Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

«Ο πρωταγωνιστής Χρόνος» γράφει η Πέρσα Κουμούτση για το βιβλίο «Βιωμένος χρόνος» της  Διώνης Δημητριάδου, εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/viwmenos-chronos/


«Ο πρωταγωνιστής Χρόνος»

γράφει η Πέρσα Κουμούτση

για το βιβλίο «Βιωμένος χρόνος - μικρές ιστορίες»

της  Διώνης Δημητριάδου, εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/viwmenos-chronos/





Ο βιωμένος χρόνος σε συνέχειες

παραμονεύει σαν του παιδιού τα ίχνη μέσα μας

παράλογος εφιάλτης

όσο κι ο φόβος στα παραμύθια.





Στη μικρή αυτή συλλογή ιστοριών της συγγραφέως Διώνης Δημητριάδου,  πρωταγωνιστεί ο χρόνος, μαζί με εκείνες τις εμπειρίες ζωής, τα βιώματα που μετουσιώθηκαν πια σε μνήμη και που σαν ανεξίτηλα ίχνη καιροφυλακτούν μέσα μας. Παραμονεύουν σαν ένα όνειρο ή έναν εφιάλτη, που η συγγραφέας εξισώνει εδώ με τον φόβο στα παραμύθια των παιδιών. Παρόλα αυτά, σαν πρόκληση ή υπόσχεση που έχει δώσει στον εαυτό της, η συγγραφέας τον αναβιώνει, τον ιχνηλατεί, τον παρακολουθεί από κοντά, ίσως θέλοντας έτσι να συμφιλιωθεί μαζί του, να τον αποδεχτεί, ενδεχομένως ή και να τον απογυμνώσει από τη μυστηριώδη, όσο και αινιγματική του φύση/διάσταση, παραθέτοντας τις μικρές αυτές ιστορίες-βινιέτες, που διέπονται από έντονο συναίσθημα, αλλά και μια διακριτή ποιητικότητα και λυρισμό. Τις πρωταγωνιστικές μορφές των μικρών αυτών ιστοριών αποτελούν πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή της κι άφησαν κι αυτά τα ίχνη τους με τον ένα ή άλλο τρόπο, άλλοι πάλι θυμίζουν σκιώδεις φιγούρες που τα χαρακτηριστικά τους δεν είναι ξεκάθαρα, αλλά θολά και ακαθόριστα, όλα όμως είναι ψήγματα δικά της, κομμάτια της που παίρνουν σάρκα και οστά και αφηγούνται τις ιστορίες εκ μέρους της, μαρτυρώντας πάντα στον αναγνώστη τον στοχασμό, τις βαθύτερες σκέψεις και τους προβληματισμούς της ιδίας για τη ζωή, τη συνάφεια μας με τους άλλους, την αγάπη, το ανεκπλήρωτο του έρωτα. Όπως και τη σχέση της με την τέχνη, που αποτυπώνει εύστοχα εδώ: «Η Τέχνη εισβάλλει στη ζωή ακάλεστη και σου παίρνει τον αέρα, μόλις αντιληφθεί την ασθενή σου αντίσταση στις εκπλήξεις.».
Η τέχνη για τη Δ.Δ είναι σαρωτική, εισβάλλει στη ζωή μας σαν άνεμος και μας αιφνιδιάζει, μας  κόβει την ανάσα.  Στις περισσότερες ιστορίες,  ο αναγνώστης συμμετέχει σε ένα ‘παιγνίδι’ αναγνώρισης, συνέχειας αλλά και ταύτισης, Άλλοτε πάλι καλείται να γεμίσει τα κενά, να αποκωδικοποιήσει τα όσα υπαινίσσονται ανάμεσα στις γραμμές, να συ-δημιουργήσει δηλαδή μαζί της και εκεί εντοπίζεται η σπουδαιότητα αυτής της συλλογής. «Μια γυναικεία φιγούρα στην αποβάθρα του συρμού. Μια βαλίτσα παλιοκαιρίσια, καρό, υφασμάτινη, δεμένη με λουρί. Καπέλο. Και παλτό τριμμένο στον γιακά. Μέτριο τακούνι στα παπούτσια, καρφωμένο δυο φορές για να κρατήσει. Μια κοιτάζει από δω, μια κοιτάζει από κει. Σαν να είχε κάποια διαφορά η κατεύθυνση. Του ανέμου. Έρχεται το τραίνο. Οι λιγοστοί επιβάτες βαριεστημένα ταξιδεύουν. Η γυναίκα άφαντη. Η βαλίτσα παρατημένη στην άδεια αποβάθρα. Σαν ψάξει για τη βαλίτσα της, θα θυμηθεί. Έπρεπε να αφήσει σημάδι αναγνώρισης: ήμουν εδώ, γυναίκα μόνη, σήμερα το απόγευμα, στις 17:45, το τραίνο ήρθε, το κοίταξα στα μάτια. Ανέβηκε άραγε; Μάλλον δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς αυτή πάντα ταξίδευε.»

Η  έννοια του χρόνου απανταχού παρούσα, λοιπόν, αφού μέσα σε αυτόν τον ‘Χρόνο’ ζούμε, ερωτευόμαστε, πονάμε και ελπίζουμε, μαθαίνουμε για τα παράλογα όσο και σαγηνευτικά κι ανεπανάληπτα της ζωής. Κι ο χρόνος, σαν φευγαλέο όνειρο, δεν στέκεται ποτέ, τρέχει ασταμάτητα, μας ξεφεύγει πάντα σαν να ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια μας. «Νομίζω δεν μου φτάνει ο χρόνος.  Αυτό μου συνέβαινε πάντα. Κάθε φορά που ξεκινούσα κάτι, ας πούμε ένα ταξίδι, μια νέα δουλειά ή απλώς την προετοιμασία μου για μια ωραία βραδιά με φίλους, με κυνηγούσε η προοπτική του τέλους, εξομολογείται ο πανικόβλητος πρωταγωνιστής του διηγήματος . Όταν τελειώσει αυτή η μέρα, και οι εικοσιτέσσερις ώρες της, εγώ ήδη θα ζω την εικοστή πέμπτη ώρα.»  Ο πρωταγωνιστής Χρόνος σ’ αυτήν εδώ τη συλλογή παίρνει διάφορες μορφές, ενδύεται ποικίλους ρόλους. Άλλοτε γίνεται απηνής κι άλλοτε ‘μειλίχιος’, συμπονετικός’ κάποιες φορές απτός κι αληθινός κι άλλες πάλι άπιαστος κι απρόσιτος. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο παραμένει καθοριστικός, καθαρκτικός, εξαγνιστικός. Οι ιστορίες  Διώνης Δημητριάδου ποικίλουν σε μέγεθος. Κάποιες είναι εξαιρετικά σύντομες και θα τις συνέκρινα με μικρά πεζόμορφα ποιήματα κι άλλες όχι τόσο μικρές, σε κάθε περίπτωση ο ποιητικός λόγος κυριαρχεί σε όλες. Κι Όλες διέπονται από ένα λυρισμό που σε αγγίζει, σε συγκινεί, ενώ ο αναγνώστης είναι αδύνατον να μείνει αμέτοχος, να μην ταυτιστεί με τους ήρωες-σκιές των ιστοριών της. Στις αρετές του βιβλίου συγκαταλέγονται οι εξαιρετικές περιγραφές των φυσικών φαινομένων που ταιριάζουν απόλυτα στον συναισθηματικό κόσμο αλλά και την αισθητική της συγγραφέως. Και βέβαια, διάχυτη είναι η νοσταλγία της, αφού οι περισσότερες ιστορίες ενέχουν αναπόληση του παρελθόντος, κι αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις που συνδέονται με αυτό. Δεν ήταν εύκολο να επιλέξω κάποιες ιστορίες που μου άρεσαν περισσότερο, αφού η κάθε μια ανταποκρίνεται και σε μια διαφορετική έκφανσης της ζωής της, της ζωής μας, ενώ όλες μαζί αποτελούν ένα άρτιο Όλο, ένα εξαιρετικό σύνολο. Ενδεικτικά, ωστόσο, παραθέτω  δυο, που άγγιξαν δικές μου προσωπικές χορδές κι ανταποκρίνονται λίγο έως πολύ στις λιγοστές αυτές σκέψεις που παρέθεσα πιο πάνω. Έτσι κλείνω τη σύντομη αυτή αναφορά με τον ‘Συνυπολογισμό» και την ιστορία της με τον αγγλικό τίτλο impression της Διώνης Δημητριάδου ευχόμενη καλή επιτυχία στην ίδια και στο βιβλίο της.



«Συνυπολογισμός»

Ήταν πάντα το πρώτο τηλεφώνημα, πρωινό πολύ και αναμενόμενο. «Ξέρεις πόσα κλείνεις;» Η ίδια ερώτηση συνοδευόμενη από κοφτό γελάκι (κάποιος θα το παρεξηγούσε για σαρκασμό – όχι εγώ). Και βέβαια ήξερε πολύ καλά την ηλικία μου. Πιο πολύ ήθελε να υπολογίσει τη δική του που, όσο εγώ μεγάλωνα, την έσερνα αναπόφευκτα μαζί μου ως το τέρμα. Πάνε χρόνια τώρα που το τηλέφωνο σιγεί. Δεν έχω παράπονο. Στην πραγματικότητα παίρνουν αρκετοί, όμως λείπει αυτός ο συνωμοτικός συνυπολογισμός. Ανάμεσα σε μένα και στον πατέρα μου.



«impression»

Σε μια ρεπροντιξιόν σε μουσαμά και με λευκή κορνίζα. Έτσι πρωτοαντίκρισα τον πίνακα του Βίνσεντ βαν Γκογκ Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην Αρλ. Θέλει και η impression τον τρόπο της. Πώς θα σε χτυπήσει με την πρώτη ματιά. Χωρίς ιδιαίτερη εξήγηση, χωρίς καμιά δικαιολογία. Η Τέχνη εισβάλλει στη ζωή ακάλεστη και σου παίρνει τον αέρα, μόλις αντιληφθεί την ασθενή σου αντίσταση στις εκπλήξεις. Δεν απαιτεί γι’ αυτό ειδικές σπουδές (ευπρόσδεκτες ωστόσο) ούτε αποδεικτικά πτυχία. Και έτσι ο σκοτεινός ψυχικά ζωγράφος γίνεται εικόνα της εφηβείας σου. Κάθε φορά που βλέπω το καφενείο του, θέλω κι εγώ ακάλεστη να κάτσω στα καθίσματά του. Και τότε αυτός μου γνέφει πίσω από τα χρώματα φιλικά λέγοντας: «Μα είμαστε γνωστοί από παλιά». Έχει δίκιο.



«Runaway»


Μια γυναικεία φιγούρα στην αποβάθρα του συρμού. Μια βαλίτσα παλιοκαιρίσια, καρό, υφασμάτινη, δεμένη με λουρί. Καπέλο. Και παλτό τριμμένο στον γιακά. Μέτριο τακούνι στα παπούτσια, καρφωμένο δυο φορές για να κρατήσει. Μια κοιτάζει από δω, μια κοιτάζει από κει. Σαν να είχε κάποια διαφορά η κατεύθυνση. Του ανέμου. Έρχεται το τραίνο. Οι λιγοστοί επιβάτες βαριεστημένα ταξιδεύουν. Η γυναίκα άφαντη. Η βαλίτσα παρατημένη στην άδεια αποβάθρα. Σαν ψάξει για τη βαλίτσα της, θα θυμηθεί. Έπρεπε να αφήσει σημάδι αναγνώρισης: ήμουν εδώ, γυναίκα μόνη, σήμερα το απόγευμα, στις 17:45, το τραίνο ήρθε, το κοίταξα στα μάτια. Ανέβηκε άραγε; Μάλλον δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς αυτή πάντα ταξίδευε.

Πέρσα Κουμούτση