Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016


Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 
φιλοξενεί 
τον Δημήτρη Φαρή

«Amor Fati»





Ένας κύκλος έχει 360 μοίρες. Μια μοίρα για κάθε μέρα του χρόνου. Ξυπνάς, το ξυπνητήρι επίμονο, κάθε μέρα 7.30, δεν έχεις περιθώρια επιλογής, ούτε καν σκέψης, το μόνο που λες είναι μια φράση απόγνωσης, η οποία πνίγεται στον ήχο της γρίλιας «πάλι αυτό;» Ένα πεντάλεπτο το κάθε τι: καφές, τοστ, ξύρισμα, ντύσιμο, τσάντα και να ’σαι πάλι στον δρόμο, στη Μοίρα της κάθε Μέρας.
Και όμως οι φιλόσοφοι σε συμβούλεψαν σήμερα να χαρείς το Τώρα, αμέσως πριν γίνει Τότε και το χάσεις. Το κάνεις λίγο βαρύθυμα. Βάζεις μουσική στο αυτοκίνητο, προσέχεις τους ιβίσκους στον δρόμο, «Θεέ μου, τι ομορφιά» ψιθυρίζεις βλέποντας μια Σομαλή με άσπρο φόρεμα να λερώνεται τρώγοντας τα μούρα του δέντρου. Και όμως το κάνεις χωρίς να ξέρεις το γιατί, κάτι άλλο θα ήθελες, ακολουθείς τους φιλοσόφους μήπως βρεις για λίγο νόημα σε αυτό που λένε. Τι αστείο! Και το Τώρα σου μπορεί να είναι βαρετό αν το Σε Λίγο σου είναι σίγουρα.
Σταματάς απότομα. Οι ρόδες σου αφήνουν ελαστικό στον δρόμο, κλείνεις και τη Μουσική, φτάνει πια το Τώρα. Ανοίγεις το αυτοκίνητο, είσαι εκτεθειμένος, δύο ναρκομανείς στρίβουν στη γωνία, θα τους προσπερνούσες σε άλλες περιπτώσεις με ελαφριά καρδιά, τώρα είσαι υποχρεωμένος να τους ακούσεις. Κοιτάς μέσα στον κήπο μια γιαγιά πλέκει δαντέλα, σηκώθηκε από το πρωί για να κάνει αυτό ακριβώς. Την κοιτάς χαμογελαστός και κοντοστέκεσαι στην εικόνα ενός τριαντάφυλλου. Τι όμορφα που είναι τα Λουλούδια, τα Κορίτσια, τα Κορίτσια-Λουλούδια και τα Λουλούδια των Κοριτσιών. Μοσχοβολάει το Είναι σου, είναι καλοκαίρι, αυτές οι υπέροχες τελευταίες μέρες του Ιουνίου, μικραίνει η μέρα πια, αλλά δεν έχεις πάει διακοπές. Και τότε η μυρουδιά από το τριαντάφυλλο σε παίρνει μακριά. Χιόνιζε;  
Έλεγε τότε, ένα χειμωνιάτικο πρωινό «εγώ είμαι παιδί του Καλοκαιριού, 28 Ιουνίου έχω γενέθλια, τις μέρες που δροσίζει… λίγο». Μια γουλιά καφέ και εσύ την κοιτούσες πίσω από τον πάγκο της να δουλεύει , να κάνει τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα και γύρω της άνδρες να τη ρουφούν με τις ματιές τους και να ξεφυσούν το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Μα σήμερα είναι 29 Ιουνίου, την ξέχασες; Μα χτες ήταν Κυριακή, δεν μπορούσες να ζήσεις τη ρουτίνα της; Κόβεις το τριαντάφυλλο, προσέχεις να μη σε δει η γριούλα. Αυτή χαμογελάει, σε αφήνει, σε δικαιολογεί με τον τρόπο της. Μα πώς θα το κάνεις; Είναι μακριά, σε βγάζει από τον δρόμο, σε δέκα λεπτά πρέπει να είσαι στη δουλειά, ακόμα και η μανούβρα είναι δύσκολη, φανάρια, άγχος, πώς έμπλεξες έτσι, εσύ ήσουν πάντα σπίτι-δουλειά δουλειά-σπίτι, Θεέ μου είναι και αυτός ο κτύπος της καρδιάς που τον είχες ξεχάσει.
Φτάνεις αγχωμένος στη διπλανή συνοικία, καλοκαίρι ήδη, οι καφέδες θα έχουν παγάκια πια και αφρόγαλα. Μπαίνεις στο οπτικό της πεδίο, σε αντιλαμβάνεται. Σου χαμογελάει αυθόρμητα, σίγουρα το κάνει σε όλους, είναι ο τρόπος της να έχει κοινό, πελάτες, ανδρικά βλέμματα γύρω της, καπνό από τσιγάρα, θολούρα.
-         Έχεις καιρό να έρθεις…Να τον κάνουμε παγωμένο;
Τη χαζεύεις για λίγο ακόμα να χορεύει πίσω από τον πάγκο της, να παίρνει ικανοποίηση ξέροντας ότι την κοιτάς, ακόμα και όταν δεν σε κοιτάει. Γυρίζει στο ταμείο, με μια κίνηση ρουτίνας πληκτρολογεί το 1.80, ανοίγει το ταμείο και λέει ασυναίσθητα, όπως όλο το πρωί, «ένα ογδόντα παρακαλώ!» Και τότε αφήνεις τα κέρματα και δίπλα το τριαντάφυλλο.
-         Χρόνια Πολλά για χθες!
Είναι για λίγο χαμένη, προσπαθεί να ψελλίσει κάτι σαν «πού το ήξερες;» της λες «εσύ το είπες τα Χριστούγεννα», σε ξανακοιτάει, καθάρισε το τοπίο από τα τσιγάρα των άλλων, δεν χαμογελάει πια, το κάτω χείλι του λουλουδιού τρέμει λίγο, δεν μπορεί να αποφασίσει πού να βάλει το λουλούδι, σε κοιτάει σαν να είσαι ροζ μονόκερως…
Αυτή ήταν η Μοίρα σου για Σήμερα. Η μέρα κυλάει…Φύγε τώρα τρέχοντας…


Δημήτρης Φαρής

(Paul Gauguin)

Δημήτρης Φαρής γεννήθηκε στο Duisburg της τότε Δυτ. Γερμανίας από Έλληνες μετανάστες. Σπούδασε Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως καθηγητής σε Λύκειο. Έχει πτυχίο κλασικού πιάνου και ασχολείται εντατικά με την μελέτη του σαξόφωνου. Κάποια βράδια του χρόνου εμφανίζεται ως μουσικός σε bar και συναυλιακούς χώρους παίζοντας πιάνο και σαξόφωνο σε μικρά jazz μουσικά σχήματα. Με τη συγγραφή ιστοριών ασχολείται από τη στιγμή που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σημαντική και η μνήμη πεπερασμένη. Όταν δεν φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπάει τρέχει σε στάδια και φυτεύει γιούκες σε δημόσιους χώρους. Τις νύχτες, μέσα από τα όνειρα του, ζει μια δεύτερη ζωή.)