Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας

του Πιέρ Λοτί

σε μετάφραση του Φοίβου Ι. Πιομπίνου

από τις εκδόσεις θίνες





Ο αισθησιασμός της αφήγησης

[…]
καταλάβαινα για μιαν ακόμη φορά τι τρελό και σπαρακτικό που είναι να σπαταλιέται κανείς εδώ κι εκεί ανά την υφήλιο, να εγκλιματίζεται παντού, να δένεται με τα πάντα, να ζει πέντ’ έξι ανθρώπινες ζωές αντί για μία μόνη και καλή, όπως κάνουν οι απλοί άνθρωποι που παραμένουν και πεθαίνουν στην ίδια, πάντοτε αγαπημένη γωνιά του κόσμου όπου πρωτάνοιξαν τα μάτια τους.

Αυτή είναι μία από τις σκέψεις που καταγράφει ο Πιέρ Λοτί ολοκληρώνοντας την ιστορία της Σουλεϊμά, της μιας από τις δύο νουβέλες (η άλλη είναι Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας) που περιλαμβάνονται στην έκδοση. Και μάλλον ξέρει πολύ καλά τι λέει. Πολυταξιδεμένος αλλά και εγκατεστημένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα έξω από τη Γαλλία, ήρθε σε επαφή με τον πολιτισμό της Ανατολής και ως σκέψη αλλά και ως τρόπο ζωής. Άλλωστε αυτός ο κόσμος θα αποτελέσει την κύρια πηγή της έμπνευσής του. Ένας κόσμος ο οποίος μεταφέρεται με ιδιαίτερη τέχνη στη γραφή του, γεμάτος από εικόνες που αγγίζουν όλες τις αισθήσεις. Οριενταλιστής ο Λοτί, εκπροσωπεί το ρεύμα αυτό που άνθισε τον 19ο αιώνα στη δυτική λογοτεχνία (και γενικότερα στην τέχνη) και εμπλούτισε με τις ανατολίζουσες εικόνες του τις φαντασιώσεις της δυτικής αστικής τάξης για ένα λάγνο σκηνικό αρωματισμένο με αισθησιακές μυρωδιές και ερεθιστικό με τα αργά λικνιζόμενα γυναικεία σώματα.

Ένα τέτοιο εξωτικό σκηνικό ενώνει τις δύο νουβέλες, που μοιάζει να επικοινωνούν ως ανατολικά αφηγήματα  (όπως τις ονομάζει ο ίδιος ο Λοτί), τοποθετημένες στην Αλγερία στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, τόπο εξιδανικευμένο στα μάτια τα δικά του, καθώς αρνείται να παραδεχθεί το τέλος ενός κόσμου που τον είχε κάποτε συναρπάσει.

Η πρώτη ιστορία, Οι γυναίκες της κάσμπας, μας μεταφέρει -με μια αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο- την περιπέτεια τριών ναυτών που θα ζήσουν κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής εξόδου μια εμπειρία που ακροβατεί ανάμεσα στον λάγνο ερωτισμό και στην τραγική ανατροπή. Κι ενώ εδώ ο Λοτί είναι ο παρατηρητής που καταγράφει, στη δεύτερη ιστορία με το όνομα της Σουλεϊμά να δίνεται πότε σε μια  αισθησιακή μορφή και πότε σε μια χελώνα (που τόσο σοφά συγχέονται στη συνείδηση του αφηγητή) θα αναλάβει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο μεταφέροντάς μας την προσωπική του εμπειρία που μοιράστηκε με τον φίλο και συνταξιδιώτη του Πλάνκετ.

Θα ήταν εύστοχο να χαρακτηρισθούν αυτές οι δύο ιστορίες ερωτικές; Νομίζω πως ναι, υπό το πρίσμα του αισθησιασμού, που διεγείρει τις αισθήσεις και την ερωτική διάθεση. Ακόμα περισσότερο, με δεδομένη την επίδραση της ανατολίζουσας τάσης στην τέχνη, που είναι ικανή να μεταφέρει την πιο λάγνα εκδοχή του ερωτισμού. Στην ουσία μια ένωση ψυχών μέσα από την

ασυνείδητη γοητεία των αισθήσεων, το παράξενο αυτό μυστήριο που είναι ο έρωτας…

όπως θα πει ο ίδιος ο Λοτί.

Με ιδιαίτερη προσήλωση στη περιγραφή των χώρων ο συγγραφέας θα μας θυμίσει ότι οι ήρωες μιας ιστορίας έχουν ανάγκη την ένταξη στο περιβάλλον, προκειμένου να ανασάνουν ως χαρακτήρες και να μεταδώσουν την αίσθηση του ζώντος οργανισμού (αυτή τη γοητευτική ψευδαίσθηση της λογοτεχνίας) και στον αναγνώστη τους. Διαβάζεις και νιώθεις ότι ξετυλίγεται μια εικόνα που τη βλέπεις, την ακούς, την οσφραίνεσαι, την αγγίζεις, τη γεύεσαι. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η μεγαλύτερη αξία των αφηγήσεων του Λοτί κρύβεται ακριβώς στη δυνατότητα εισχώρησης του αναγνώστη μέσω των λέξεων στα λογοτεχνικά του τοπία. Ναι, φυσικά έχει το βάρος της και η ενδιαφέρουσα πλοκή με τις ανατροπές της (απαραίτητες στη λογοτεχνική φόρμα της νουβέλας), αλλά μαγεύεσαι από την αίσθηση που σου δημιουργεί η εικόνα και συχνά την ξεχνάς.


Γέρνοντας σαν οδαλίσκες, ακουμπούσαν το κεφάλι τους στο μάρμαρο των κιόνων και σήκωναν ψηλά τους ωραίους γυμνούς βραχίονές τους, στολισμένους με ασημένια, κοραλλένια ή περουζένια βραχιόλια. Οι πυρρόξανθοι στρογγυλοί βραχίονές τους έρχονταν σε αντίθεση με το τεχνητό ροζ και τη φτιασιδωμένη ωχρότητα του προσώπου τους· έμοιαζαν με κέρινες μορφές που είχαν κεχριμπαρένιο κορμί· τα μεγάλα τους μάτια πνιγμένα μες στο μαύρο χρώμα, τα κρατούσαν χαμηλωμένα με μυστικοπαθή έκφραση. (Οι γυναίκες της κάσμπας)


Και να με, μισοξαπλωμένος στο στρώμα, θωρώντας τη Σουλεϊμά που στέκεται όρθια μπροστά μου, ενώ τη φωτίζει από κάτω η φλόγα της λάμπας της. Είναι λυγερή σαν ελληνική φιγούρα μες στα μακριά, λευκά ρούχα της· έχει ανασηκωμένα τα γυμνά μπράτσα της πάνω από το κεφάλι της, και η σκιά της που ανεβαίνει στο μαύρο ταβάνι μοιάζει με σκιά αμφορέα. (Σουλεϊμά)

Ο αναγνώστης, με τις αισθήσεις του όλες σε διέγερση, αφήνεται να παρασυρθεί από τη γοητεία του κειμένου, και μεταφέρεται στο επινοημένο σκηνικό του συγγραφέα, αδύναμος να πει αν όλα αυτά τα είδε, τα έζησε ή απλώς τα διάβασε.

Κι ενώ τα μάτια μου κλείνουν και η μικρή λάμπα σβήνει, βλέπω ολοκάθαρα, κάτω από τον αιώνια γαλανό ουρανό και πάνω στις ρόδινες άμμους, ένα καραβάνι να περνάει.

Η περιγραφή και η αφήγηση του Λοτί ευτύχησε στην ελληνική γλώσσα να αποδοθεί με τη μαεστρία του έμπειρου Φοίβου Πιομπίνου. Σκέφτομαι πώς θα χανόταν η μαγεία της γλώσσας, αν ο μεταφραστής δεν συμμετείχε στην πανδαισία των αισθήσεων που σου προκαλεί το αρχικό κείμενο. Εδώ, όμως, νιώθεις τη ρέουσα γλώσσα να παρακολουθεί με αυθεντική πιστότητα και να αποδίδει στο μέγιστο βαθμό τη αρχική αίσθηση. Δείτε, για παράδειγμα, πώς μεταφέρεται στην ελληνική γλώσσα η περιγραφή εκείνης της ώρας που η νύχτα μεταλλάσσεται σε μέρα:

Άλλωστε το αληθινό, το άπλετο φως γεννιόταν λίγο λίγο κι απλωνόταν πάνω στο καθετί· κι ο ατμός στο χρώμα της ίριδας διαλυόταν, γινόταν τόσο αραχνένιος που διέκρινες μεσ’ απ’ αυτόν τα πιο απομακρυσμένα πλοία και σχεδόν τον ορίζοντα της θάλασσας· κι ύστερα χανόταν ξαφνικά σαν κουρτίνα από γάζα που πέφτει: ο ήλιος  είχε ανατείλει…

Η συμβολή του Πιομπίνου ουσιαστική και σε κάτι ακόμα. Εμπλουτίζει την έκδοση με μια κατατοπιστική εισαγωγή που τοποθετεί τον Λοτί μέσα στο ρεύμα του οριενταλισμού, ώστε να κυλήσουν ομαλά οι δύο ιστορίες ακριβώς τοποθετημένες στον εξωτισμό της Ανατολής. Και, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, στο τέλος των ιστοριών παραθέτει ένα χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα, το οποίο δεν δίνει μόνο τα βιογραφικά του στοιχεία αλλά τα συσχετίζει χρονικά με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του αλλά και τα σύγχρονα της ελληνικής ιστορίας. Έτσι τοποθετείται και ο συγγραφέας και το έργο του μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, σε μια διαλεκτική σχέση προσώπου και εποχής. Οι εκδόσεις Θίνες, μας δίνουν με αυτό τον τρόπο την άποψή τους για το βιβλίο γενικότερα. Ο συγγραφέας και το έργο του δεν είναι τυχαίες υπάρξεις, αλλά  προκύπτουν μέσα σε δεδομένες συγκυρίες.

Η έκδοση εικαστικά υποστηρίζεται από την εικονογράφηση της Μελισσάνθης Σαλίμπα. Ένα εξαιρετικής αισθητικής εξώφυλλο, που σε προκαλεί να ανοίξεις το βιβλίο, που σε προδιαθέτει για τον αισθησιασμό της αφήγησης, που σε βάζει με τον καλύτερο τρόπο στον κόσμο του Πιέρ Λοτί. Κι αν όλα αυτά φαίνονται ίσως μια περιττή πολυτέλεια για κάποιον που θεωρεί μόνο το κείμενο σημαντικό σε μια έκδοση, να υπενθυμίσουμε ότι το βιβλίο είναι μια συνολική πρόταση προς τον αναγνώστη, και δεν πρέπει να υποτιμάται ποτέ ούτε το πληροφοριακό του μέρος ούτε βέβαια και η αισθητική του.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/pierre-loti/)