Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017


Θωμάς Κοροβίνης

Σκίρτημα ερωτικόν

Ο Κ. Π. Καβάφης εις την Πόλιν

εκδόσεις Άγρα








ο επινοημένος, αληθινός Καβάφης

Σαν γράφει ο Κωνσταντίνος Καβάφης το θεωρούμενο απολύτως βιωματικό (λες και τα υπόλοιπα δικά του δεν αποτυπώνουν τη ζωή και τα σώψυχά του) Ο Δεκέμβρης του 1903, είναι ξεκάθαρο πως από τα μνημονικά κατάλοιπα ξεχωρίζει κάποιο:

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω –
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες  λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν·
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.



Ποιο άραγε να είναι αυτό το πρόσωπο που ολόκληρο -χείλη, μαλλιά και μάτια- αχνοφέγγει πίσω από κάθε στίχο του ποιητή; Η φαντασία μας μπορεί να το πλάσει, να το δει. Να το αγγίξει όμως; Κι έρχεται η λογοτεχνία με τη θρασύτητά της (ευτυχώς!) να γεμίσει τα κενά που λείπουν. Να δώσει υπόσταση, σώμα στο ερώμενο πρόσωπο. Κι έτσι περίοπτο και ανάγλυφο να το βάλουμε κι αυτό δίπλα στα γραμμένα από τον ποιητή. Γιατί, η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης παίρνοντας το προσωπείο του νεαρού -δεκαεννιάχρονου- Καβάφη, λίγο απέχουμε από το να θεωρήσουμε και τούτο το κείμενο καβαφικό.

[…]Ο εβενόχρους νεαρός, ο αναλαβών να εκτελέση χρέη αχθοφόρου, εζώσθη αυτομάτως μετά προθυμίας τας αποσκευάς[…]Εγώ ηκολούθουν εις απόστασιν δύο έως τριών μέτρων με βήμα αργόν άμα δε ευσταθές, σαγηνευθείς υπό του σφριγηλού φυσικού κάλλους και της αφοπλιστικής απλότητος του ευρώστου συνομηλίκου μου.


Για να εκτελέσει ένα χατίρι του παππού του, Γιωργάκη, ο νεαρός Κωνσταντίνος θα συνοδεύσει ως μικρός αφέντης τον Χασάν, συνομήλικό του γιο του επιστάτη, για να παραλάβουν μια εμπορική παραγγελία. Όμως η απογευματινή ατμόσφαιρα, ζεστή και υπέρ το δέον ερωτική, θα αποσπάσει την προσοχή από τη γύρω θάλλουσα φύση και θα την επικεντρώσει στο φυσικό κάλλος του προπορευόμενου νεαρού. Και δεν είναι η πρώτη φορά που τον έχει παρατηρήσει. Όπως εξομολογείται στον εαυτό του, άρα και σε μας που ήδη μας έχει βάλει ακάλεστους στην ατμόσφαιρα μιας ερωτικής φαντασίωσης, είχε ήδη προ ημερών θαυμάσει ως λαθροθεατής τον νεαρό Χασάν στα δημόσια λουτρά, χωρίς να τολμήσει τότε να τον πλησιάσει. Αυτή, ωστόσο, η επίσκεψη στο χαμάμ ήταν σημαδιακή, αφού τότε ήταν να συμβεί η πρώτη του ερωτική περίπτυξη λάθρα εις μίαν κώχην, σύντομη και ηδονιστική μεθ’ ενός ευειδούς νέου, έχοντος παράστημα υψηλόν και καρατομήν κλασικού κούρου.  Η ολιγόλεπτη αυτή επαφή με τον άγνωστο περιστασιακό σύντροφο, εγγράφεται μέσα του, όμως,  σαν μια φαντασίωση επαφής με τον ποθητό νεαρό Χασάν:

[…]Ίσως εξ αιτίας της συνοπτικής εκείνης κραιπάλης ο πόθος μου δι’ αυτόν να είχε πολλαπλασιασθεί. Τώρα πλέον ο μυχίως υπ’ εμού ποθούμενος Ανατολίτης, άνευ ίχνους εκ μέρους του εσκεμμένης προθέσεως σκανδαλισμού μου, επέπρωτο να με εκμαυλίζη όμως τα μάλα εν τη παρουσία αλλά και εν τη απουσία του, διότι είχεν εγκατασταθεί εις την ψυχήν  μου ως ίνδαλμα ερωτικόν και τον εγύρευα διαρκώς παντού.

Και τώρα αυτό το ερωτικό ίνδαλμα, ο Χασάν, βρίσκεται προπορευόμενος, να σκανδαλίζει εν αγνοία του προφανώς, τον νεαρό Κωνσταντίνο, ο οποίος επαιτεί τα ευτελή ψιχία του ενδιαφέροντός του επί ματαίω και προσπαθεί αθέλητα τάχα να τον αγγίξει. Δεν γνωρίζει ακόμα ότι αυτή η ερωτική παθογένεια της μονόπλευρης έλξης αλλά και της κρυφής απόλαυσης (λόγω του αυστηρού περίγυρου που αυτά είτε δεν τα εννοεί είτε τα εννοεί αλλά τα αποστρέφεται) θα κυριεύσει τη ζωή του αλλά και θα αποτελέσει ως ηδονισμός και λαγνοθηρία τη βαθύτερη ουσία του ποιητικού του λόγου ολάκερου, με όποιο παραπλανητικό μανδύα θα ήθελε να την ενδύσει.

Θα αναφωνήσει έμπλεως απόγνωσης:

[…]Ω, κατηραμένοι οι ηθικολόγοι! Αρχαιόθεν είθισται επί τας κεφαλάς ημών των ηδονιστών να πίπτη η σφοδρά και εξημμένη οργή των ανεράστων.

Αλήθεια πόσοι, ακόμα και σύγχρονοι μελετητές του Καβάφη, αποστεγνώνουν την ποίησή του από τον ίμερο τον ξεχωριστό, που βρίσκεται κάτω από κάθε λέξη του; Πόσοι αρνούνται να δουν τον κρυφό ερωτισμό, ωστόσο πεισματικά θάλλοντα, μέσα στα ποιήματά του; Αποδίδουν σε μας έτσι έναν στεγνό από χυμούς λόγο, με μόνον τον φιλοσοφικό στοχασμό, που κι εκείνον δεν θα τον είχε ο ποιητής, αν δεν αφηνόταν (λάθρα έστω) στον βαθύ καημό που τον ταλάνιζε. Ας είναι. Υπάρχουν ευτυχώς τολμηροί γραφιάδες (πόσο τιμητική ακούγεται αυτή η ιδιότητα), που  όχι μόνον αναδύουν μέσα από τον στοχασμό του ποιητή την αισθαντική παρουσία του σιωπηλού έρωτα, αλλά και βάζουν με την άδεια τη λογοτεχνική τις απούσες ψηφίδες στην εικόνα του αληθινού Καβάφη.

Μία ώρα διαρκεί αυτός ο απογευματινός περίπατος από τα τελωνεία του Καράκιοϊ μέχρι την παραλία του Εμίνονου μέσω της γέφυρας του Γαλατά. Και ο νεαρός Καβάφης, μέσα από την πένα και τη φαντασία του Θωμά Κοροβίνη, θα φέρει στον νου εικόνες της παρελθούσης ιστορίας, Καίσαρες και Πατριάρχες, Αυτοκράτορες και Παδισάχ και άλλους πολλούς που έθεσαν το προσωπικό τους στίγμα πάνω στο πολύπαθο σώμα της Βασιλεύουσας. Έτσι γίνεται, όταν αγαπάς πολύ μια πόλη, πολύ περισσότερο όταν αυτή είναι η Πόλη και σου έρχονται στο μυαλό νοσταλγικές αναμνήσεις. Και δένει απολύτως η σκέψη στα παλαιά ιστορούμενα με το ερωτικό σκίρτημα, σαν αυτό να γύρευε το πλαίσιο για να ακουμπήσει, το έδαφος για να σταθεί.




Σ’ αυτό το μικρό αφήγημα, το επινοημένο καβαφικό απομνημόνευμα, αρκούν οι λίγες σελίδες για να περάσει μπροστά από τα μάτια μας ο Κωνσταντίνος  Καβάφης, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι αληθινά. Στην ατμόσφαιρα μέσα της αγαπημένης Πόλης, με όλα όσα τον καθόρισαν κατόπιν και τον διαμόρφωσαν σαν τον πιο χαμηλόφωνο ερωτικό ποιητή. Σιωπές, υγρά μάτια που επινοούν εικόνες ποθητές, αγγίγματα φευγαλέα και ανεπαίσθητα, ικανά να πυροδοτήσουν τις αισθήσεις, κι ας είναι μάταιη η προσπάθεια της επαφής. Ο ποιητής που αγαπάμε.

Και η γλώσσα, η καθαρεύουσα των πεζών καβαφικών κειμένων, σαν μια άσκηση γραφής του ποιητή, που περιγράφει εδώ το ερωτικό του σκίρτημα επιλέγοντας αυτήν ακριβώς την αποδιωγμένη σήμερα μορφή της ελληνικής. Και καταφέρνει έτσι να δείξει ο επινοητής αυτού του αναγνώσματος ότι η γλώσσα ακολουθεί τη μέσα αίσθηση, μεταμορφώνοντάς την σε λέξεις γεμάτες από πάθος, ασπαίρουσες από ένταση. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, τώρα του Καβάφη. Μια τριάδα αγίων μορφών και  αγιασμένων λέξεων της λογοτεχνίας μας, έτσι όπως ο Θωμάς Κοροβίνης με τα τρία σύντομα επινοημένα  αφηγήματά του (εδώ το τρίτο αναφερόμενο στον Καβάφη μετά από τα προηγηθέντα για τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό) μας σύστησε ξανά. Όπως δεν τους ξέραμε, όπως τους ήθελε η φαντασία μας, όπως μάλλον αληθινά θα ήταν.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/skirtima-erwtikon/)