Σάββατο, 20 Μαΐου 2017


Καίτη Κουμανίδου

Αμφίδρομος καθρέφτης

Εκδόσεις ΑΩ






Κάποιες σκέψεις με αφορμή την ποίηση

της Καίτης Κουμανίδου







[…]

Περασμένα μεσάνυχτα

πόσο απέχουν τα όνειρα

από την αλήθεια



Να τα θωπεύω δεν έμαθα ακόμα

χωρίς να με ξυπνάνε



Η ποίηση της Καίτης Κουμανίδου θα μπορούσε να συνοψισθεί στο νόημα των παραπάνω στίχων. Ο κόσμος των ονείρων, η παντοδυναμία του υποσυνειδήτου, αλλά και η πραγματικότητα που απέχει από το επιθυμητό περιεχόμενο, αυτό το διαφορετικό περιβάλλον στο οποίο μέσα ζούμε εν ύπνω.



Όποιος επί πολλά χρόνια ασχολείται με την ποίηση έχει μάθει να θεωρεί αξιόλογους τους στίχους που γεννούν ερωτήματα, αυτούς που σε ωθούν να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις λέξεις ανάμεσα στις δικές τους. Έτσι κι εδώ, στη συλλογή ποιημάτων Αμφίδρομος Καθρέφτης, θαρρώ πως ακόμα και ο τίτλος προκαλεί σε έναν διάλογο με την ποιήτρια. Μια αμφίδρομη ποίηση, με τις δύο πλευρές της, τις δύο οπτικές της, από τη μια αυτή της ποιήτριας αλλά και από την άλλη τη δικαιωματικά αναδυόμενη, αυτή του αναγνώστη.



Τα όνειρα είναι κυρίαρχα στους στίχους της Κουμανίδου, είτε ως πόθοι επιδιωκόμενοι (αλλά συχνά ανεκπλήρωτοι) είτε ως εικόνες του υποσυνειδήτου (εύγλωττες πολύ) που έρχονται στον ύπνο για να ξαφνιάσουν με την αλήθεια τους. Και στις δύο περιπτώσεις ο άυλος χαρακτήρας τους μπορεί να παρασύρει το ποίημα σε έναν λυρισμό, που όμως δεν εισχωρεί ως το κέντρο των πραγμάτων. Για παράδειγμα, στο ποίημα Όνειρο ήταν οι στίχοι καταλήγουν:



Μονάχα

μονάχα περιμένω λόγια μυστικά

με τον άνεμο να μου στείλεις



Έρωτας ήσουν θαρρώ

ή

όνειρο του ανέμου





Και στο ποίημα Προσμονή θα αναρωτηθεί:



Θα συναντηθούμε τάχα

ακέραιοι κι άφωνοι

στου ύπνου τις καμάρες



Ο έρωτας όμως δεν είναι άυλος· γήινο είναι το σώμα του, υλικά τα αγγίγματά του. Και η ποιήτρια το γνωρίζει αυτό, όταν γράφει στο ποίημα Ο Ταξιδευτής:



Έφυγε ο ταξιδευτής

πίσω δε θα ’ρθει

πικρό το ψωμί στο τραπέζι





Κάθε φορά που η ποίησή της αναγνωρίζει την αξία των υλικών υποστάσεων και απομακρύνεται από τη δουλεία των άυλων λέξεων, αποκτά δύναμη ο λόγος της και οι στίχοι γίνονται αξιομνημόνευτοι και σημαντικοί. Ανέφερα τώρα δα τη λέξη δουλεία, και πρέπει να εξηγήσω τι εννοώ. Μια παρεξήγηση είναι γύρω από τον απαραίτητο τάχα ρομαντικό και λυρικό χαρακτήρα που θα έπρεπε να έχει ο λόγος προκειμένου να θεωρηθεί ποιητικός. Φυσικά δεν ισχύει. Η ποίηση είναι αυθόρμητη δημιουργία, έξω από ασφυκτικούς κανόνες. Ίσως ο μόνος κανόνας (αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος), που αν δεν τον ακολουθεί αυτομάτως μεταπίπτει σε άλλο είδος, είναι η τήρηση του ρυθμού. Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός, που γίνεται αντιληπτός σαν διαβάσουμε δυνατά ένα ποίημα, είναι που συγκρατεί τις λέξεις μεταξύ τους και τους δίνει τον ποιητικό ήχο. Έτσι, ακόμα και με τις πιο ρεαλιστικές λέξεις (ψωμί, πικρό, τραπέζι), όπως βλέπουμε παραπάνω, γράφεται ποίημα ικανό να φέρει τη γνήσια συγκίνηση. Όταν η καρδιά του ποιήματος, το νόημα, κινητοποιεί τον αναγνώστη να συμπορευθεί, να συν – κινηθεί (ετυμολογικά ενδιαφέρουσα η λέξη συγκινούμαι), τότε το κλάμα των λέξεων περιττεύει. Ο λυγμός είναι και αυτός εσωτερικός, άρα και ειλικρινής.

 

Άλλωστε η ποίηση ποτέ δεν ακούμπησε τη χαρά των ανθρώπων, ποτέ δεν περπάτησε στις μεγάλες φωτισμένες λεωφόρους. Αναζητά πάντοτε τις μικρές ατραπούς, τα στενά περάσματα που οδηγούν κατ’ ευθείαν στον μέσα τόπο. Όπως εδώ:



[…]

Πέρα μακριά

επιθυμίες που κόλλησαν στη λάσπη

Πέρα μακριά

αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό

Πέρα μακριά

η βροχή που άρχισε να πέφτει

η καρδιά που χτυπά

Πέρα μακριά

βράδιασε



Πάμε στο σπίτι ν’ ανάψουμε το φως



(Πέρα μακριά)





Όταν η ποίηση της Κουμανίδου χρησιμοποιεί το υλικό σώμα των λέξεων, ο στίχος της χωρίς χαρούμενες αναλαμπές (που μοιάζουν πλέον αταίριαστες) δίνει όλο του το βάρος, όλο του το μέγεθος. Τότε μιλά καλύτερα η σιωπή των στίχων. Μα, όπως θα πει και η ίδια, αυτή η σιωπή είναι διαφορετική:



Ετούτη την άγρια σιωπή

κανείς δεν την αντέχει



(από τη Δοκιμασία της σιωπής)





Σωστά. Μια που η σιωπή των μετρημένων στίχων είναι πολύ πιο εκκωφαντική, άρα και πιο άγρια, από τον κούφιο εντυπωσιασμό που δίνουν οι ηχηρές και ανούσιες λέξεις.



Παρατηρώ το εξώφυλλο του βιβλίου και τις ζωγραφιές (όλες της ποιήτριας που είναι και ζωγράφος) και βλέπω ξανά τους δύο διαφορετικούς δρόμους που επιλέγει για να εκφραστεί, εικαστικά εδώ. Γήινα χρώματα και τετράγωνες φόρμες στην εικόνα του εξωφύλλου (που κοσμεί και το ποίημα της σελίδας 32). Στα υπόλοιπα έργα περισσότερο εντυπωσιακές εικόνες, σε μια πιο φλύαρη εικαστική γραφή. Δύο διαδρομές κι εδώ. Μα, όπως συμβαίνει με τους αμφίδρομους καθρέφτες, μόνο η μία όψη είναι αυτό που δηλώνει η λέξη. Με αφορμή αυτό το τελευταίο, έρχομαι στο ποίημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Και αποσπώ ένα κομμάτι που με σαφήνεια νομίζω τοποθετεί τα όρια του αληθινού. Και στη ζωή και στην ποίηση αναπόφευκτα:



Υπάρχει ένας ίσκιος

να καθίσει ο άνθρωπος

να ξαποστάσει

να σκεφθεί

ν’ αποδεχθεί τη μοναξιά του

να κόψει τον γόρδιο δεσμό

του συμπαντικού πεπρωμένου

να δεχθεί τη μεγάλη αλήθεια

να φιλιώσει με το τέλος;



Εδώ η ποιήτρια αποκαλύπτει το βάθος στο οποίο μπορεί να οδηγήσει την ποίησή της αποσείοντας όλο το βάρος των περιττών καλλωπισμών των λέξεων. Η τραγικότητα του ερωτήματος που θέτει, καθόσον δεν μπορεί να απαντηθεί, η τοποθέτηση του ελάχιστου ανθρώπινου μεγέθους μέσα στο σύμπαν που αγνοεί (ηθελημένα ή όχι) την ύπαρξή του, αυτή η παράλογη συνύπαρξη έτσι διατυπωμένη σε στίχο αξίζει και αρκεί από μόνη της για να πούμε ότι η Κουμανίδου είναι ποιήτρια. Μια ποιήτρια που δεν έχει καμία απολύτως χρεία ρομαντικών παρεμβάσεων στον στίχο της ούτε καμία απολύτως υποστήριξη από πρόσθετα  στολίσματα στις λέξεις της και ομιχλώδη ονειρικά φεγγάρια. Όλη η αλήθεια και η δύναμη των στίχων ακουμπά στην απλότητα της έκφρασης.



Διώνη Δημητριάδου
η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Book tour Μια κριτική προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Αμφίδρομος καθρέφτης» της Καίτης Κουμανίδου από τις εκδόσεις ΑΩ

Διαβάστε περισσότερα:
http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-stin-poiitiki-syllogi-amfidromos-kathreftis-tis-kaitis-koymanidoy-apo-tis-ekdoseis-ao/