Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Θα μπορούσε να είναι μια "ανάγνωση" σε ένα ποίημα. Είναι όμως μια νέα γραφή στα ίχνη ενός ποιήματος.


"Ἡ Μαρίνα τῶν βράχων" 
(διήγημα του Σταύρου Τρικαλιώτη)*






Τά καλοκαίρια πάντα ἡ ἀνθρώπινη φαντασία ἀφήνεται νά καλπάζει σέ μέρη πού  τά ξαναζωγραφίζει ὁ λαμπερός χρωστήρας τοῦ ἥλιου, πού τά δροσίζει τό αὐγινό ἀεράκι, πού τά ἀνασταίνει ἡ γλύκα πού δίνει ἡ ἡσυχία  τοῦ ἀπομεσήμερου. Ἐκείνη τήν ὥρα ὁ κουρασμένος διαβάτης ἔχει γευματίσει κι ἔχει παραδοθεῖ νωχελικά  στή βαλσάμικη σκιά ἑνός γηραιοῦ πλάτανου. Πρίν λίγο  κάτω στήν ἀκροθαλασσιά ὁ ἴδιος  διαβάτης εἶχε δεῖ τή Μαρίνα νά προσπαθεῖ  σά μεθυσμένη νά βρεῖ ἀναπαμό σ᾽ ἕνα σκιερό μέρος. Ὅλη τήν ἡμέρα ἔτρεχε σάν ἀγριοκάτσικο πότε ἀκροβατώντας σέ ἀπόκρημνους βράχους καί πότε κολυμπώντας στά βαθιά κι ἐπικίνδυνα νερά τοῦ μικροῦ μας νησιοῦ.
   «Μά ποῦ γύριζες, Μαρίνα, ὁλημερίς;»  Δέν σέ άναζήτησαν οἱ δόλιοι γονιοί σου ἤ ἤσουν ἕνα ὀρφανό πλάσμα ξεχασμένο στήν ἄγρια φύση; Ὅταν ὁ ἄνεμος φυσοῦσε ὁρμητικός καί παρέσυρε μαζί του τίς ὑπέροχες θαλασσινές μυρωδιές, ἐρχόταν καί ξέμπλεκε τά μαλλιά σου καί τότε φαινόσουν σάν πλάσμα ἐξωτικό, σάν τή μυθική γοργόνα πού ρωτοῦσε μέ ἀγωνία γιά τήν τύχη τοῦ χαμένου ἀδερφοῦ της. Τά μάτια σου ἀπό τό φάγωμα τῆς ἁρμύρας καί τά χτυπήματα τῆς ἄμμου εἶχαν γίνει κατακόκκινα.
  Τί ἔψαχνες νά βρεῖς τόσες μέρες χοροπηδώντας  σέ μέρη ἀπάτητα καί ματώνοντας τίς ἄκρες τῶν ποδιῶν σου, Μαρίνα; Ἴσως ποτέ δέν θά μᾶς  τό πεῖς γιατί ξέρεις πολύ καλά νά σφαλίζεις τά μυστικά σου καί δείχνεις νά φοβᾶσαι τίς ὕποπτες ἐρωτήσεις τῶν στεριανῶν. Ἴσως καί νά φοβᾶσαι μήπως σέ φυλακίσουν – ξέρουν αὐτοί, ἄν θέλουν, νά βροῦν τούς λόγους καί τίς αἰτίες- στά σκοτεινά καί ἀνήλιαγα μπουντρούμια τους. Γι᾽αὐτό κι ὅταν τούς βλέπεις ἀπό μακριά, τρέχεις μέ ὅση δύναμη ἔχεις νά κρυφτεῖς στά θαλασσινά σου καταφύγια. Ἔτσι ἐξηγεῖται πού ἐλάχιστοι σέ ἔχουν δεῖ τόν τελευταῖο καιρό.
   Μόνο πρίν δύο χρόνια, ἕναν  μικρό Σεπτέμβρη, ἦρθες ἀντιμέτωπη μέ ἕναν χωριάτη,  σιμά σέ μιά ἀνηφόρα. Κι ἐκεῖνος – τί θράσος, Θεέ μου- ἄρχισε νά σέ περιεργάζεται ἀπό τήν κορφή ὥς τά νύχια  καί νά σοῦ κάνει ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις. Γιά μιά στιγμή ἔνιωσες ν᾽ ἁπλώνει τά βέβηλα χέρια του πάνω σου, ἀλλά σύ  σάν ἔμπειρο χέλι  πρόλαβες καί τοῦ γλίστρησες! Ἔκτοτε δέν σέ ματαεῖδε ἀνθρώπινο μάτι. Πῆρες μέ φόβο τούς ἀνθρώπους κι ἔγινες σάν  θαλασσινό ἀγρίμι πού σφυρίζει σάν πέφτει τό βράδυ λυπητερά. Τρέφεσαι μέ ἀγριόχορτα, πεταλίδες καί μύδια.  Μέ τόν καιρό συνήθισες τό κρύο. Στά μεγάλα χιόνια κουρνιάζεις σέ μιά μυστική σπηλιά, πού μόνο ἐσύ κι ὁ Θεός τήν ξέρει.
   Ποῦ καί ποῦ ἀναπολεῖς τίς φίλες σου καί θυμᾶσαι τίς χαρούμενες φωνές σας, τά παιχνίδια σας, τούς κοινούς σας πόθους καί τά κοινά σας ὄνειρα,  πού γιά σένα ἔμειναν ἀπραγματοποίητα. Ἀναρωτιέσαι τί νά ἔγιναν καί τί τάχα νά σκέφτονται τώρα γιά σένα. Ὕστερα σέ μεθάει τό θαλασσινό ἀεράκι, σέ ξανανιώνει καί τά ξεχνᾶς ὅλα. Τό καλοκαιράκι εἶναι σάν νά ξυπνᾶς ἀπό χειμερία νάρκη. Βγαίνεις ἀπό τό κρυσφύγετό σου σάν μικρή πεταλουδίτσα κι ἀφήνεσαι νά σέ ὁδηγήσει ὁ ἀγέρας σέ μέρη ἀπάτητα καί παραδεισένια. Ἡ τρικυμία ἔγινε ἕνα μέ τήν ὕπαρξή σου. Ἡ ζωή σου κατάντησε ἕνα πελώριο ἀφρισμένο κύμα πού χτυπιέται ἀπό βράχο σέ βράχο καί βυθίζεται ὁρμητικά  στό ἀνοικτό πέλαγο. Φορᾶς ἕνα κόκκινο σάν τό αἷμα φόρεμα πού ἀπό τά πολλά σκισίματα ἔχει χάσει τό χρῶμα του καί μοιάζει πλέον σάν σάπιο μῆλο. Μόνο οἱ ζέστες καί τό χρυσαφί τοῦ καλοκαιριοῦ τό κάνουν νά μοιάζει μέ ὁλόχρυση τουαλέτα,  πού τό ἐκτυφλωτικό της χρῶμα διακόπτουν δαντέλες ἀπό βαθύ μπλέ κι ἀνοικτό γαλάζιο. Πολλές φορές κάθεσαι καί χαζεύεις τό καινούργιο σου φόρεμα κι εὐχαριστεῖς τόν Θεό γιά τό ἀναπάντεχο δῶρο πού σοῦ ἔκανε. Μοναδική σου διασκέδαση εἶναι νά παίζεις ἀχόρταγα σέ ἀπρόσιτους γιαλούς, πού τούς στολίζουν  πολύχρωμα βότσαλα καί νά φτιάχνεις κάστρα, παλάτια καί πολιτεῖες, στίς ὁποῖες κάποτε ὀνειρεύεσαι ὅτι θά ζήσεις.
   Μερικές φορές, ὅταν - ὅπως εἶναι φυσικό- σέ πιάσει τό παράπονο, ἀρχίζεις νά ρωτᾶς μέ ἀγωνία «τό κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο». Ἔχετε γίνει φίλοι ἐδῶ καί καιρό καί εἶναι τό μόνο πού τό ἐμπιστεύεσαι καί τοῦ ἀνοίγεις τήν πολυκύμαντη κι εὐαίσθητη  ψυχή σου. Κι ἐκεῖνο σά σοφό κι ἐπειδή ἔχουν δεῖ πολλά τά μάτια του, σοῦ ἀποκρίνεται μέ μιά μυστική γλώσσα πού μοιάζει μέ τούς ἤχους ἁρμονικῆς μουσικῆς. Στήν ἀρχή δέν τό καταλάβαινες. Ὅταν ὅμως τό ἀγάπησες, ἄρχισες ν᾽ ἀποκρυπτογραφεῖς τά μηνύματά του. Σοῦ δίνει κουράγιο νά συνεχίσεις τό ἀσταμάτητο τρέξιμό σου κι ἀναπτερώνει μέσα σου τήν ἐλπίδα γιά ἕνα καλύτερο αὔριο. Θέλεις νά ξεφύγεις κάποτε ἀπό αὐτή τή θλιβερή μοναξιά τῆς θαλασσινῆς ζωῆς. Μερικές φορές ἀκοῦς τήν καρδιά σου νά χτυπᾶ μέ ἤχους ταραγμένους καί εἶναι αὐτές οἱ ὧρες πού νοσταλγεῖς τό σπιτικό σου, τούς γονεῖς σου καί τίς ἀγαπημένες σου φίλες. Ὅμως δέν ἀφήνεις γιά πολύ τίς ἀναμνήσεις νά σέ πληγώνουν. Τρέχεις, χοροπηδᾶς, βουτᾶς στά ζεστά θαλασσινά νερά καί χάνεσαι στά κρυστάλλινα  νερά τους. Τότε αὐτό «τό αἴσθημα πού σέ μάτωνε», ἐξαφανίζεται. Ἀρχίζεις νά ζεῖς πάλι, ἀνάλαφρη σάν μικρός ἀετός, πού ἀρχίζει ν᾽ ἀνακαλύπτει τήν ὀμορφιά τοῦ πετάγματος.
   Ἄλλοτε, τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ, ἀνεβαίνεις σέ ἕναν  ψηλό καί ἀπόκρημνο βράχο, ἁπλώνεις τά χέρια σου σέ σχῆμα σταυροῦ κι ἀγναντεύεις τόν ἥλιο πού ἀποχαιρετᾶ τή θάλασσα. Ἐκείνη τήν ὥρα εἶναι πού σέ ἀκούω νά κάνεις τήν προσευχή σου  μέ λόγια πού εἶχες μάθει ἀπό τό σπίτι σου, ἀλλά τίς περισσότερες φορές μέ αὐτοσχέδιες προσευχές.
   Μέ τόν καιρό ἀπέκτησες μιά ἀξιοζήλευτη φρόνηση. Τώρα βλέπεις τούς ἀνθρώπους καί τά ἀνθρώπινα πράγματα  μέ πιότερη ἀγάπη καί κατανόηση. Ἔχεις ἀρχίσει καί δικαιολογεῖς πρόσωπα καί καταστάσεις πού στό παρελθόν σέ εἶχαν πληγώσει καί ἀναστατώσει. Ὁ χρόνος πού πέρασε σμίλευσε τήν ψυχή σου σάν περίτεχνος γλύπτης. Ἔχεις πλέον ἀποκτήσει μιά σπάνια εὐαισθησία καί λεπτότητα. Καθώς ἀνοίγεις τά χέρια σου σέ προσευχή τά δειλινά νιώθεις μιά  ἀπέραντη ἀγάπη γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Θέλεις νά ἐπιστρέψεις στήν Πολιτεία πού γεννήθηκες, ἀλλά διαρκῶς τό ἀναβάλλεις.  «Ἔχεις μιά πικρή γεύση τρικυμίας στά χείλη σου» καί θέλεις κάποτε νά τήν ἀποβάλεις. Ψάχνεις νά βρεῖς τόν τρόπο καί τόν κατάλληλο καιρό. Δέν θέλεις νά ζεῖς πλέον ἀπομονωμένη «δίχως χθές καί αὔριο». Σέ φοβίζει πλέον ἠ παρατεινόμενη διαμονή σου στά βράχια καί στά γαλανά νερά. Ὅσο κι ἄν ἀγάπησες αὐτήν τήν ἐρημική ζωή, βλέπεις πλέον καθαρά σέ τί ἀδιέξοδα σέ ὁδηγεῖ. Περιμένεις τήν κατάλληλη στιγμή πού θά ἀποχαιρετήσεις  τό ἀγαπημένο σου «κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο», τήν κρυφή σπηλιά σου, τήν ἀγαπημένη σου θάλασσα, τά ἄγρια βράχια, τούς ἀχώριστους  αὐτούς φίλους σου,  πού  τούς ἔμαθες πλέον μέ τό ὄνομά τους.
   Τί εἶσαι τελικά, Μαρίνα; Κορίτσι; Ξωτικό; Αἴνιγμα; Ἤ μήπως ἕνα τρεμάμενο σπουργιτάκι, πού ἔχασε τόν προσανατολισμό του καί θέλει νά ξαναγυρίσει στή ζεστή φωλιά του καί στή στοργή τῆς μητέρας του;
   «Μά ποῦ γύριζες πάλι, ὁλημερίς, Μαρίνα τῶν βράχων»;

Σταύρος Τρικαλιώτης

* Ἀφορμή ἔμπνευσης στάθηκε τό ὁμὠνυμο ποίημα τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, μέ διαφορετικές ὅμως μυθοπλαστικές διαστάσεις καί μηνύματα.

Ἁγία Παρασκευή 
Κυριακή Πεντηκοστῆς,  19 / 06 / 2016

Ο αἰδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Σταῦρος Τρικαλιώτης εἶναι ἐφημέριος τοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ  ῾Αγ. Παρασκευῆς ᾽Αττικῆς. ῎Εχει  σπουδάσει  Θεολογία καί τή Φιλολογία στό Ἔθνικό καί Καποδιστριακό Παν/μιο ᾽Αθηνῶν.) Εἶναι   Πρόεδρος τῆς Διαχειριστικῆς ᾽Επιτροπῆς τοῦ παρεκκλησίου τῶν ῾Αγίων ᾽Αναργύρων Πευκακίων Ἁγ. Παρασκευῆς καί  ὑπεύθυνος τῆς Σχολῆς Γονέων τῆς ἐνορίας τῆς ῾Αγ. Παρασκευῆς. ῎Εχει συγγράψει τό ἑρμηνευτικό πόνημα:  ῾Τά ῞Ενδεκα ῾Εωθινά Εὐαγγέλια´´, τό ὁποῖο καί ἔτυχε εὐμενῶν κριτικῶν,
 ἀρθρογραφεῖ στόν ᾽Εκκλησιαστικό καί τόν τοπικό Τύπο καί τόν τελευταῖο καιρό δραστηριοποιεῖται στήν τοπική ἱστοσελίδα 
www.aganargyroi.gr  τῆς ὁποίας τυγχάνει Διαχειριστής.

(J.J. Brown, Waiting for William, 1879)