Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Το Κήτος Μικρά και μεγάλα πεζά της Ούρσουλας Φωσκόλου εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/to-kitos-ursula-foskoloy/


Το Κήτος

Μικρά και μεγάλα πεζά

της Ούρσουλας Φωσκόλου

εκδόσεις Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/to-kitos-ursula-foskoloy/





μαζί στην κοιλιά του κήτους

(αφηγηματικές καταπόσεις μνημονικών εικόνων)

[…]

Θα φτιάξω κάποτε μία μεγάλη φούσκα. Θα την τρυπήσω απαλά κι έπειτα θα καθίσω μέσα της, σε μια καρέκλα, δίπλα απ’ τη δική σου. Θα σου παραμερίσω τα μαλλιά και θα σε δω – ακόμη μια φορά – έστω κι ανάποδα.

Η φυγή προς τα πίσω, η επεξεργασία των μνημονικών αποθεμάτων της παιδικής ηλικίας, μπορεί σε κάποιους να φαίνεται μια επιστροφή στην αθωότητα, με όσο ανέμελο από φροντίδες βλέμμα μπορεί να διασωθεί στην πάροδο των χρόνων. Η απουσία της ειλικρίνειας στην ενήλικη αυτή οπισθοχώρηση (γιατί μάλλον έναν τέτοιο χαρακτήρα θα προσδίδαμε, αν αντέχαμε να είμαστε ευθύβολοι) επιτρέπει μια πλασματική εν πολλοίς ανασκαφή στα τοπία των παιδικών μας αναμνήσεων. Και η λογοτεχνία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων σε ήπιες, ανώδυνες  αποχρώσεις. Όσο, όμως, η καλή γραφή αποφασίζει να εισχωρήσει στα ενδότερα του αποθηκευμένου χρόνου, τόσο θα συναντάμε και συχνότερα  την άλλη όψη της εικόνας.

Η Ούρσουλα Φωσκόλου, με την πρώτη της πεζογραφική κατάθεση (για τον ακραιφνώς ή όχι πεζό χαρακτήρα της γραφής της θα επανέλθω παρακάτω) επιχειρεί μια κατάδυση σε βάθος, μια άσκηση αναπνοής ιαματική για την ίδια, απρόσμενη ωστόσο για τον ανυποψίαστο αναγνώστη της. Τα παιδιά εδώ αλλά και οι μεγαλύτεροι (τα παιδιά που μεγάλωσαν) φέρουν έναν ολόκληρο κόσμο υπό κατασκευή μέσα τους, σαν να βρίσκονται σε μια διαρκή πορεία ενηλικίωσης με άγνωστο  αποτέλεσμα. Παρατηρούν τα πρόσωπα γύρω τους και κρατούν εικόνες, τις επεξεργάζονται και τις μεταλλάσσουν σε προσωπική εκδοχή ζωής. Οι εικόνες αυτές δεν είναι, ωστόσο, κοινότοπες και αναμενόμενες. Εδώ οι τόποι είναι παράδοξοι, ανατρεπτικοί του συμβατικά αποδεκτού. Είναι λογοτεχνικοί τόποι; Είναι μυθοπλαστικά δημιουργήματα μόνο; Υποψιαζόμαστε ότι πίσω από τη φανταστική σκηνοθεσία προσώπων και καταστάσεων υπάρχει αληθινό περιεχόμενο ζωής. Και αυτό είναι που κάνει τη γραφή πιο συναρπαστική. Τοποθετείται η δημιουργός τους ανάμεσα στους παλαιούς μυθοπλάστες, που ελάχιστα επέτρεπαν στο προσωπικό τους βίωμα να εισχωρήσει στις ιστορίες τους, και σε κάποιους (νεότερους) που αποτυπώνουν την ακριβή σχεδόν μορφή της ζωής τους μέσα στα γραπτά τους. Η Φωσκόλου αναμειγνύει την αλήθεια της με το ψέμα, τη μαγική αυτή απάτη της λογοτεχνίας, και μας δίνει τις μικρές της ιστορίες με την αληθοφάνεια να ισορροπεί επικίνδυνα στο λεπτό σχοινί μιας σουρεαλιστικής εικόνας. Κάποιες από τις ιστορίες της είναι πολύ μικρές, ίσα που προλαβαίνει ο αναγνώστης να συνειδητοποιήσει τη μετατροπή της καθημερινότητας  σε παράδοξη μοναδικότητα.
Κάποιες άλλες, τα μεγάλα πεζά, σαν να έχουν ενσωματώσει τον πυρήνα των μικρών (αυτό δεν αφορά τόσο το θέμα τους όσο την αίσθηση της ανατροπής του κοινού κανόνα) και τον εκτείνουν τώρα με την άνεση κάποιων παραπάνω σελίδων ανάγνωσης. Όσο για το Κήτος, αυτό μπορεί να τιτλοφορεί μια από τις μικρές ιστορίες, δανείζει όμως τον σκοτεινό του όγκο σε όλες, έτσι που το φανταζόμαστε να υποκρύπτεται πίσω από τις λέξεις τους έτοιμο να καταπιεί το σύμπαν τους. Ένα Κήτος δηλωτικό του αρχετυπικού φόβου, μια προ-μνημονική κατάσταση του ανθρώπινου γένους, όσο ακόμη αυτό διαβιούσε σε υδάτινο περιβάλλον, μια απειλή κατάποσης του μικρού και εύθραυστου ανθρώπινου μεγέθους από το κυρίαρχο θαλασσινό δικό του. Μια τεράστια φαλαινική ουρά προβάλλει καταμεσής της θάλασσας, και ο ελάχιστος άνθρωπος είναι χαμένος. Η κοιλιά του θηρίου παραδόξως όμως μπορεί να αποβεί και φιλική κρυψώνα για να αποθέσεις το σώμα σου και να κοιμηθείς ή να ταξιδέψεις. Ο συνειρμός ελεύθερος για τον αναγνώστη που συνδέει την πλεύση μέσα στις ιστορίες με το σωστικό περίβλημα-Κήτος. Η συγγραφέας φαίνεται πως κυκλοφορεί μαζί του και συχνά το επισκέπτεται αποζητώντας θαλπωρή. Είναι ίσως αυτός ένας τρόπος να ξορκίσει παιδικούς (ή και ενήλικες φόβους); Είναι ίσως ο καλύτερος αφηγηματικός δρόμος, που βγάζει ίσα στην καρδιά της ευφυούς ιστορίας; Η αφήγηση της Ούρσουλας φανερώνει ένα παράλληλο σύμπαν δίπλα σ’ αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Αποφασίζεις αν θέλεις να συμπορευτείς. Αρχετυπικός ο φόβος αλλά και μέγα το δέλεαρ της επαφής με το μυστικά κρυμμένο παράδοξο πρόσωπο του κόσμου. Τολμά και μιλά για όσα εύκολα κρύβονται πίσω από μια επίπλαστη αθωότητα ή μια άρνηση συνειδητοποίησης της πραγματικής πορείας από την ανωριμότητα στην ενηλικίωση. Ποια κομμάτια πραγματικότητας επιλέγει το παιδί να κρατήσει φυλαγμένα, ποιες εικόνες το ακολουθούν μεγαλώνοντας; Κυρίως τι παραδέχεται ο ενήλικας ότι φέρει μέσα του από τα παιδικά του χρόνια, φυσικά απομυθοποιημένο και καθαρό από πρόσθετη αθωωτική πατίνα; Κάτω από αυτό το πρίσμα η γραφή της Φωσκόλου είναι και ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη και ενθαρρυντική για τα λογοτεχνικά πράγματα.   

Ο κόσμος αυτού του βιβλίου είναι ένα σύνολο από ενδιαφέρουσες καταπόσεις. Το κήτος της μικρής ιστορίας απειλεί  να καταπιεί στο σκοτεινό του βάθος τον εραστή που αποχωρεί, το κορίτσι χορταίνει την πείνα του μόνον όταν δαγκώσει το προκλητικό στην όσφρηση χέρι της μαγείρισσας.

[…] ένιωσα μέσα μου μια οργισμένη μηχανή, σαν τρένου, να βρυχάται. Η Ρόζα δίπλα προσπαθούσε να χαμογελάσει. Τότε, σαν να ’μουν χρόνια νηστική, πήρα το κρύο δεξί της χέρι και το δάγκωσα. Τ’ ορκίζομαι, πεινούσα.

Η γιαγιά καταπίνει τα σεντόνια της και εξαϋλώνεται. Από την κοιλιά της αγελάδας προβάλλουν τα χέρια του ανθρώπου που κατάπιε. Το ακουστικό του τηλεφώνου σαν δίνη ρουφά το πρόσωπο. Οι εραστές καταπίνουν ο ένας τον άλλο ως τον τελειωτικό χαμό.

[…] Αμίλητη και με το στήθος πονεμένο απ’ την προσπάθεια, ρουφούσες απ’ τα σπλάχνα μου, αχόρταγη, αέρα και υγρασία, μέχρι να βγει -θριαμβευτική- απ’ τα πνευμόνια σου η τελευταία κραυγή. Πέθαινα τότε κι εγώ -κάθε φορά- χαμογελώντας.

Η σειρά αυτών των καταπόσεων, δηλωτική ενίοτε της πληρότητας της απόλαυσης, είναι ταυτόχρονα και μια ξεκάθαρη αναφορά στη ζωή την ασπαίρουσα, που δεν την κατανοείς στο ελάχιστο, αν δεν την καταπιείς ως το τελευταίο ψίχουλο, αν δεν την πιεις ως την τελευταία ρανίδα της. Έτσι και τις ιστορίες αυτές, τις μικρές αλλά και τις μεγαλύτερες, τις γεύεσαι. Η γραφή της Φωσκόλου εμπεριέχει τις αισθητικές ποιότητες, σε προσκαλεί και σε προκαλεί να δοκιμάσεις τις αισθήσεις σου και να αισθανθείς τον κόσμο από την  αρχή.

Μικρά και μεγάλα πεζά ονομάζει τις ιστορίες της. Σκέφτομαι πως για να σου επιτρέψει ο λόγος τις διαδρομές από το ρεαλιστικό τοπίο στο ανατρεπτικό παράδοξο των εικόνων θα πρέπει να έχει ανοιχτές τις διόδους ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές της γραφής, να μην έχει στεγανά. Ιδίως στα μικρά πεζά του βιβλίου αναιρείται έστω και για λίγο ο πεζός χαρακτήρας και το κείμενο πατάει στον αποκαλυπτικό, σουρεαλιστικό  κόσμο της ποίησης, που μπορεί από την πεζότητα της καθημερινότητας να οδηγεί αιφνιδίως στο άτοπον.  

Όταν το σπίτι βάραινε τις πλάτες της σαν γρανιτένιος σάκος, η μάνα μου άνοιγε το μικρό ντουλάπι της τηλεόρασης και, βγάζοντας αθόρυβα το ουίσκι, γέμιζε ένα ποτήρι σχεδόν ίσαμε πάνω. Καθόταν έπειτα ήσυχη, με τους αγκώνες της στητούς στο ξύλινο τραπέζι, στύλωνε τη ματιά στον άδειο τοίχο κι έγραφε. Κάρφωνε το  μολύβι στην κοιλιά, το τράβαγε ως το στέρνο κι έβγαζε από μέσα της ό,τι από μικρή κρατούσε επιμελώς κρυμμένο: τραγούδια κι έρωτες, μετάνοιες σπαρακτικές, μίση, αγάπες κι έγνοιες – κι εκείνο το αιώνιο βάσανο του τι θα φάμε.



Ετούτο το κήτος, το προτρεπτικό για τη γραφή, προφυλάσσει τις αναμνήσεις, προσφέρει θαλπωρή, ταυτόχρονα ως υποσυνείδητη αρχετυπική ακραία φοβική εικόνα ξορκίζει ομοιοπαθητικά τον πυρήνα του ίδιου του φόβου, ανακινεί και αναμοχλεύει την κρυμμένη παιδικότητα και τακτοποιεί τις οξείες γωνίες της σε μια ενηλικίωση που νιώθει τη φυσική συνέχεια του χρόνου και συμφιλιώνεται με τον αποθηκευμένο της πλούτο. Γιατί, πλούτος θα πρέπει να λογίζεται όλος ο κόσμος που κατακτήθηκε από τη μικρή ηλικία και ξαφνικά ζητά τη δικαίωσή του, έστω μέσω της γραφής και της ανάγνωσης (για να εννοήσουμε εδώ τους δύο πόλους μιας συγγραφής, συγγραφέα και αποδέκτη), με όλο το πραγματικό τραυματικό του περιεχόμενο. Η παιδικότητα φέρει μέσα της την επώδυνη άσκηση προς την ωριμότητα, και αυτή έχει αποδοθεί εδώ με τον καλύτερο τρόπο. Γι’ αυτό και οι ενήλικες των ιστοριών (που κάποτε ήταν παιδιά) αγγίζουν, γεύονται, οσφρίζονται, κοιτάζουν και ακούν με τις αντένες των αισθήσεων σε εγρήγορση, σε πλήρη λειτουργία, αλλά και ταυτόχρονα ερωτεύονται, μεθούν και χάνονται, εκδικούνται και μισούν, κυρίως έχουν μνήμη. Η Ούρσουλα Φωσκόλου τους τοποθετεί στο σύμπαν μιας σαπουνόφουσκας, όπως αυτές που συναντάμε στα πάρκα των θαυμάτων. Μόνο που εδώ δεν υπάρχουν οι σαλτιμπάγκοι των πανηγυριών αλλά ανθρώπινες απτές και αληθινές φιγούρες. Αναμφίβολα αυτό το Κήτος ήρθε για να ταράξει τα νερά της σύγχρονης γραφής. Κι έχει ήδη καταφέρει να μας πάρει μαζί του στο σκοτεινό του βάθος, ταυτισμένους με πολλές από τις παραδόξως οικείες κοφτερές του αφηγηματικές απολήξεις.



Διώνη Δημητριάδου