Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Βαγγέλης Αυδίκος

Οι τελευταίες πεντάρες

μυθιστόρημα

εκδόσεις Ταξιδευτής





Δεν αναζητώ την εκδίκηση. Να θάψουμε με τον ίδιο τρόπο τους νεκρούς μας θέλω.

Απλός λόγος, συνταρακτικός μέσα στη σαφήνειά του. Ζητά το αυτονόητο. Μόνο που τέτοιες αλήθειες μοιάζει να μην έχουν καμιά απολύτως ελπίδα, σαν προσκρούσουν στον αδιαπέραστο τοίχο της μισαλλοδοξίας.

Ο Βαγγέλης Αυδίκος επιχειρεί μια βαθιά τομή στην τοπική ιστορία της Πρέβεζας σε μια ταραγμένη εποχή. Τον Σεπτέμβριο του 1944, στην απελευθερωμένη (από τον ΕΛΑΣ) Πρέβεζα, στην Παργινόσκαλα, θα λάβει χώρα ένα γεγονός αναίτιας βίας με θύματα σαράντα οκτώ πολίτες, ανάμεσά τους δεκατέσσερις νεαρούς Επονίτες της υποδειγματικής ΕΠΟΝ, από τους αντάρτες του ΕΔΕΣ. Και μετά τα αντίποινα από τον ΕΛΑΣ. Ένα προμήνυμα για τον αιματηρό εμφύλιο που θα ακολουθήσει. Το γεγονός αυτό, τραγικό στη σύλληψή του, στοιχειώνει τη σκέψη των ανθρώπων που το έζησαν, μένει θαμμένο κάτω από υπεκφυγές, ηθελημένη λήθη και παραποίηση των αληθινών στοιχείων. Όπως τόσα γεγονότα που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μάτωσαν τον λαό αλλά και τον δίχασαν ως προς την εκδοχή των πραγμάτων, με την  κάθε πλευρά να υποστηρίζει το δικό της δίκιο με σθένος και τεκμήρια ζωντανά.

[…]Ο Εμφύλιος είναι σαν τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του;

Ωστόσο, θα πρέπει να δεχθούμε ότι τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους χωρίς τη χρεία απολογητών. Και αν αυτό σε κάποιους φαίνεται μονοδιάστατο και απόλυτο (ανιστόρητο όμως δεν είναι), υπάρχει η αδιάψευστη αλήθεια της παράδοσης της χώρας αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου στην κυριαρχία των νικητών, επιτρέποντας και την ιδεολογικά φορτισμένη μονομερή  εκδοχή των γεγονότων να εμφανίζεται ως πραγματικότητα και επίσημη άποψη. Όσο για τους νικημένους, αυτοί κυνηγήθηκαν ανηλεώς αδυνατώντας να πουν τη δική τους αλήθεια. Ετούτο δεν αλλάζει. Οι δικαιωμένοι και οι αδικαίωτοι.

Ιστορίες και λογοτεχνικές αφηγήσεις που επιχειρούν να αγγίξουν τέτοια θέματα συχνά αφήνονται στην απόλυτη μυθοπλασία, μην τολμώντας να αναφερθούν σε αληθινά γεγονότα. Όταν, λοιπόν, συναντάμε μια γραφή ειλικρινή, που εισέρχεται στο διχαστικό τοπίο βαδίζοντας στα χνάρια μιας πραγματικής ιστορίας -φυσικά με επινοημένους ήρωες- τότε το ενδιαφέρον μεγαλώνει. Η υπογραφή του Βαγγέλη Αυδίκου (καθηγητή Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) παρέχει την απαραίτητη εγγύηση, με το γνωστικό φορτίο που λόγω σπουδών φέρει, για τη σοβαρότητα της συγγραφικής κατάθεσης.
Ένας επινοημένος ήρωας, ο Άγγλος αρχαιολόγος Σπυρίδων Γουάιτ, θα υποκινηθεί από τη Νίκη, τη σύντροφό του, να έρθει στην Ελλάδα για να ερευνήσει τα γεγονότα εκείνης της μακρινής εποχής. Το ενδιαφέρον το δικό της αυτονόητο. Ο αδελφός της γιαγιάς της ήταν ανάμεσα στους εκτελεσμένους της Παργινόσκαλας. Η Νίκη θέλει να μάθει την αλήθεια. Ο ίδιος ο Σπυρίδων έχει το δικό του ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο παππούς του βρισκόμενος στην Πρέβεζα κατά την Κατοχή μαγεύτηκε από μια γυναίκα, και η εικόνα της πέρασε μέσω της φορτισμένης αφήγησης και στον εγγονό του. Θα περπατήσει στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη, στη Νικόπολη, ψάχνει το πνεύμα της Κλεοπάτρας που στοιχειώνει ακόμα τον Αμβρακικό, ανιχνεύοντας ιστορικά βήματα, με τις αποτυπωμένες μνήμες της ναυμαχίας του Άκτιου.

O άλλος ήρωας είναι ο Ξηγημένος, παρατσούκλι του Περικλή Κοντοπόδαρου  και φίλου του παππού του. Ο Περικλής είναι και ο κύριος ήρωας της ιστορίας, καθώς αποτελεί τον σύνδεσμο με εκείνα τα γεγονότα, ως μόνος διασωθείς από την εκτέλεση, μετανοημένος κατόπιν αναγκαστικά χάριν επιβίωσης και έχοντας υπογράψει την περίφημη δήλωση αποκήρυξης της αριστερής του ιδεολογίας. Κυνηγημένος, έτσι, δυο φορές. Πρώτα ως αριστερός από τους δεξιούς και κατόπιν ως δηλωσίας από τους παλιούς του συντρόφους.  

Σιγά σιγά οι σιωπές θα μετατραπούν σε λόγο, θα αποκαλυφθούν μυστικά φυλαγμένα για πολλά χρόνια, οι συνειδήσεις θα ξαλαφρώσουν, ο Σπυρίδων θα μάθει τι ακριβώς έγινε.

[…]Ο Σπυρίδων προτιμά να σιωπήσει, τι να της εξηγήσει για τις φωνές των νεκρών που άκουγε, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ανήκαν στους νικητές ή τους ηττημένους, έχει νόημα αυτό;

Με προβληματίζει η σκέψη του ήρωα εδώ. Θαρρώ πως έχει νόημα η διάκριση των μεγεθών. Οι νεκροί πάντοτε ίδιοι είναι, ωστόσο η αλήθεια τους είναι διαφορετική. Ο συγγραφέας, αν ταυτίζεται εδώ με τον ήρωά του στον προβληματισμό, επιθυμεί να αποσείσει το βάρος του εμφυλίου, να διαγράψει το διχαστικό κλίμα, το οποίο ίσως ποτέ δεν εγκατέλειψε αυτόν τον τόπο, όσες γέφυρες και αν έκτοτε χτίστηκαν για μια επανένωση. Αυθεντική ομόνοια δεν έχει επιτευχθεί, παρά τις απόπειρες συγκερασμού των αντιθέσεων. Με κάθε αφορμή οι παλαιότεροι θα διαχωρίσουν το δικό τους δίκιο, όσο για τους νεότερους και άμοιρους των γεγονότων, αυτοί θα ισοπεδώνουν εκνευριστικά τις ιδεολογικές διαφορές λειαίνοντας τάχα το τοπίο. Διαβάζω παρακάτω:

[…]Στις μάχες υπάρχουν θύματα κι απ’ τα δυο στρατόπεδα, στις εμφύλιες συγκρούσεις όποιο αίμα κι αν χυθεί πληγώνει. Δύσκολα γιατρεύονται αυτές οι πληγές, υποχρέωσή μας να τιμήσουμε τους νεκρούς κι από τις δυο πλευρές.
[…]Οι πληγές, αν δεν κλείσουν, μολύνονται.

Τα λόγια του ήρωα εδώ δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτά. Πώς κλείνουν, όμως, οι πληγές; Αρκεί να μιλήσεις γι’ αυτές, για όσα σε στοιχειώνουν;

[…]Σ’ ευχαριστώ που μας έδωσες την ευκαιρία να μιλήσουμε για τους νεκρούς μας, ως τώρα τους είχαμε κρυμμένους στα υπόγεια της σκέψης μας. Είναι σαν να ξαναγεννήθηκα, σαν να γύρισα εβδομήντα χρόνια πίσω[…]

Ναι, το ξεκλείδωμα της μνήμης και η έκφραση με λόγια αυτών των καταχωνιασμένων μυστικών είναι ίσως η αρχή για μια συμφιλίωση. Όπως θα καταλήξει και ο Σπυρίδων:

[…]Είναι η παραδοχή όσων έγιναν και η εξομολόγηση που γιατρεύουν. Που φέρνουν την ισορροπία. Διαφορετικά η πληγή γίνεται σαράκι.

Ανάγκη να συμφιλιωθεί ο καθένας με τον εαυτό του, να δεχθεί να μιλήσει. Αρχή διαλόγου. Από κει και πέρα όλα αναμενόμενα, είτε θα επουλωθούν τα τραύματα είτε θα διαιωνιστεί η υποβόσκουσα αντίθεση. Η συμβολή της λογοτεχνίας ας θεωρηθεί σημαντική. Φροντίζει με τους επινοημένους ήρωες τοποθετημένους στο ιστορικό πλαίσιο να δώσει τη δική της εκδοχή για την πραγματικότητα. Μια θέα στον κόσμο προσφέρει με όλα τα παράθυρά της ανοιχτά. Θα μπορούσαμε να δούμε ίσως την πορεία προς μια άλλη εποχή; Σκέφτομαι το νόημα του τίτλου Οι τελευταίες πεντάρες. Είναι το παιχνίδι με τα κέρματα που παίζαν στην περιοχή, το αγαπημένο του Ξηγημένου. Αυτός θα το παίξει για τελευταία φορά κλείνοντας ένα κεφάλαιο στη ζωή του. Συμβολικά ένα κεφάλαιο κλείνει και για την ιστορία του τόπου.

Ο Βαγγέλης Αυδίκος καταφέρνει να μας οδηγήσει στο παρελθόν με προσεκτικά βήματα και με την πεποίθηση ότι αυτό ακριβώς το κεφάλαιο της ιστορίας μας πρέπει να κλείσει. Όχι με μια νέα καταβύθιση στην επιλεκτική λήθη αλλά με τη γνώση ότι ειπώθηκε ό,τι έπρεπε να ειπωθεί. Η αληθοφάνεια της ιστορίας του (υποστηριζόμενη και από την ντοπιολαλιά), η ικανότητα της αφήγησης που σε παρασέρνει να συμβαδίζεις με τους ήρωες σ’ αυτό το μνημονικό ταξίδι, όλα αυτά συντελούν σε μια γραφή - κατάθεση σημαντική στην υπόθεση όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και της ιστορίας του τόπου.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Book tour Μια κριτική προσέγγιση στο μυθιστόρημα "Οι τελευταίες πεντάρες" του Βαγγέλη Αυδίκου από τις εκδόσεις Ταξιδευτής

Διαβάστε περισσότερα: http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sto-mythistorima-oi-teleytaies-pentares-toy-vaggeli-aydikoy-apo-tis-ekdoseis-taxideytis/