Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Οι υπέροχες σιωπές του Γιώργου Χρονά   Διαβάζοντας τη «Συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο»,   τη «Γυναίκα της Πάτρας», και παράλληλα τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Χρονά η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Σίσυφος, τεύχος 14


Οι υπέροχες σιωπές του Γιώργου Χρονά



Διαβάζοντας τη «Συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο»,  

τη «Γυναίκα της Πάτρας»,

και παράλληλα τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Χρονά

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Σίσυφος, τεύχος 14






Και μια που η ποίηση πάντα έχει τα πρωτεία, ξεκινώ με ένα ποίημα του Γιώργου Χρονά από εκείνο το πρώιμο 1979:

Κάνε γρήγορα ξένε· μην αργείς. Βιάσου

μήτε το σώμα σου να περάσει στον καθρέφτη

μήτε μέσα στα μάτια μου το σχήμα σου να αποτυπωθεί

ώστε όταν θα ’χεις φύγει πια μακριά, κλείνοντας πίσω σου

την πόρτα

τίποτα και κανένας να μη με δείχνει

πως και συ πέρασες από δω κι έπειτα χάθηκες

Πέθανες.



Συχνά ο λόγος αγαπά τη σιωπή, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο. Εξηγώ, όμως, με τη σκέψη πως πίσω από την επιφανειακή αντίφαση κρύβεται μια βαθύτερη αλήθεια. Δεν είναι μόνον ο χαμηλόφωνος τόνος, που έτσι κι αλλιώς αγαπά ο Γιώργος Χρονάς. Περισσότερο εννοώ τις λέξεις που υπόκωφα σχεδόν πέφτουν μία μία στο χαρτί για να δηλώσουν πιο πολύ την απουσία των προσώπων, πιο πολύ ακόμα το σβήσιμο των ήχων, τη διαγραφή των αποτυπωμάτων. Αυτή είναι η σιωπή των στίχων, η εύγλωττη και ηχηρή εσωτερικότητα των λέξεων. Πώς θα μπορούσε καλύτερα να δοθεί η κραυγάζουσα ηθελημένη απουσία; Με την ποιητική αρωγή εισχωρώ στη Συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο,
που εκδόθηκε μεν το 2003 αλλά χρονολογείται από το 1997, όπως τουλάχιστον την πρωτογνωρίσαμε κομμένη στα δύο σε δύο περιοδικά (Best seller, τεύχος 13, Νοέμ.-Δεκ. 1997 και Οδός Πανός, τεύχος 96, Μάρτιος-Απρίλιος 1998).

Τον λεκτικό χείμαρρο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για να τον αντιμετωπίσεις θα πρέπει να είσαι εσύ φειδωλός με τον λόγο. Συνομιλώντας ο Χρονάς με τον εμβληματικό ποιητή της Θεσσαλονίκης ξέρει να τηρεί τη σιγή. Ξέρει όμως να θέτει και σωστά τις ερωτήσεις του, ώστε να ξεκλειδώσει τον κόσμο του συνομιλητή του. Ερωτήσεις ευθείες που βρίσκουν τον στόχο τους στο θυμικό και απαντώνται με την ευθύτητα του ειλικρινούς λόγου. Μόνο τότε αξίζει μια συνομιλία (κάτι περισσότερο από μια συνέντευξη που τηρεί τις αποστάσεις και περιορίζει σε συμβατά όρια τα λόγια). Εδώ δεν ασφυκτιά η λέξη, γιατί νιώθεις διαβάζοντας πως έχεις παρεισφρήσει σε κουβέντα δύο ανθρώπων που έχουν μάθει να μιλούν αληθινά.

-         Εσείς πιστεύετε στην αμαρτία;

-         Στην αμαρτία κανείς δεν πιστεύει, απλώς την ζει. Εγώ δεν πιστεύω στην αμαρτία και μάλιστα πιστεύω ότι τα σημεία στα οποία, όχι ο Χριστός, αλλά ο απόστολος Παύλος καταδικάζει την ομοφυλοφιλία πρέπει να αναθεωρηθούν. Ο Χριστός ήταν τόσο ανεξίκακος ώστε δεν ντρέπονταν να πηγαίνει με πόρνες κατεπανάληψη, να μην τις αποδοκιμάζει ποτέ και να έχει έναν λόγο ευσπλαχνίας και κατανόησης για όλους. Αντίθετα  ο απόστολος Παύλος, παρόλο που έγινε χριστιανός, κουβαλούσε μέσα του όλη την ιουδαϊκή σκληρότητα του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης.



Ο Χρονάς εδώ όχι σε ρόλο δημοσιογράφου αλλά ως συνομιλητής που κρατά τον δικό του λόγο περιορισμένο στις απαραίτητες λέξεις μόνο και με αυτές πυροδοτεί τη σκέψη του άλλου, που ανοίγεται έτσι και καταθέτει τα μύχια της ψυχής του. Ναι, αυτό δεν απαιτεί ικανότητες δημοσιογραφικές αλλά ευαισθησία να προσεγγίσεις τον συνομιλητή σου με υπευθυνότητα και σεβασμό απέναντι σ’ αυτόν αλλά και στο αναγνωστικό κοινό. Διαβάζουμε έτσι τον λόγο του Χριστιανόπουλου, όπως ίσως μόνο στον εαυτό του θα μπορούσε να τον απευθύνει:

Εγώ έχω έναν βίο έντονα ερωτικό περίπου τριάντα χρόνια. Πόσο έντονο; Αν ξαφνικά σου έλεγα καθόλου έντονο; Ότι τρεφόμουνα με ψίχουλα; Τότε ξαφνικά αναποδογυρίζει το σκηνικό και μπορείς να γνωρίσεις έναν Χριστιανόπουλο χωρίς ερωτικές απολαύσεις αντίθετα με έντονη στέρηση. Ότι το κυριότερο χαρακτηριστικό της ζωής μου είναι η στέρηση η ερωτική. […] γιατί όπως έχω πει και στο «Επ’ εμοί», είτε εσύ ασχολείσαι με τη φίλη σου, είτε εγώ ασχολούμαι με τον φίλο μου, ο παρανομαστής είναι το ίδιο πράγμα: η μοναξιά, και σε πιο προχωρημένη εκδοχή, η στέρηση. Αυτά τα πράγματα μας ενώνουν και μας κάνουν να μιλάει η λογοτεχνία σου στη λογοτεχνία μου, παρόλο που οι πηγές έμπνευσης είναι εντελώς διαφορετικές. Αλλιώς θα τρελαθούμε, ή αλλιώς θα αδιαφορεί πλήρως για το αν υπάρχει ο άλλος.




Αλλού μέσα από μια ερώτηση (επίκαιρη της εποχής) ξεπηδά όχι μόνον ο πολιτικός λόγος αλλά κάτι ουσιαστικότερο ακόμα, η συναίσθηση της ευθύνης απέναντι στα τεκταινόμενα, το αίσθημα της έλλειψης εαυτού απέναντι σε κάποιον που προχωρά πολύ πιο πέρα από την καθημερινή έγνοια για το σαρκίο και τις ανάγκες του:

-         Σας συγκίνησε η δολοφονία της πριγκίπισσας Νταϊάνας;

-         Όχι, δεν ξέρω ποια είναι αυτή. Δεν μ’ ενδιαφέρει η περίπτωση καθόλου. Εκείνο που με συγκίνησε, βέβαια, είναι η δολοφονία του Λαμπράκη. Το 1963 στη Θεσσαλονίκη, και για την οποία έγραψα ένα ποίημα που το θεωρώ από τα σημαντικότερα. Αλλά κυρίως μου έθεσε θέμα τιμής και συνειδήσεως. Δηλαδή όταν ένας ιδεολόγος σκοτώνεται για την ιδεολογία του και γω τρέχω και γυρίζω στα σοκάκια από δω κι από κει, αισθάνομαι πάρα πολύ άσχημα.



Σκέφτομαι ότι και μόνον αυτό να είχε καταφέρει να εκμαιεύσει ο Χρονάς από τον Χριστιανόπουλο, θα είχε δώσει εν περιλήψει την αληθινή εικόνα του ποιητή.



Αν στη συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο ο Γιώργος Χρονάς κρατά το ελάχιστο του δικού του λόγου, στην περίπτωση της Πανωραίας, της Γυναίκας της Πάτρας, αποχωρεί εντελώς αφήνοντας τις λέξεις της να ξεχειλίσουν και σαν ορμητικό ποτάμι να ξεχυθούν σαρώνοντας στο διάβα τους όλους μας κυριολεκτικά. Την ανακάλυψε αυτή τη γυναίκα στην Πάτρα το 1986. Κάθισε απέναντί της και, όπως συνέβαινε σε όλες τις συνεντεύξεις του, χείμαρρος βγήκαν τα λόγια, ανοιχτό βιβλίο ο συνομιλητής του.
Έτσι κι εδώ η Πανωραία, η πάλαι ποτέ Ωραία στη μορφή αλλά η διαχρονικά  Όμορφη στην ψυχή, έβγαλε αυτήν την ψυχή της και μας την έδειξε. Αρχικά μια σειρά ομιλιών για το ραδιόφωνο, μετά σε συνέχειες στο  περιοδικό Οδός Πανός και κατόπιν σε βιβλίο και σε θεατρικό έργο. Γιατί έπρεπε να ακουστεί ο λόγος της, να συγκλονίσει με τη ζωή της. Και αρκούσε μόνον η φωνή της. Ο Χρονάς δεν έκανε καμία επέμβαση (παρά μόνο σε στίξη και ορθογραφία) και άφησε αυτό το πρωτογενές υλικό να γεμίσει τις σελίδες.

Την αθυροστομία της την κατανοούμε απολύτως. Πώς αλλιώς θα μιλούσε μια γυναίκα σαν αυτήν; Θα μετρούσε τα λόγια της; Σε καμία περίπτωση. Οι απόψεις της μας σοκάρουν; Ο Χρονάς μας προϊδεάζει:

Ο αναγνώστης καλό είναι να αφήσει στον προθάλαμο της σεβαστής κατοικίας του ό,τι γνώσεις διαθέτει περί εμψύχων και αψύχων. Περί ανθρώπων και ζώων. Περί ζωής και θανάτου. Περί χαράς και λύπης.

Μέσα από τα δικά της λόγια υποθέτουμε τις ερωτήσεις χωρίς να χρειάζεται να τις ακούσουμε. Ξέρουμε ότι πίσω από τα δικά της σώψυχα, που βγαίνουν στη φόρα, βρίσκεται ο ακούραστος αυτός θηρευτής του αισθησιακού και του ωραίου, του αξιομνημόνευτου ο κυνηγός. Που εδώ επιλέγει την απόλυτη σιωπή και μεταπλάθει τη συνέντευξη σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και την Πανωραία σε συγγραφέα. Εξαιρετική σύλληψη και επιλογή.

Διαβάζοντας σκέφτομαι ένα δικό του ποίημα από τα Μαύρα τακούνια (εδώ η πρώτη στροφή):

Υπάρχουν γυναίκες που ακολουθούνε κηδείες

Πριν να γεννηθούν ακολουθάνε κηδείες

Φορώντας μαύρα πανωφόρια, πράσινα κομπιναιζόν

Μονάχα φορώντας τη ρόμπα τους

Στα δάχτυλα μια βέρα, ένα ψεύτικο δαχτυλίδι

Τα μάτια τους δεν έχουν άλλους κύκλους

Άλλα στεφάνια πένθιμα να αποθέσουν

[…]



Και η Πανωραία:

Αν υπολόγιζα ποτέ τι έλεγε ο κόσμος για μένα; Αν και δικαίωμα δεν έδωσα στον κόσμο έχει πει πολλά γιατί είναι κακός. Υπήρξα αρχοντοπούλα, υπήρξα ωραία, ήμουνα έξαλλη, ήμουν τσαχπίνα, ήμουνα λογού, εκτός απ’ τον Θεό δεν υπολόγιζα τίποτα. Μόλις έλεγε κάτι ο κόσμος για μένα το χαιρόμουνα και τους έδινα ωραίες απαντήσεις: ας είστε ωραίες σαν και μένα να πορνευόσαστε, ας τραγουδούσατε ωραία, να κουνιόσαστε στο πατάρι. Τον κόσμο πάντα τον αντιμετώπιζα εν ψυχρώ. Ποτέ δεν μ’ ένοιαξε τι είπε ο κόσμος εφ’ όσον η συνείδησή μου ήταν καθαρή.



Παρακολουθώντας την πορεία του Γιώργου Χρονά όλα τα χρόνια της παρουσίας του στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα βλέπουμε πόσο είναι εμφανής η εστίαση του ενδιαφέροντός του σε πρόσωπα που κουβαλούν μέσα τους ολόκληρο κόσμο εμπειριών, βιωμάτων, πρόσωπα (καμιά φορά και περιθωριακά) που  ζουν σε τεντωμένο σχοινί ακροβατώντας ανάμεσα σε μια ζωή που επιθυμούν και στην αντίδραση του κοινωνικού περίγυρου, που πολύ υποκριτικά τους αγνοεί ή τους δέχεται υπό προϋποθέσεις. Η επιλογή αυτή αποβαίνει ιδιαίτερα σημαντική, μια που η λογοτεχνία είναι ίσως η μόνη που μπορεί να δώσει βήμα στις φωνές που διαφοροποιούνται από την ασφάλεια της ομάδας και διεκδικούν τη θέση τους και τη διαφορετικότητά τους σ’ έναν κόσμο απελπιστικά ομοιόμορφο. Έτσι, είναι η φωνή του Ντίνου Χριστιανόπουλου που φθάνει σε μας σε μια εξομολογητική συνομιλία, ώστε να τον γνωρίσουμε πίσω από τις ποιητικές του λέξεις, πιο ανθρώπινο, πιο αληθινό, πιο ουσιαστικό. Έτσι, είναι που μας αγγίζει η απίστευτη περιπέτεια ζωής της Πανωραίας, της γυναίκα της Πάτρας, που συμπεριλαμβάνει στις απότομες στροφές της όλες τις αποσυνάγωγες φωνές, χαμένες μέσα στην αδιαφορία ή -ακόμα χειρότερα- αντιμέτωπες με τη σκληρότητα ενός περίγυρου που θα ήθελε την υποδειγματική τους τιμωρία. Η ευαισθησία του Γιώργου Χρονά είναι που τους δίνει το βήμα να ανοίξουν την ψυχή τους και να διεκδικήσουν την παρουσία τους σ’ έναν κόσμο που συχνά τους αρνείται. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δεν θα φθάσει (και ευτυχώς ίσως) στα σκαλιά της Ακαδημίας Αθηνών (εκεί που έφθασαν πολύ κατώτεροι ποιητές), και η Γυναίκα της Πάτρας ποτέ δεν θα γίνει δεκτή σε κάποιο σαλόνι χρηστής οικογένειας. Στις σελίδες, ωστόσο, των βιβλίων του Χρονά έχουν την τιμητική τους, όπως τους ταιριάζει. Και είναι αυτή η ανάδειξη της πραγματικής αξίας που καταξιώνει και τον ίδιο, την επιλογή του, την πρωτοβουλία του να στρέψει τον φακό του ενδιαφέροντος στο περιθώριο των φωτεινών δρόμων.

Ο ίδιος ο λόγος του ο ποιητικός μιλά ίσως καλύτερα από τον καθένα:

Εκείνοι που γεννήθηκαν για ν’ ανήκουν στον Κάτω Κόσμο

δε θ’ αγαπηθούν όσο και να το γυρεύουν, δε θα υπάρξουν ποτέ

παρά σε κάτι μικρές στο χρόνο ιστορίες ασήμαντες.

Ένα πρωί θ’ ακουστεί ο δικός τους θρήνος στο δρόμο

με τα κόκκινα ρόδα θα φύγουν για τον Κεραμεικό – μάνες μαύρες,

φίλοι μαύροι, τυφλοί οργανοπαίχτες.

Η ταφή ήταν εικονική. Αυτοί γεννήθηκαν για ν’ ανήκουν στη γη

κάτω από το χώμα.

Γη που τους σκέπασες, κράτα τους γερά. Χώμα μαύρο, σκόνη

της Πομπηίας

στείλε τους νερό για τα χείλη όταν διψούν μέσα στη νύχτα

ή όταν στο μεσημέρι γυρνούν απέραντα μόνοι.

Νύχτα που τους θανάτωσες για πάντα. Εκείνοι που γεννήθηκαν

για ν’ ανήκουν στον Κάτω Κόσμο δεν έζησαν.








Οι υπέροχες σιωπές του λόγου, οι παύσεις και οι εσωτερικές υπογραμμίσεις, είτε στους στίχους των ποιημάτων του είτε στις συνομιλίες του με τους εκλεκτούς της ψυχής και του ξεχωριστού βίου. Διακριτά χαρακτηριστικά της παρουσίας του Γιώργου Χρονά στα βιβλία του, στο περιοδικό Οδός Πανός, στις εκδόσεις του. Πολύ πιο σημαντική από τις ηχηρές φωνασκίες επιφανειακών και πρόσκαιρων απολαύσεων, αναδεικνύεται η διαχρονική αξία της χαμηλόφωνης κατάθεσης.

Εδώ το ποίημα In Memoriam:

Τελικά μπορεί και να μην είχε κατέβει ποτέ από κανένα τραίνο

και να ’ταν πριν από μένα μέρες εκεί να περιμένει κάποιον

κανέναν ή τίποτα. Μπορεί και να ’ταν ένα βαλσαμωμένο πουλί

στην οδό Πειραιώς ή ένα απολιθωμένο ελάφι πάνω στους βράχους

– τούτοι οι θάνατοι είναι ζωγραφισμένοι μέσα μας δίχως φτερά,

δίχως μουσική, δίχως εισόδους και εξόδους, έτσι μένουν θάνατοι

σε όλους τους καιρούς κάτω στο χώμα, στη γη.



Τελικά μπορεί και να μην ήμουν εγώ, αλλά ένας άλλος

που είχε φτάσει πριν από μέρες στο σταθμό κάτω από

το σταματημένο ρολόι περιμένοντας μέσα στο απόγευμα

της Κυριακής μια συνάντηση. Μπορεί και να ’μουν η προδομένη

διαδήλωση, ο λιποτάκτης, η είσοδος του νικημένου μέσα από το

πορτρέτο της υστεροφημίας του, η πρέζα.



Εκείνο το απόγευμα βρήκαμε το πρόσωπό μας. Δεν ήμασταν πια

εμείς. Ήμαστε ωραίοι τότε. Κάτι το σπάνιο.



Τα λόγια του Γιώργου Χρονά για όσους ακόμα αναζητούν τα ωραία πρόσωπα και χαίρονται όταν τα ανακαλύπτουν μέσα σε στίχους, μέσα σε εκλεκτές συνομιλίες.



Διώνη Δημητριάδου



Αναφορές:

Γιώργος Χρονάς, Μια συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2003

Γιώργος Χρονάς, Η γυναίκα της Πάτρας, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2011, 5η έκδοση

Τα ποιήματα του Γιώργου Χρονά είναι από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα 1973-2008, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2014, 2η έκδοση και περιλαμβάνονται στις επιμέρους συλλογές Βιβλίο Ι, 1973, Οι λάμπες, 1974 και Τα μαύρα τακούνια, 1979.