Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017


Τέσσερις ξεχωριστές αναγνώσεις

(τρεις ποιητές και μια ποιήτρια)






Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, «Έλαβον»,

εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Γιώργος Μπακλάκος, «Ημιυπόγειο»,

εκδόσεις βακχικόν

Νίκος Μυλόπουλος, «Όπως η θάλασσα με το αύριο», εκδόσεις Γαβριηλίδη

Χριστίνα Γεωργιάδου, «Σπορά»,

εκδόσεις Κυριακίδη







Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, «Έλαβον»,

εκδόσεις Σαιξπηρικόν



Η ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου έχει εσωτερικό ρυθμό, αυτό το μαγικό αόρατο νήμα που δένει τον στίχο και τον οδηγεί από την αρχή ως το τέλος, και που φανερώνεται όταν διαβάσεις με τη φωνή σου το ποίημα και το ακούσεις. Ας μη φανεί πλεοναστική ή εξεζητημένη η παρατήρηση. Δεν έχει πάντα ρυθμό η ποίηση που γράφεται, ίσως θα λέγαμε πως πολλοί ποιητές αγνοούν το πολύτιμο εσωτερικό άκουσμα.  Ούτε να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη ποίηση αυτό το χρωστά στον έξοχο δεκαπεντασύλλαβο, γιατί δεν τον ακολουθούν όλα τα ποιήματα.


Ο Δημήτρης Παπαστεργίου μοιράζει τα θέματά του ανάμεσα στο προσωπικό και στο κοινό βίωμα, άλλοτε μιλώντας για το πώς γράφει πάνω του η απουσία αγαπημένου προσώπου και άλλοτε καταγράφοντας το συλλογικό πάθος. Και διάσπαρτο μέσα στα ποιήματά του συναντάς έναν κοφτερό πολιτικό σχολιασμό, από τους καλύτερους της σύγχρονης ποίησης, και κοινωνικά σχόλια από τα πλέον εύστοχα, που σε κάνουν να  ντρέπεσαι για την ανθρώπινη ιδιότητα που καταχρηστικά φέρεις. Μια οξεία παρατήρηση διαφαίνεται πίσω από κάθε λέξη του αλλά και  πολλά σημεία ταύτισης βρίσκεις μαζί του. Αισιοδοξία σε διακατέχει για το ποιητικό μέλλον.



Σαν χθες, Σάββατο, μπάρκαρα

για πλούτη κι εμπειρίες.

Μαύρο σκαρί,

μάγων δουλειά.

Φτωχό παιδί φυλάξου.

Του ουρανού ο επίσκοποι

μοιράσανε τις βάρδιες.

Ο πιο στυγνός

με έστειλε στο βρομερό αμπάρι,

να καθαρίσω τρωκτικά,

σαβούρες εβδομάδες,

συσκευασίες ημερών,

θρύψαλα από μήνες



κι ώσπου να δω ξανά ουρανό

τέλειωσε το ταξίδι.



(Χαράματα στη θάλασσα)





[…]

Απάνω στη  μοσχοβολιά που τα ψωμιά υφαίνουν

Γλιστρούν τις παντοφλίτσες τους νοικοκυρές παιδούλες

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην τράτα που επιστρέφει



Λένε καλή ξεκούραση στη βραδινή τη βάρδια

Σαν ράμφη κροταλίζοντας τριγύρω τα παντζούρια

Και ξεψυχούν τα όνειρα του δυστυχή ανέργου



(Του ανέργου)





[…]

Μας φυλάει μια γωνιά ο χρόνος

όπου θα λέμε: είμαστε άνθρωποι,

σε μάτια που θα μας βλέπουν ως νεφρά,

γεννητικά όργανα

και ισχνά πορτοφόλια.



Κι ούτε μια μικρή γωνιά για μας

στον πλανήτη των προσφύγων.



Τι με κοιτάτε;

Πρόσφυγες είμαστε όλοι,

από τώρα δε με αναγνωρίζετε;



(Ο πλανήτης των προσφύγων)





[…]

Τα ποιήματα σου τα ’φερνα σαν πελαργού κλαδάκια

Να χτίσεις μια ψηλή φωλιά, τον κόσμο μας να χτίσεις

Και τώρα μοιάζει με σταθμό που καρτεράς το τραίνο

Σκοντάφτει βήχοντας το φως στα βρόμικα πλακάκια[…]



(Μητέρας φάσμα)





Στο σύνολό της μια ποιητική κατάθεση πλήρης (που μας επιτρέπει να δούμε αυθεντικές εικόνες από τον κόσμο του ποιητή) και με ιδιαίτερη προσοχή στη δομή του στίχου, στον εσωτερικό παλμό που τον δονεί.









Γιώργος Μπακλάκος, «Ημιυπόγειο»,

εκδόσεις βακχικόν



Η περίπτωση του Γιώργου Μπακλάκου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς πρόκειται για ένα νεαρό άτομο, μόλις 25 ετών που, όπως δηλώνει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Vakxikon, τα συγκεκριμένα ποιήματα τα έγραψε ως την ηλικία των είκοσι ετών. Η διάχυτη απαισιοδοξία των στίχων του, η απόρριψη έστω και μιας αμυδρής ελπίδας που θα τους φώτιζε, καθώς και η αίσθηση μιας συμπυκνωμένης πείρας ζωής που δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με τα χρόνια της ζωής του, φέρνει στον νου την επίδραση που ασκεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κρίσης που ζούμε στην ψυχολογία ενός νεαρού ατόμου. Θα μπορούσε, λοιπόν, ο ποιητής (με την ιδιαίτερη ευαισθησία που τον διακρίνει) να είναι αποδέκτης του ζοφερού κλίματος και να το διοχετεύει στη γραφή του; Και ταυτόχρονα να τρέχει ο χρόνος μέσα του σωρεύοντας εμπειρίες από τις πολλαπλές εικόνες παθογένειας μιας κοινωνίας στα όρια της δυστοπίας;



[…]

Τι να καταλάβετε όλοι εσείς που τον κοιτάζετε με βλέμμα περιφρόνησης και λύπης.

Αυτός βγήκε νύχτα έξω, είδε το φεγγάρι απ’ το ημιυπόγειο όπως κανείς ποτέ δεν τόλμησε.

Αυτός άπλωσε το χέρι και με την άκρη ακούμπησε το ταβάνι τα’ ουρανού,

ποιος το ’κανε από σας αυτό.

[…]

Αυτός είδε το φεγγάρι απ’ το ημιυπόγειο.



(Ημιυπόγειο)





Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω τη ζωή

όταν δεξιά μού ψιθυρίζει ο νους

ζερβά με στρέφει η καρδιά.

Φαντάζει ο κόσμος απέραντος

και το ταξίδι ατέλειωτο

κι όμως στιγμές κρατάει.

Τρέμω πως δε θα προφτάσω

σα νερό πως θα χαθεί από τα χέρια μου

πριν με δροσίσει.

Σε ποιον να μιλήσω

τι να πω

τα νιάτα μου φοβάμαι να χαρώ.



(Δισταγμός)





Απαγορεύω στους ανθρώπους να νομίζουν πως ελπίζω.

Ξέρω πως τις ελπίδες μου θα τις καπηλευτούν.

Θα τις ταΐσουν, θα τις ποτίσουν, θα τις μεγαλώσουν

και σαν πιστέψω στην πραγματοποίησή τους

με το μαχαίρι του χασάπη το θρεφτάρι τους θα σφάξουν.

Έτσι τις κρατώ κρυφές, τις κρατώ για μένα.

Απόκρυφες όχι ξεχασμένες, δικές μου όχι παραδομένες.

Ήθελα να μάθω τη σιωπή, όμως μ’ επισκέπτονται οι λέξεις

αυθάδεις δίχως να σέβονται την επιθυμία μου.

Κανείς δεν έμαθε να με συντροφεύει στη σιωπή.



(Σιωπηλά)





Ας συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι ίσως η νεολαία ωριμάζει απότομα μέσα σε συνθήκες ακραίες. Γιατί η ποίηση του Γιώργου Μπακλάκου δείχνει να έχει κατανοήσει τα τεκταινόμενα, να έχει δει τη θέση της στο λογοτεχνικό τοπίο (ποίηση εσωτερικής διεργασίας και καταγγελτική ταυτόχρονα). Μια πολύ θετική πρώτη παρουσία στα ποιητικά πράγματα.







Νίκος Μυλόπουλος, «Όπως η θάλασσα με το αύριο», εκδόσεις Γαβριηλίδη





Τρεις επιμέρους συλλογές κι ένα μοναχό ποίημα (Αναπάντεχη Εδέμ, αφιερωμένο στον Κώστα Ριζάκη) αποτελούν το ποιητικό βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου. Διαβάζοντας τα ποιήματα έχεις την αίσθηση ότι εισήλθες λάθρα σ’ ένα  τοπίο ζωής πλήρες από κάθε άποψη. Ο λόγος αποπνέει βεβαιότητα για το νοηματικό του φορτίο, η πείρα σωρεύεται στους στίχους, ο απολογισμός μιας πορείας καθίσταται εμφανής. Το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι η επιλογή του πρώτου πληθυντικού προσώπου στα περισσότερα ποιήματα. Το εμείς της ποίησης ίσως δημιουργεί την απαραίτητη θαλπωρή μπροστά στη συνειδητοποίηση των χρονικών ορίων που στενεύουν:




[…]

Ο χρόνος χαϊδεύει τις μισάνοιχτες πόρτες

Αποφασίζοντας οριστικά τι θα μείνει και τι θα χαθεί.



(έργο του Modigliani)



Και ο ποιητής ενσωματωμένος σ’ αυτόν τον πληθυντικό με όμοια στάση απέναντι στον έρωτα και στο ποίημα (αλήθεια, υπάρχει διαφορά;) θα φτιάξει την παρακάτω εικόνα:



Με χείλη ερπύστριες θερίζαμε τους καρπούς ενός άπτερου έρωτα

Η γλύκα των φιλιών αθεράπευτα άχνιζε πάνω στη γλώσσα

Πίναμε τότε μέρες κι αναπνέαμε χιόνι

Μελανιασμένοι από τις έξαλλες δαγκωματιές του αέρα

Μιλούσαμε με τα κύματα εξαργυρώνοντας την  άγνοιά μας

Μοιράζοντας στα δυο το φεγγάρι που ήδη έλιωνε

Τα βράδια όμως στρίβαμε όνειρα

Δεμένοι με ό,τι απέμεινε απ’ το λουρί της γέννας

Για να ’χουμε πάλι το ξημέρωμα κάτι για να φτιαχτούμε.

Γλυκόπικρο καρβέλι η μοναξιά μετά βίας χόρταινε τις ψευδαισθήσεις

Καθώς οι ποιητές στο μεσαίο ξαπλωμένοι πλατύσκαλο

Σκάλιζαν ειρωνικά στα σπλάχνα τους εφιάλτες της μυρσίνης.



 (Άπτερος έρως)





Διαβάζω από τον Νίκο Μυλόπουλο, ταυτόχρονα βάζοντας τις ψηφίδες της εικόνας  την καθεμιά στη θέση της με την αυθαιρεσία μιας ανάγνωσης ενσυναισθητικής. Όλα μοιάζουν ταυτόσημα με τις προσωπικές εναποθέσεις της μνήμης. Μα πιο πολύ με ταράζουν αυτοί οι ποιητές που ξαπλωμένοι στο πλατύσκαλο κοιτάζουν. Τους βλέπω λίγο νωχελικά να σχολιάζουν, καθώς η θέση τους είναι και μέσα στο ποίημα αλλά και λίγο πιο έξω ή πιο πάνω απ’ αυτό. Συμπυκνωμένη ποιητική εμπειρία. Να ατενίζουν  την αφορμή της ποίησής τους. 

Αν θέλαμε να βάλουμε χρώμα στην ποίηση αυτή, πιστεύω θα επικρατούσε μια απόχρωση του γαλανού, στην οποία άλλωστε μας παραπέμπει και ο τίτλος της συλλογής υπογραμμισμένος από την εικόνα της Χριστίνας Καραντώνη στο εξώφυλλο. Κι αν ένα ποίημα μπορεί ποτέ με μια μαγική συμπερίληψη να μιλήσει για όλα τα υπόλοιπα, εδώ θα ήταν αυτό:



Όλοι είχαμε μια φανταστική να διηγηθούμε ιστορία στον

εαυτό μας

Για ένα ερχομό που αργούσε αφόρητα

Ή για κάποια κακή στιγμή που οι δικοί μας

Μας αποκλήρωσαν άδικα χωρίς ποτέ να καταλάβουμε τον

λόγο.

Άλλοτε πάλι βλέποντας τα μυρμήγκια να ιδρώνουν

Μέχρι τον έσχατο να φτάσουν προορισμό τους

Αισθανόμαστε τυχεροί που το κέρδος μας στη ζωή

Ήταν ένα γαλάζιο ποδήλατο για να τελειώνουμε ταχύτερα

Την επώδυνη ξενάγησή μας στη γκαλερί της μοναξιάς

Και λαμβάνοντας οριστικά την απόφαση

Η υγρασία να διαβρώσει τους τοίχους των παλαιών ημερών

Ζήσαμε αθόρυβα σ’ έναν ήσυχο κήπο

Γραμμωμένοι απ’ την αρμύρα του έρωτα

Λαμπάδες μοιάζοντας λαχταριστές

Ετοιμοπόλεμες νυχτιάτικα.



(Γαλάζιο ποδήλατο)











Χριστίνα Γεωργιάδου, «Σπορά»,

εκδόσεις Κυριακίδη





Γιατί θα πρέπει

να ʼχουμε νέα;



Στα παλιά βρίσκεται η ουσία …



Γιατί θα πρέπει

να μιλάμε;

Στη σιγή βρίσκονται

οι ήχοι

οι πιο απαλοί

οι πιο βαθιοί

οι πιο ανταριασμένοι …



(Συμβάσεις)





Με τον παραπάνω τρόπο η ίδια η ποιήτρια ορίζει την ποίησή της δίνοντας την ερμηνεία του λιτού λόγου. Και λέω πως αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να θεωρηθεί η ποιητική της πρόταση πολύτιμη. Δεν βρίσκεται η ουσία του λόγου στα πολλά κεντίδια της γραφής. Αυτά συχνά την αδικούν. Η Χριστίνα Γεωργιάδου κάνει την επιλογή της. Η καίρια λέξη, σοφά διαλεγμένη, η δύναμη στην εικονοποιία και η πάλλουσα ψυχή πίσω από τον στίχο. Έτσι μας συστήνεται, μια που αυτή είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. Χωρισμένη σε τρία μέρη (Πέπλο, Γη, Σαράκι), θα μας δείξει μια προσωπική πορεία από τον άντρα/έρωτα στο παιδί και κατόπιν στη φιλοσοφική στάση απέναντι στη ζωή με το εγώ, το εμείς και το αυτοί να εναλλάσσονται για να φανούν οι διαφορετικές εκδοχές της όψης του κόσμου. Το μοναχικό εγώ, η συμπερίληψή του μέσα στο εμείς, το σύνολο των ομοιοπαθών και φυσικά αυτοί, οι της άλλης όχθης:




[…]

Μην ενοχλείς

τους νεκρούς.

Είναι οι μόνοι

που σπάσαν τον καθρέφτη.

[…]

Ακούσια θεώνται

τον κύκλο της ζωής

-μην τους ζηλεύεις…

συ δεν θα δεις το καλό

να συμπορεύεται με το κακό

-φίδι

που δαγκώνει την ουρά του.



Μην ενοχλείς

τους νεκρούς.

Αυτοί έκαναν 

τα δικά σου λάθη

αιώνες πριν.

Άστους ν’ αναπαυθούν…



(Μην ενοχλείς τους νεκρούς)





Όλα στην ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου δεμένα μεταξύ τους σε μια σύλληψη ενιαία και μοναδική, ένας  κύκλος, όπως θα πει στο ελάχιστο ποίημα:



Εν τέλει

όλα καταλήγουν εκεί



στην αέναη ενσάρκωση των ψυχών



στην αγχώδη αναλαμπή των σωμάτων



στο σκοτεινό κατακρήμνισμα της ύλης.



(Κύκλος)





Και μέσα σ’ αυτήν την ενιαία οντότητα θα χωρέσει η ποιήτρια (αποδεικνύοντας το μέγεθος της ποίησής της) τον κόσμο όπως τον ξέρουμε και τον κόσμο όπως ίσως δεν τον φανταζόμαστε. Η ποίηση όμως -το ξέρουμε αυτό- είναι κατ’ εξοχήν δημιουργός των αφανών εικόνων. Εδώ το εξαιρετικό «Το καθ’ ομοίωσιν», που ανατρέπει και αναπλάθει το σύμπαν στα απολύτως ανθρώπινα μέτρα:





και είπεν ο Θεός:

όμοιος με σένα θέλω να γίνω



να χτίζω τη γη

γερά με τα’ αλέτρι

γεωργός καθ’ ομοίωσιν



να βγάζω φτερά

ουράνιους θόλους ατενίζοντας

όμοιος επιστήμονας



με σύμπαντα χρώματα

να βάφω τα όνειρα

να γίνονται θαύματα

άλλος εγώ καλλιτέχνης



και είπεν ο Διάολος:

όμοιος με σένα θέλω να γίνω



τα δυο να γίνονται ένα

κι ο Ένας να είναι το Παν



οι λέξεις να κρύβουν αλήθειες

σ’ αυτές μέσα να ζω…





 Η Χριστίνα Γεωργιάδου τιμήθηκε με το «Βραβείο Ποίησης Μαρία Πολυδούρη» για το 2017 γι’ αυτήν την πρώτη της ποιητική κατάθεση. Απολύτως ανάλογη η τιμή με την αξία του έργου της.





Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/tesseris-ksexwristes-anagnwseis/)