Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016


Μαγική η λογοτεχνία

(με αφορμή μια θύμηση του Θοδωρή Γκόνη)





Κάποια εσωτερική, αόρατη επικοινωνία θα υπάρχει, ποιος ξέρει από πού εκπορευόμενη, και όλα μοιάζουν μαγικά. Ξαφνικά, μέσα στο βράδυ, την ώρα που στο μυαλό γυρίζει μια εικόνα από τις πρώτες μνήμες, τις παιδικές, εκείνες τις άτιμες που επιμένουν να σε πονούν όταν δεν τον προσκάλεσες τον πόνο. Στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Τάχα κουράστηκες κι εκβίασες το σκαρφάλωμα στην αγκαλιά του. Κι εκείνος που ποτέ δε σου χάλαγε χατίρι σε σήκωσε ψηλά και σε προσγείωσε στην πλάτη του. Τότε ακριβώς να ανοίγεις αγαπημένο βιβλίο και να βρίσκεις εκεί δα ακουμπισμένο με τα λόγια αλλουνού το δικό σου φυλαγμένο.

«…Να είσαι μόνος μέσα στο αυτοκίνητο και να ταξιδεύεις με όλους τους δικούς σου πλάι σου. Να συζητάς, να τραγουδάς, να τραγουδάτε τα τραγούδια σας, να γελάτε τα αστεία σας, να σιωπάς, να μιλάς, να θυμώνεις, να μαλώνεις, να ζητάς, να ανοίγεις τεφτέρια, διαθήκες, λογαριασμούς παλιούς, να ρωτάς, να ρωτάς επίμονα, να ζητάς εξηγήσεις για τους ανθρώπους σας που χάθηκαν, περιουσίες, σπίτια, έρωτες, γάμοι, αρρώστιες, προδοσίες, θάνατοι, ταξίδια, ξενιτιές…
Να ανοίγεις πόρτες κι αγκαλιές, να αλλάζεις ταχύτητες σαν τον τρελό κι αυτός να σε συμβουλεύει: ‘Πιο σιγά, πιο σιγά. Θα προλάβουμε. Εσύ θα προλάβεις…’
Πώς γίνεται να βλέπεις, να έρχεσαι πάνω στον ώμο του γελώντας, χαχανίζοντας, κι αυτός να είναι δίπλα σου αδύναμος στον πυρετό, στο παραμιλητό…»
(απόσπασμα από το βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Ο ύπνος της Αδριανουπόλεως», κείμενα της θητείας του Βορρά», εκδόσεις Άγρα)

(Paul Gavin, Father and son)