας σταυρός ποτέ δεν είναι περιττός. Σώζει από αναποδιές, από ατύχημα, μάτι, είπε κι έξυσε το δεξί του μάτι. Κάποιονε θα ιδώ, σκέφτηκε κι αμέσως μετά έξυσε το δεξί του αυτί. Καλό χαμπέρι θα πάρω, μουρμούρισε χαρούμενος. Έριξε κι άλλο νερό στη λάσπη κι έξυσε τη δεξά παλάμη του και χάρηκε που θα ’παιρνε λεφτά, μα ακόμα περισσότερο που ούλα σήμερα τελικά του πηγαίνανε δεξά. Όταν έξυσε και τ’ απαυτά του, η καρδιά του φλετούρησε. Μωρ’ τούτη κι αν είναι χαρά, συλλογίστηκε και λύθηκε στα γέλια, γιατί δε θυμόταν ούτε καν πόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά. Όχι που το ’κανε με την κυρά του, αλλά που τόνε τρώγανε τ’ απαυτά του. Μετά από λίγο άρχισε να ξαναξύνεται. Στην αρχή αραιά και πού, κι αργότερα όλο και πιο έντονα και πιο συχνά.
          Με το στανιό έβγαλε τη μέρα του. Ξεματώθηκε απ’ το ξύσιμο. Τούτο που του ’τυχε να πάει και να μη ματαγυρίσει. Προφασίστηκε σοβαρή δουλειά στο χωριό κι έφυγε νια ώρα αρχύτερα. Στο δρόμο του γυρισμού ούτε που σκέφτηκε ν’ ανοίξει το τουβαλίθι. Μα την καΐλα, μα τη φαγούρα. Και το είδε το όνειρο. Είχε φάει μπακαλέο αξερμύριστο κι είχε γκανιάξει στη δίψα ούλο το βράδυ.
          Ανάθεμα την ώρα που υποσκέθηκε στον ανιψιό του να τόνε βοηθήσει στα μπετά! Ανάθεμα τη μέρα που του ξημέρωσε, ωρυόταν κι έχωνε τα νύχια όλο και πιο βαθιά και με μεγαλύτερη μανία στο κορμί του που ήτανε κατακόκκινο, έτοιμο να ξεσφερτσιαστεί απ’ το γδάρσιμο. Δεν αντεχότανε η φαγούρα. Έτσι του ’ρχότανε να βουτήξει το πιο φουντωτό σφάλαχτρο και ν’ αρχίσει να ξύνεται με δαύτο. Να βγει απ’ το πετσί του.
          Σφάλαχτρο; Αμ πώς δεν το ’χε σκεφτεί τόσην ώρα! Το κρούσμα. Πρωί πρωί του το σβούριξε το ξόρκι. Αχ μανούλα μου, μάγια. Μου ’χουν κάνει μάγια. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, βόγκηξε και χτύπησε τα πλαϊνά του ζωντανού να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στην κυρά του.
          Σαν έφτασε στο σπίτι, της έσκουξε να πάει να φέρει την ξεματιάστρα την ίδια στιμή.
- Μου ’χουν κάνει μάγια. Μάγια, σου λέου, μάγια.
- Ποιος, ρε παλιοχυμένο γάλα, να σου κάνει μάγια; Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου.
          Όταν της εξιστόρησε το κάζο του, τον πέρασε από γενεές δεκατέσσερες βγάζοντας από πάνω της άχτι σαράντα χρόνων.
- Το παλιοσπιτάκι πρέπει να ’ταν τίγκα στους ψύλλους από τους άπλυτους τους τουρίστες που ξεκαλοκαιριάζουνε στο γυαλό. Που ’ρχόνται απ’ ούλες τις φυλές του Ισραήλ για να μας κολλήσουνε τα ζούδια τους. Οι ψωραλέοι κι οι ψυλλαλέοι!
          Το ξεσταύρι του! Ανάθεμα το παλιοσπιτάκι, βλαστήμησε. Τούτο μο ’λειπε! Γλύτωσα τους ψύλλους της Αλβανίας και θα μου πιουν το αίμα οι ευρωπαϊκοί!
- Κάτσε μωρέ κουτρούλη, ν’ ανάψω το καζάνι και να σου φέρω νια πλάκα σαπούνι να κάνεις ένα μπάνιο να ξεβρομίσεις τι θα μας εύρη η νύχτα με το λακριντί.
- Τι λες, μωρή; Καζάνι; Δεν αντέχω ούτε στιμή. Πάω να κάνω ένα μπάνιο κι ας είναι και μπούζι. Και μετά να μ’ αλείψεις λάδι για να μου περάσει. Και φέρε μου και ρούχα. Και το νου σου, να ’ναι καθαρά.



          
Αυτό δεν έπρεπε να το πει. Την πλήγωσε βαθύτατα. Καθαρά; Μα ούλα τα ρούχα του ήταν πάντα πεντακάθαρα, με σαπούνι χωριάτικο, όχι από φτούνα του εμπορίου, τις παλιομούργες. Βουτημένα και σε σταχτόνερο μάλιστα.
- Άει σαπέρα, μωρέ, που σ’ έχω στα όπα όπα κι εσύ ούλο μου τη λες. Συ κοίτα να μου φέρεις τα πρωινά σου ρούχα να στα πλύνω. Πού τα ’χεις βαλημένα και δεν τα βρίσκω;
- Μες στην τσαλατίνα τη μπλάβη. Κείνη με νια κίτρινη γραμμή στη μέση.
- Πού; Μη μου πεις ότι τη βρήκες…
- …στα κάγκελα.
- Στα κάγκελα; Αχ χριστιανέ μου, εκεί βρήκες να τα βάλεις; Τόσες τσαλατίνες έχουμε; Μαύρε μου, εφτούνη την είχα για πέταμα. Κει μέσα είχα βάλει τα φραγκόσυκα. Αχ η καλιακούδα με σένα που ’μπλεξα! Τι μάγια και ψύλλοι ευρωπαϊκοί! Σε ’φάγαν τα φραγκάγκαθα, μαγκούφη μου. Κι άιντε τώρα να τα βγάλω ένα ένα. Σουβή μου μαύρη, τι με βρήκε πάλε την ερμούλα! Στάκα νια στιμή να φωνάξω την ξεματιάστρα να φέρει κι ένα τσιμπίδι γιατί πώς να προκάνω να στα βγάλω ένα ένα μοναχή μου που μέχρι και στ’ απαυτά σου έχεις γιομίσει, παλιοκουϊούφα!

  1 όνομα γαϊδάρου
  2 πετσέτα

Φωτεινή Βασιλοπούλου



Η Φωτεινή Βασιλοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμάτα. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων της "Για μια χούφτα ζωή". Στις Κριτικές ‘αναγνώσεις’ σ’ αυτό το  blog μπορείτε να διαβάσετε μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου της

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/search/label/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%27%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82%27%20%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AE%20%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85%20%22%CE%93%CE%B9%CE%B1%20%CE%BC%CE%B9%CE%B1%20%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1%20%CE%B6%CF%89%CE%AE%22