Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ανθολογώντας από 8 ποιητικές συλλογές (επιλογή-επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου) η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/anthologwntas-apo-8-poiitikes-sylloges/


ανθολογώντας από 8 ποιητικές συλλογές
η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/anthologwntas-apo-8-poiitikes-sylloges/





Λιλή Ντίνα

Θυρίδα μνήμης

εκδόσεις Γαβριηλίδης




Ενώπιος ενωπίω



Τα όνειρα που στάλαζαν

στην οροφή της πραγματικότητας

γκρέμισαν τη στέγη μου

κι απλώθηκαν σε όλο το νου

σαν χάδι

Προσδοκώντας,

γλίστρησα

Έκανα γυαλιά καρφιά την ηρεμία μου

κι ύστερα έστρωσα καταγής

για ένα πικ νικ με τις αλήθειες μου






Η ευρυχωρία της φαντασίας





«Γιατί να φτιάξω από όνειρο

τη  μόνη ζωή που έχω;»

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ



Δε φαντάστηκε ότι

όλα αυτά τα χρόνια

ταξίδευε σ’ ένα τόσο μεγάλο σύννεφο

Ώσπου τέλειωσαν τα καύσιμά του

και προσγειώθηκε σε μικρότερο



Κοιτώντας το από μακριά

αναρωτιέται

τι το ’θελε τόσο ευρύχωρο

η φαντασία της



Όχι πως δεν είχε οφέλη

αλλά να,

έμεινε πολλή βροχή μέσα της







Μαρία Γερογιάννη

 Φωνή φωνηέντων

 εκδόσεις Μελάνι





Πλάνες



Θα συναντηθούμε

σ’ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο

στην άκρη του καιρού



Θα σε αναγνωρίσω

Θα με αναγνωρίσεις



Από τα πονεμένα σου δάκτυλα

Από τα πονεμένα μου δάκτυλα

Ξεφυλλίζοντας,



Τις πλάνες του χειμώνα

που έφερναν τ’ άδεια φεγγάρια στα πόδια μας



Τις πλάνες του καλοκαιριού

που έλιωναν τους πάγους στις φτερούγες των πουλιών



Μου πρόσφερες

Σου πρόσφερα

Κρασί από ροδάκανθα






Η σκιά



Πώς να σε ντύσω

Πώς να σε βάψω

Να σου φορέσω ψηλά τακούνια,

ψηλόλιγνη φιγούρα

Πώς τα μαλλιά σου να χτενίσω

να γράψουν λέξεις να τις δω



Σου ζήτησα να φέρεις χρώματα,

του καραβιού σου τα πανιά να ζωγραφίσω.



Άσπρα τα θέλεις τα πανιά σου







Ιωάννα Κοσιώρη

 Για μια Φαύστα

 εκδόσεις βακχικόν





Αυγουστιάτικο μελτέμι



Φυσάει!

Τα λόγια δεν μπορούν να ακουστούν.

Πνίγηκαν στα μελτέμια.

Σαν να μην ήταν φρόνιμο να ειπωθούν.

Σφραγίστηκαν σε στόματα κλειστά.

Η σκόνη παραμονεύει να μας πνίξει.

Μάσκες οξυγόνου και μηχανική υποστήριξη

χρήζει η επικοινωνία μας.

Εγώ εδώ, εσύ εκεί, τόσο κοντά, μα τόσο χώρια.

Τα σώματα δεν αγγίζονται πια.

Σαν ξένα περιφέρονται στον χώρο.

Όλα είναι ζήτημα χρόνου.

Η δυσοσμία του θανάτου, τόσο φρέσκια!






Θέλω



Θέλω νερό για να πλυθώ

και ήλιο να ανθίσω.

Μια στέρνα με ύψωμα ρηχό

σαν φίδι να αποκοιμηθώ

το δέρμα μου ν’ αφήσω.

Θέλω δοξάρι ηχηρό

να παίξει το μονότονο

τραγούδι της ζωής μου.

Σε βράχο δύσβατο γκρεμνό

να ανέβω ωσάν αερικό

και ν’ αγναντέψω πέλαγο,

τα μάτια μου να κλείσω.







Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος,

 Αταξίδευτα

 εκδόσεις (poema…)






Τι ώρα πήγε



Η αυλαία

Θεατρίνοι ήρθε η ώρα



Τα σακάκια τους κρεμασμένα στο φεγγάρι

Γέρνει το σύμπαν στη μεριά τους

Θα σκεπάσουν τη γύμνια τους

σ’ ένα παραβάν με κουρτίνες από κορμιά ανθρώπινα

θεατών που βλέπουν τα πάντα

κρεμάμενοι από τα χείλη τους

Θα χαθούν στο πλήθος ψάχνοντας ρόλο

Η αυλαία στο τέλος θα πει τι ώρα πήγε




Εξήγηση



Εάν κλάψω μεσημέρι

και καλοκαίρι που θα ’ναι

θα αγριέψουν οι θάλασσες μπροστά μου

θα βουρκώσουν τα λιοπύρια στην αχλή του λυγμού μου

Πόσοι τζίτζικες θα νομίζουν πως γελάστηκαν;



Θα με βάλουν για ύπνο

κι εγώ

με το δάκρυ κάτω από το μαξιλάρι

πού να τους εξηγώ για τα θαύματα που γίνονται στον κήπο







 Νίκος Μπατσικανής

Κύρους κατάβαση

Εκδόσεις Γαβριηλίδη



Τ’ ασίγαστο κύμα της μνήμης

γεμάτο κοχλάδια του παρελθόντος

κι η σύγκριση αναπόφευκτη.



Που κάποτε αλλιώς ήταν

και «πώς» φτάσαμε δω

είδηση δεν πήραμε.



Χρυσές του ήλιου θυγατέρες

τώρα γεμάτες δηλητήριο

αντί ζωή

σαν πρώτα.




[…]



Μόλις η θύελλα κόπασε

και τα νερά τραβήχτηκαν

γύρισα στον τόπο του εγκλήματος

μόνος

να ψάξω ξανά στις όχθες.

Κι όπως ανακάτευα το βούρκο

του ρουμανιού

έχοντας ξάγρυπνο φρουρό το μάτι  μου

σε  μια γωνιά της γούβας

αντίκρισα φως

και μια Παναγιά ξεχώριζε

μέσα στη γλίτσα

άθικτη και καθαρή

παρ’ όλη τη λασπουριά

τριγύρω

για χρόνια

κι από δίπλα

το χαϊμαλί μου.



Δεν πίστευα στα μάτια μου

κι ακαριαία

σταυροκοπήθηκα

στη θέα Της.







Φροσούλα Κολοσιάτου

Φοράει τα μάτια του νερού

Εκδόσεις Γαβριηλίδη





Δρεπανηφόρο άρμα



Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη

Σαν μάνα Τρωαδίτισσα

Μες στην καταστροφή

Να ψάχνει τα παιδιά της

Στασιάζουν οι νεκροί

Και στάζουν αίμα

Σαν την πυρακτωμένη μήτρα

Της Αίτνας

Και το σβησμένο άστρο

Της Συρίας




Όσο πιο μακριά τόσο πιο επικίνδυνα



Του αποχωρισμού ο κόσμος τους

Αυτοί που φεύγουν δεν έχουν όνομα

Μιλά η θλίψη

Μονόλογος της νύχτας

Τα χέρια ενώνονται κάτω από το νερό

Πετούν όλες τις επιθυμίες τους στον άνεμο



Όπως ο καπνός

Αναρριχώνται στο σκοτάδι

Το κάλεσμα του πόνου

Μια βουή

Σειρήνα που ουρλιάζει

Σαν να ακρωτηριάζει το φεγγάρι



Ένας πατέρας

Έχασε όλα τα παιδιά του στη θάλασσα







Έλενα Πολυγένη

Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών

Εκδόσεις Γαβριηλίδη



Κάτι σαν επικήδειος



Είμαστε κάτι σύμβολα αριθμητικών πράξεων.

Μαθητές έρμαια χαοτικών τάξεων.



Είμαστε τα αποτελέσματα αέναων αυξομειώσεων.

Μαθηματικές αποδείξεις των πιο ασήμαντων

                                           διαπιστώσεων.



Είμαστε συλλαβές λέξεων άνευ νοήματος.

Σύμφωνα και φωνήεντα ομαδικού παραληρήματος.



Είμαστε συμπεράσματα γενικών και στείρων

                                               υποθέσεων.



Αντικείμενα μελέτης ενός παρατηρητή

                              αμφίβολων προθέσεων.






Άοπλοι



Εμείς, οι  μικροί, κρυφτήκαμε

            στους αχυρώνες.



Τα χέρια μας ανίκανα

           ν’ ανοίξουν τη βρύση.



Μας έμεινε μόνο το κλειδί

                      της αρνήσεως.



Το σπρώξαμε μέσα στα κλειστά

                        στόματά μας.



Ήταν ο μόνος τρόπος

-πονώντας πολύ-

να πούμε το όχι.







Σάββας Λαζαρίδης

Ύστερα

Εκδόσεις Σαιξπηρικόν



Νεκρός πατέρας



Ο πατέρας πέθανε

-ή μήπως τον σκότωσα εγώ;-

τουλάχιστον ήταν ευκαιρία

να φορέσει τα καλά του



Στην καρέκλα κάθισε σκυφτός

δεν είχαν ειπωθεί τα πάντα

στη σκέψη εκείνης της έλλειψης

τον ξύπνησε το γερασμένο ξύλο



Χθες μου εκμυστηρεύτηκε

πως θα συναντούσε τη μητέρα

θρήνησα -ακόμη θρηνώ, δεν έπαψα λεπτό-

στην Παναγία πάνω από την πόρτα



Έξω, Cadillac περνούσαν

ξερνώντας τη χολή τους πίσω

πριν χαθούν σ’ ένα απέραντο στόμα

στο αβέβαιο του δρόμου



[Μόνος μου τώρα να κρατώ γερά

                                 το τελευταίο δόντι]




Έξοδος



Στόματα ραμμένα

στη συγκοπή της νύχτας

ριπές πολυβόλων

τη λέξη εκτελώντας

στον ύπνο



Ήρθες διασχίζοντας νεκρούς

στην αγκαλιά του Δούναβη



Ακούγονται οι τελευταίες

του πιάνου νότες

σονάτα του Σοπέν

από το δωμάτιο φθίνει

σταδιακά το φως



Πρώτο ήρθε το σκοτάδι

έπειτα το σιωπηλό μου κομμάτι



[Όλα είχαν ειπωθεί για ένα τίποτα – καληνύχτα]





Επιλογή – Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου