Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Τό βαθύ μπλέ τῆς ἀγάπης

ποίημα του π. Σταύρου Τρικαλιώτη





Ὅταν ξάνοιγε ὁ καιρός
ἔπαιρνα τό πινέλο
καί ζωγράφιζα
τά παντζούρια
καί τίς ψηλές πόρτες
μέ τούς φεγγίτες
μέ αὐτό τό βαθύ μπλέ
τῆς ἀγάπης.
Τό πρωινά
τρύπωνε ὁ ἥλιος
μέσα ἀπό τά πλατανόφυλλα
καί τίς πευκοβελόνες
καί χόρευε εὔθυμους χορούς
πάνω στά ἀσβεστωμένα πεζούλια.
Ὁ σγουρόφυλλος βασιλικός
ξεχνιόταν κάπου κάπου
κι ἔπιανε κουβέντα τρελή
μέ τίς μεθυστικές γαρυφαλιές
καί τή φτέρη.
Ὅταν ἀργά τό ἀπόγευμα
σχόλαγε ἡ Μαίρη
ἀπό τό ἐργοστάσιο
μᾶς γέμιζε τίς χοῦφτες
μέ καραμέλες
καί σοκολατάκια
κι ἔτρεχε νά ζωγραφίσει
πάνω σέ μαῦρα χαρτόνια
τόν δικό της
παράδεισο.
Κι ἄν καμμιά φορά
λέγαμε καί καμμιά
κουβέντα παραπάνω
τήν ἔπαιρνε τό δροσάτο ἀεράκι
καί τήν ἔκανε
μελωδικό τραγούδι
πού μᾶς συντρόφευε
στόν βραδυνό μας ὕπνο.
Ἡ μικρή μας γειτονιά
χάθηκε πλέον
τό σπίτι γκρεμίστηκε
ὁ ἥλιος δέν περνάει
τά πρωινά.
Ἐμεῖς μεγαλώσαμε
καί σκορπίσαμε.
Πού καί πού ὅμως
θυμόμαστε
αὐτό τό βαθύ μπλέ
τῆς ἀγάπης
καί μᾶς πιάνουν κάτι
ἀλλόκοτοι λυγμοί
λές κι εἴμαστε
ἀκόμη μικρά παιδιά.

π. Σταύρος  Τρικαλιώτης
24 / 02 / 2017


(πίνακας του Albert Edelfed)