Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Έρμαν Έσσε
Στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ

(Eine Geschichte vom alten Tübingen)

εκδόσεις Κουκούτσι




Ο αναγνώστης ανακαλύπτει καμιά φορά στα διαβάσματά του μικρά θαύματα, από αυτά που συνήθως περνούν απαρατήρητα επισκιαζόμενα από τόσα άλλα, συχνά μικρότερης αξίας, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Και τότε θέλει να μιλήσει γι’ αυτά, να κάνει και κάποιους άλλους (μακάρι πολλούς) κοινωνούς της ξεχωριστής εμπειρίας.

Το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι του Έρμαν Έσσε με τον τίτλο Στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ (Μια ιστορία από το παλαιό Τύμπινγκεν) εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Αφορά τον περίπατο τριών ποιητών ένα απομεσήμερο στο κινέζικο περίπτερο του Πρέσσελ. Τα ονόματα των τριών ποιητών εγγυώνται για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ τους, η οποία  -ήπια και χαλαρή αρχικά αλλά κλιμακούμενη με ένταση στη συνέχεια- διεξάγεται στην πραγματικότητα ανάμεσα στους  Μαίρικε και Βάιμπλινγκερ (Eduard Mörike και  Wilhelm Waiblinger), καθόσον ο τρίτος ποιητής ο μέγας Χαίντερλιν (Friedrich Hölderlin) είναι ήδη ψυχικά ασθενής και δεν μπορεί να παρακολουθήσει. Ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει. Γιατί, όταν επιστρέψει στο σπίτι, θα δείξει με τον τρόπο του πως ήταν παρών και αυτός ανάμεσα στους άλλους δύο, φέροντας μέσα του τον απόηχο της κουβέντας τους.

Ο Έσσε στήριξε το θέμα της νουβέλας του στο άρθρο που δημοσίευσε ο Βάιμπλινγκερ, «Η ζωή, η ποίηση και η παραφροσύνη του Φρειδερίκου Χαίλντερλιν» (1827), Hölderlins Leben, Dichtung und Wahnsinn, μια αναφορά στην περίοδο της αρρώστιας του Χαίντερλιν. Δραματοποίησε έτσι μια φανταστική συζήτηση, στην οποία θίγονται κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούσαν τους ποιητές/διανοούμενους. Μέσα στην ολιγοσέλιδη αυτή νουβέλα εντοπίζονται τουλάχιστον επτά θέματα, ενδεικτικό αυτό της γραφής ενός μεγάλου συγγραφέα όπως ο Έρμαν Έσσε. Αξίζει να αναφερθούν κάποια από αυτά:

Το εν το ον και παν του Ξενοφάνη, δηλαδή μία και μόνη η καθολική αρχή.

Η γνώση και η μη γνώση, μέσα από την επιθυμία του Οιδίποδα να γνωρίσει τη μη ορατή ζωή, έστω και μέσω της αναμέτρησής του με τη θεϊκή οντότητα.

Η πλήρης ανατροπή των εννοιών που δομούν τον νοητό μας κόσμο, ή ο συγκερασμός των αντιθέτων:

Η ζωή είναι θάνατος, και ο θάνατος είναι κι αυτός ζωή (Χαίλντερλιν).

Η έννοια του μεγάλου έργου, η δημιουργία του απόλυτου:

[…]Εγώ θα καταντήσω σαν τον Χαίντερλίν μας, και τα παιδιά θα με περιγελούν. Όμως εγώ δεν έγραψα έναν «Υπερίωνα».

Οι πειραματισμοί στη δημιουργία μέχρι να δει το φως το μεγάλο έργο:

[…]Είμαστε σχεδόν παιδιά εσύ κι εγώ. Μπορούμε ακόμα να πετάμε κάθε μέρα ό,τι φτιάξαμε την προηγούμενη και το βρήκαμε ωραίο.

Η μοίρα των ποιητών να προσεγγίζουν τον πιο σκοτεινό τόπο:

[…]ήταν πράγματι η μοίρα των ποιητών, να μην μπορεί να λάμψει γι’ αυτούς ο ήλιος, τις σκιές του οποίου συγκέντρωναν στην ψυχή τους;

Αν και η συζήτηση περιορίζεται ανάμεσα στους δύο ποιητές, ο αναγνώστης ψάχνει την παρουσία του Χαίντερλιν, τις σιωπές του, το βλέμμα του έξω από το παράθυρο, τις λιγοστές λέξεις που αφήνει να βγουν από το στόμα του ή από τη διαταραγμένη του συνείδηση (όπως η αντίδρασή του στο όνομα του Γκαίτε). Ο Έσσε προβληματίζεται (μέσω του Μαίρικε) για την πολυετή αρρώστια του Χαίντερλιν:

[…]η οποία φαινόταν πως ήταν λιγότερο παράνοια και μάλλον μια βαθιά κόπωση κι άπελπις παραίτηση του ξοδεμένου πνεύματος και της στειρεμένης καρδιάς.

Και επειδή το κάθε βιβλίο προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις, προσωπικά εστίασα περισσότερο στη μορφή του παραιτημένου ποιητή Χαίντερλιν. Ο Έσσε με την ευαισθησία του έδειξε τη φωτεινή δεσμίδα μέσα στο νοητικό του σκοτάδι. Ο Χαίντερλιν γυρίζει σπίτι μετά τη βόλτα αυτή στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ, με ερεθιστικό τον απόηχό της μέσα στον σκιώδη κόσμο του. Θα πάρει το χαρτί και θα γράψει ένα θρήνο στη ζωή, που μοιάζει τώρα να περιγελά όλους τους διαξιφισμούς των νεαρών πάνω στα νοήματά της κρυφά ή φανερά και να διατρανώνει την κατίσχυσή της απέναντι στον αδύναμο άνθρωπο:

Του κόσμου τούτου απόλαυσα την τέρψη,
της νιότης οι χαρές έχουν πια στερέψει.
Απρίλης, Μάης και Ιούλης είναι μακριά,
δεν είμαι πια τίποτα, δε θέλω άλλο πια.


Στα θετικά της έκδοσης να αναφερθεί η προσεγμένη μετάφραση και ο σχολιασμός (όπου χρειάζεται) από τον Π. Χ. Παλιγγίνη, καθώς και το εξώφυλλο με την υδατογραφία του λιθογράφου C.F. Baumann, Tübingen, 1840.


Διώνη Δημητριάδου