Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017


Στα σχοινιά

της Μυρτώς Καμηλάκη




         Στέκομαι στο κάτω μέρος της σιδερένιας σκάλας της αυλής. Την κοιτώ με δέος. Τόσα χρόνια  εδώ και δεν έχει σκουριάσει. Από το πρώτο της σκαλοπάτι έως και το τελευταίο, αυτό που χάνεται μέσα στην αντηλιά. Ένα θολερό φως χτυπά την κόρη του ματιού μου και της απαγορεύει να δει παραπέρα. Δεν βλέπω πού ανεβαίνω. Είμαι σχεδόν σίγουρη όμως ότι θα φτάσω στο πλατύσκαλο. 12 πατήματα μετά, το πέλμα μου βρίσκεται σταθερά πάνω στην άλλη άκρη της  ανηφοριάς.

        Δεξιά μου απλώνεται επιβλητική, αχανής η ταράτσα. Τσιμέντο που αχνίζει, υποταγμένο στο καλοκαιρινό άγγιγμα. Μόνο ο λίβας περνά από πάνω του αλλά μάταια. Το τσιμέντο θέλει νερό για να γίνει και βροχή για να ξεδιψάσει. Το στόμα μου κολλά. Κοιτάζω τα σχοινιά. Απλώνονται κατά μήκος και πλάτος της ταράτσας σαν συρματοπλέγματα. Πρέπει να τα γεμίσω όλα. Τα ρούχα μέσα στο πλυσταριό αναμένουν. Έχει μια σχετική δροσιά εκεί και δεν έχουν στεγνώσει ακόμη. Πρέπει να βιαστώ, να μην κοκαλώσουν και τσαλακωθούν έτσι στοιβαγμένα που είναι μέσα στην ξεβαμμένη σομόν λεκάνη. Και αυτή από πλαστικό που αντέχει.

           Ξύλινα τα μανταλάκια. Όλα όμοια. Ξεπλυμένα από τον χρόνο. Σκουριασμένο το ελατήριο που ενώνει τις δυο πλευρές τους και φοβάμαι, στην πίεση που θα ασκήσω, ότι θα έρθει το τέλος τους. Αλλά όχι σήμερα. Σήμερα έχει πυρετώδη ζέστη και τους αρέσει να βράζουν πάνω στα δροσερά, έστω νωπά μου ρούχα. Είναι κάτι για το οποίο αδημονούν. Να τσιμπήσουν την άκρη του παντελονιού μου, πάντα εκεί, ανάμεσα στον καβάλο. Να κρύψουν το αποτύπωμά τους μην και το δει μάτι ενήλικο. Να αρπάξουν το μπλουζάκι εσωτερικά από τη μασχάλη μου, και πονάει τόσο πολύ εκεί, και να το τεντώσουν να σιδερωθεί μονάχο του. Να σουφρώσουν το εσώρουχο και να το βαστήξουν γερά, μην και το πάρει ξαφνικός αέρας έτσι λιποβαρές και στενό που μου είναι. Να γραπώσουν το φόρεμα που πλένεται και ξανά πλένεται αφόρετο, να του φύγει η μούχλα. Να κρεμάσουν τον στηθόδεσμό μου, από τη μια του άκρη σαν σφαγιασμένο αμνοερίφιο και αυτός να στάζει αίμα, δροσερά νωπό. Χαρμόσυνη στιγμή να κυλά στο κρακελαρισμένο τσιμέντο.    

           Να κρατήσουν γερά, έως ότου δεν αντέχουν άλλο τις στιγμές μου. Όλες μαζί, μαζεμένες  στην ταράτσα, κρεμασμένες στα σχοινιά. Κάνω δυο βήματα πίσω. Τα έχω απλώσει όλα, πάνω στο λεπτό  πλαστικοποιημένο σιδεράκι που τα βαστά.  Όλα... χρωματιστά... λιώνουν.  Άλλα δυο βήματα πίσω. Απομακρύνθηκα και τα βλέπω να μάχονται τον Αυγουστιάτικο ήλιο. Ένα έγχρωμο έργο τέχνης πολτοποιείται μπροστά στα μάτια μου. Τρέχει από το παντελόνι το έντονο μπλε που δεν αγάπησα και γίνεται όλο πιο παστέλ. Το κίτρινο μπλουζάκι, που με ζόρι φόρεσα, μένει υπόλευκο. Το μοβ σλιπάκι ξεπλένεται αβίαστα, πάντα κακοβαμμένο ήταν. Και ο μπορντό στηθόδεσμος, έχει ακόμη χρώμα να αφήσει. Στάζουν όλα μαζί και μπλέκονται σε θέαμα απόκοσμο επάνω στο τσιμέντο. Ποτάμι κανονικό που η ρύση της ταράτσας το οδηγεί στη σιδερένια σκάλα. Ενώνονται  στο στενό πλατύσκαλο και πολύχρωμος καυστικός καταρράκτης ξεχύνεται στην αυλή. Τι ομορφιά Θεέ μου! Πιο εντυπωσιακή εικόνα δεν έχω ξαναδεί.      

        Άλλα δυο βήματα πίσω. Τα τελευταία. Τα μανταλάκια δεν θέλουν πια να βαστήξουν. Στεγνώσαν όλα και αυτά αναζητούν καινούργια ρούχα για άπλωμα. Μόνο ένα ζευγάρι κόκκινες παιδικές κάλτσες κρέμεται ακόμη. Είναι βρεγμένες, μούσκεμα! Δεν έχουν αφήσει σταγόνα να πέσει. Είναι δικές μου και αυτές αλλά καινούργιες. Τις έχω χρόνια τώρα στο συρτάρι μου αλλά, δεν ξέρω γιατί, δεν της έχω φορέσει. Κάθομαι στο κολλώδες τσιμέντο να τις δοκιμάσω. Μου κάνουν!

              Σηκώνομαι και πατώ κόκκινα, πάνω στο γκρι. Κόβω, ένα ένα τα σχοινιά. Τώρα πια, δεν θα καίει τόσο η ταράτσα.



Μυρτώ Καμηλάκη

2/7/2017         



(φωτογραφία παλαιά, μεταμορφωμένη από τη φωτογράφο-εικαστικό  Jane Long)