Κυριακή, 28 Μαΐου 2017






Για την ποιητική  συλλογή  «Μέμνησο»

του Τάσου Γαλάτη

από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη






[…]
έστω για μια στιγμή κι αυτό δεν είναι λίγο,
γίνεται ξάφνου δυνατή η αθανασία.

Αυτό το ελάχιστο μέγεθος μιας επιθυμίας, αυτή η επώδυνη συμφιλίωση με την αλήθεια της φυσικής κατάληξης, ίσως είναι ένα ισχυρό έναυσμα που ωθεί στη δημιουργία. Και κατόπιν, το έργο απέναντι στον αποδέκτη του, ο οποίος συχνά προσπερνά αλλά ενίοτε χαρίζει το βλέμμα του στην αποτύπωση του βιαστικού περάσματος πάνω σε άφθαρτα υλικά. Και τότε αρχινά η επικοινωνία, τόσο ποθητή στον δημιουργό.
Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη Στο κάστρο της Παροικιάς, συγκαταλέγεται στην πρόσφατη συλλογή του «Μέμνησο», την πιο προσωπική του νομίζω. Ο ποιητής σε μια απολογιστική κατάθεση της ζωής του (ψήγματα ή προσχεδιάσματα της οποίας συναντήσαμε σε όλες σχεδόν τις  προηγούμενες συλλογές του) με κατανόηση απέναντι στον εαυτό του (Ένας Ρωμιός), με σκεπτικισμό απέναντι στην ιστορία (Άμα τω ήρι) αλλά και τη θρησκεία (Ουκ επάξεται), αναζητώντας για μια ακόμα φορά τη διάσωση μέσα στην ποίηση (Οι ποιητές), τέλος με την επίγνωση μιας ουσιαστικής άγνοιας απέναντι στο διαρκές μυστήριο της ύπαρξης (Ουκ έχω ειδέναι). Πέντε επιμέρους τμήματα της συλλογής, ή αλλιώς ένα ποίημα σε πέντε εκδοχές του.
Αγαπώ την επιλογή των ποιητών να μιλούν στο πρώτο πρόσωπο, σε μια διάθεση να απευθύνουν ειλικρινή λόγο προς τον αναγνώστη τους, χωρίς κάποιο άλλοθι που θα τους έδινε το δεύτερο πρόσωπο της καλυμμένης διαλογικής μορφής ή το ουδέτερου χρωματισμού τρίτο πρόσωπο, αλλά και μακριά από το καταγγελτικό εκείνο εσείς, που απομακρύνει τον ποιητή από το πάθος των ανθρώπων οδηγώντας τον σε χώρο στεγανό και ασφαλή. Ο Γαλάτης προτιμά να δείχνει τα δικά του τραύματα σε έναν ευθύβολο λόγο που αγγίζει τον αποδέκτη της ποίησής του. Επιλογή πλέον του αναγνώστη, αν θα συμπορευτεί με τον ποιητή στη δύσκολη αυτή πορεία. Γνωστό, άλλωστε, αυτό. Η ανάγνωση της ποίησης είναι επίσης δύσκολη και επίπονη.

Γέροντας τώρα πια κι εγώ
τετίγγεσιν εοικώς σαν τους παλιούς εκείνους Τρωαδίτες
δεν σταματώ να φλυαρώ παρόμοιος με τζιτζίκι
μιλώντας για την ομορφιά όπου τη συναντήσω
στους δρόμους στα λεωφορεία
στις διαβάσεις περιμένοντας το πράσινο
όταν αμόλευτη από το νέφος
άτρωτη από την τρομοκρατία
με προσπερνάει κάποια Ελένη βιαστική
τρέχοντας να σωθεί
από το κόκκινο του σηματοδότη

Στην ποίηση του Γαλάτη η σημερινή εικόνα της πόλης, με την ασχήμια και την αδιαφορία ως κυρίαρχα χαρακτηριστικά, μπερδεύεται με τις παραστάσεις που ο ποιητής έχει αποκομίσει από τη μακρά θητεία του στην ελληνική γραμματεία, μια ενασχόληση που καταλήγει να είναι ένα κομμάτι της σκέψης του και της κοσμοθεωρίας του. Όλα τα αρχαία θραύσματα διεισδύουν μέσα στην πραγματικότητα, ως αντίλογος στην επιμονή της να αποκόπτει τους δεσμούς της με το παρελθόν ή ακόμα χειρότερα να το παρερμηνεύει. Και επιζούν μέσω του ποιητικού λόγου, που όλα τα θεωρεί και τα εκλαμβάνει ως ένα αδιάσπαστο σύνολο. Στο πρώτο μέρος της συλλογής, Ένας Ρωμιός, δεν μπορείς εύκολα να διακρίνεις αν η εικόνα που διαγράφεται αφορά μόνον τον ποιητή,  που ανιχνεύει τα κομμάτια του μέσα από την προσωπική του πορεία, ή αν με ευθύβολη γλώσσα δίνει το πολυδαίδαλο σχήμα του Νεοέλληνα.  Αυτοβιογραφικός ο λόγος  σε πολλά σημεία (ήμουν δεν ήμουν εφτά χρονών/όταν αφανίστηκε η Χιροσίμα/κι είχα αρχίσει να γερνάω/όταν σωριάστηκαν οι πύργοι του Μανχάταν), αγγίζει αλλού ευρύτερους χώρους (και άθεος και άπατρις/και Χριστιανός Ορθόδοξος και Έλλην/ένας Ρωμιός).
Με σκεπτικισμό θα αντιμετωπίσει στο δεύτερο μέρος (Άμα τω ήρι) το πέρασμα της ιστορίας, που αδυσώπητα γράφει μέσα του και πάνω του ως χρόνος, αλλά που παράλληλα τον προβληματίζει ως ήθος και στάση των ανθρώπων. Από τη μια προσωπικός ο χρόνος, από την άλλη πανανθρώπινα τα ιστορικά του χνάρια.
[…]
Κάποιοι αλλόφυλοι με προσπερνούν αδιάφοροι
όμως εγώ στέκω ακοίμητος φρουρός,
δεν θα σπιλώσουν Βάνδαλοι το Βυζαντινό μου το
γεφύρι
αν και καλά το ξέρω
όποιο δρόμο κι αν πάρω
πάντα θα φράζει τη στράτα μου μια Κερκόπορτα
στίφη ανίερα πνίγουν την οικουμένη,
άλλην απαντοχή δεν έχω
συνεχίζω ψιθυριστά τις απελπισμένες ικεσίες
την αιώνια δέηση της Ρωμιοσύνης
Σώσον, Κύριε τον λαόν σου…
Κύριε, βόητι και ίλεως γενού,

την αιώνια δέηση της Ρωμιοσύνης
σ’ αυτά τα κακορίζικα τα χρόνια
εν έτει 2015 μ. Χ., τη ενάτη μηνός Ιουνίου.

Το μερτικό του στην ανυπαρξία, όπως λέει, θα αναζητήσει μέσα στον συνωστισμό στις ουράνιες μονές, στο τρίτο και σπαρακτικό μέρος (Ουκ επάξεται), αφού πρόσωπο με πρόσωπο με τους ασαφείς θρησκευτικούς γρίφους θα ρωτήσει τα αυτονόητα, για να απομείνει μόνο με τις δικές του  απαντήσεις, ατελέσφορες ωστόσο και αυτές.
[…]
Όλα καλά ως εδώ
Τι γίνεται όμως με τον δικό μας, τον αναπόφευκτο
τον αδιάψευστο, τον προσωπικό μας θάνατο
τι θα συμβεί, όταν οι Μαρίες πλησιάσουν στον
τάφο μας
και κάποιος νεκροθάφτης τις πληροφορήσει
ότι ουκ εισίν ώδε, τους σήκωσαν, τους πήραν
τα κόκκαλά τους βρίσκονται σ’ ένα κασελάκι στο
οστεοφυλάκιο
[…]

Είναι στο τέταρτο μέρος (Οι ποιητές)  που θα προστρέξει στον κοινό και προσφιλή τόπο για να αναζητήσει το ιαματικό της ποίησης, έστω για λίγο κατά την καβαφική ρήση (Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,/ που κάμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή, «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή˙ 595 μ.Χ.»). Όμως η γνώση και εδώ είναι σκληρή. Η μοίρα των θνητών αμείλικτη και η ομορφιά, αυτή η προνομιούχος θέα του κόσμου που δίνει η τέχνη η αληθινή,  δεν φθάνει για να νικήσει το κακό. Η ποίηση απομένει απλώς μια λυρική ανατροπή της συμφοράς. Θεωρητική όμως.
[…]
Κι όμως του Αχιλλέα η οργή, ο νόστος του Οδυσσέα
δεν παύουν να τρέφουν τις αυταπάτες τους
έτσι που κάποτε φτάνω να πιστέψω πως το
κατορθώνουν
όσες φορές στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα μακρινά
τείχη της Τροίας
οι φλυαρίες των γερόντων
όταν τετίγγεσιν εοικότες εξυμνούν το κάλλος της Ελένης
κι έστω για μερικές στιγμές
σβήνουν από τα μάτια τους οι σφαγές
κι ο κόκκινος από το αίμα Σκάμανδρος.

Έτσι, στο πέμπτο και τελευταίο μέρος (Ουκ έχω ειδέναι) θα ομολογήσει το ανθρωπίνως αναμενόμενο. Σαν ένας νέος απολογισμός, ακροτελεύτιος αυτός του ελάχιστου εναπομείναντος. Τα αινίγματα του κόσμου δεν έχουν  έτοιμες απαντήσεις, άρα το ερωτώμενον σύμπαν σιωπά. Και αυτή η σιωπή έρχεται εκκωφαντική στην τραγικότητά της να υπογραμμίσει τη μοναξιά του υποκειμένου, που δεν σταμάτησε ποτέ να ερευνά για μια αποστομωτική ερμηνεία. Ο ποιητής εδώ απέναντι στα συλλογικά αναπάντητα θα πει:
[…]
Γιατί και πώς το αόρατο εισβάλλει ακατανόητο
στο φωτεινό βασίλειο των ορατών
γιατί και πώς το φως δε γίνεται να λάμπει δίχως
το σκοτάδι
γιατί και πώς οι μέρες και οι νύχτες μου
το ίδιο αίνιγμα κρύβουν και φωτίζουν.

Και επανερχόμενος στη σκληρή καθημερινότητα θα αντιληφθεί το ασύμβατο της δικής του παρουσίας
[…]σ’ αυτόν τον τόπο που τον διεκδικούν μονάχα τα σκουπίδια

Ως έσχατο, λοιπόν, λόγο θα συλλαβίσει έστω χαμηλόφωνα
Γραικός θε να πεθάνω
κι ας έχει όλος ο κόσμος αλλαξοπιστήσει πια.


Μέμνησο, θα πει ο ποιητής. Και αυτή η προστακτική θα απευθύνεται διαρκώς πρώτα στον εαυτό του, που ολοένα θα γυρνά σε όσα τον κράτησαν γερά στον κόσμο ετούτο -εμμονικές συχνά υπενθυμίσεις των γενέθλιων τόπων του και των παιδικών του χρόνων αλλά και γραμμένες βαθιά μέσα του παρακαταθήκες από όσα εκλεκτά διαβάσματα συνάντησε. Με τη δύναμη, ωστόσο, που εμπεριέχει η ειλικρινής γραφή θα απευθύνεται και στον αναγνώστη του, κυρίως αυτόν που τον ακολουθεί τόσα χρόνια μέσα από τους στίχους του. Αυτή η ιδιότυπη εισχώρηση/συμμετοχή του αναγνώστη στο ποίημα έχει τη δυναμική ενός μοιράσματος, μιας αμοιβαίας ανταλλαγής της προνομιακής εικόνας που η ποίηση δίνει στον αποδέκτη της αλλά και παίρνει πίσω με τη σειρά της ως μυστική συγκατάνευση στα κοινώς αποδεκτά. Διαβάζω ξανά το αρχικό απόσπασμα και κατανοώ πληρέστερα τώρα. Η ελάχιστη αυτή (υποψία έστω) αθανασίας μπορεί και να είναι δυνατή. Και οπωσδήποτε αυτό δεν θεωρείται μικρό πράγμα.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Παρέμβαση, τεύχος 183, Άνοιξη 2017)