Κυριακή, 21 Μαΐου 2017




Μια συνομιλία απρόσμενη. Κλασική λογοτεχνία.
Και ο Machado de Assis υπέροχος.



Ο θόρυβος απ’ τις φωνές και τις άμαξες ξύπνησε έναν ζητιάνο που κοιμόταν στα σκαλιά της εκκλησίας. Ο κακομοίρης ανακάθισε, είδε περί τίνος επρόκειτο και ξάπλωσε πάλι· τώρα όμως είχε ξυπνήσει για τα καλά και, ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα μάτια ανοιχτά, κοιτούσε τον ουρανό. Ο ουρανός τον κοιτούσε κι εκείνος με την ίδια απάθεια, αλλά δεν είχε τις ρυτίδες του ζητιάνου ούτε τα ξεχαρβαλωμένα του παπούτσια ούτε φορούσε τα κουρέλια του· ήταν ένας ουρανός καθαρός, έναστρος, γαλήνιος, ολύμπιος, σαν εκείνον που είχε παρευρεθεί στους γάμους του Ιακώβ και στην αυτοκτονία της Λουκρητίας. Κοιτάζονταν οι δυο τους, σαν να ’παιζαν το ποιος θα γελάσει πρώτος· δύο μεγαλειότητες, αντίπαλες και ήρεμες, χωρίς αλαζονεία και ταπεινοφροσύνη, κι ήταν σαν να ’λεγε ο ζητιάνος στον ουρανό:

-  Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να μου πέσεις στο κεφάλι.


Κι ο ουρανός στον ζητιάνο:



-  Ούτε εσύ πρόκειται να σκαρφαλώσεις ως εδώ.

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα Κίνκας Μπόρμπα του Machado de Assis, Ρεαλιστική τριλογία, Gutenberg, σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα)