Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017




Για τη συλλογή «Λέξεις Απόκρημνες» της Διώνης Δημητριάδου

γράφει η Μαριάννα Παπουτσοπούλου
(αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/lexeis-apokrimnes/)






Ο Χορός



Κι ερχόταν ο απόηχος μιας γιορτής παράξενης.

……………………………………………………………………..

…………………Ο πρωτοχορευτής έδινε μια και πήγαινε ψηλά, κι ύστερα σέρνονταν στη γη με το κεφάλι κάτω. Κι έπιανε το μαχαίρι, δοκίμαζε τη λάμα. Κοφτερή.

Κι όπως κύκλος γινόταν ο χορός, βρέθηκε αυτός στη μέση. Πήγε από κάποιον να πιαστεί, μα όλοι φεύγαν. Όταν πια κι ο τελευταίος χάθηκε, μόνος αυτός σήκωσε από κάτω το μαχαίρι και το έμπηξε στο χώμα. Χορός των μαχαιριών είπε και χύθηκε στο δικό του μοναχικό τραγούδι.



H Διώνη Δημητριάδου λες και εικονογραφεί Χασατουριάν στο πρώτο ποίημα της συλλογής της “Λέξεις απόκρημνες”, O Χορός. Χορός των μαχαιριών, όμως χωρίς άλλη χρήση παρά το θάψιμο της ακμής στο χώμα, τελετουργία ειρήνευσης, ίσως και οριοθέτησης, αφού όλα πια δεν είναι παρά o απόηχος μιας παράξενης γιορτής κι ένα μοναχικό τραγούδι.



Πρώτη της όμως είναι και η συλλογή, που περίμενε χρόνια απ’ όσα καταλαβαίνω για να συγκεντρώσει το υλικό της, γι αυτό και εκτυλίσσεται κάπως σαν μυθιστόρημα, με αρχή μέση και τέλος, αρχίζοντας και τελειώνοντας σε μια συλλογική γιορτή, και περιλαμβάνοντας όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της. Κάπως έτσι την μελέτησα κι εγώ…



Η εικόνα της μοναξιάς, κυρίαρχη ήδη το εισαγωγικό ποίημα, αφού ο πρωτοχορευτής ξεκόβει άθελά του από τους άλλους που φεύγουν, είναι το θέμα που θα επαναλαμβάνεται σε όλη τη συλλογή από την φωνή που ακούγεται, άσχετα αν είναι σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο, αν φεύγουν οι άλλοι ή απο-φεύγει η ίδια. Ποιήματα μοναξιάς λοιπόν, μιας ειρηνικής μοναξιάς., κάποτε σπαρακτικής στους φόβους της και στην αίσθηση ερημίας ή ματαιότητας που εκπέμπει.



Όλα από δω κι έπειτα θα χαράζονται επίσης “στο χώμα”, μας πληροφορεί ένας ύμνος στην πεζότητα και σε μια λιτή συγκομιδή λόγου στο ποίημα Σκληρός ο λόγος όπου κάθε ποιητικό πέταγμα ή καταβύθιση χαρακτηρίζεται μάλλον αρνητικά: “αν θες να πνιγείς ή να χαθείς σε σύννεφο…” Ο Ρεαλισμός λοιπόν εγγράφεται προγραμματικά στις προθέσεις της ποιήτριας. Σκληρός τόπος/τραχιά ποίηση, μια αυστηρή δήλωση και ταυτοχρόνως δέσμευση ποιητικής.

……………………………………………

Μα τι;

Υδάτινα και αέρινα θαρρείς πως ντύνεται ο λόγος;

Χωμάτινα φορεί και λερωμένα κι η όψη του στεγνή.

Εδώ σκληρός είναι ο τόπος

τραχιά κι η ποίησή του.



Γέλασα πικρά καθώς σκεφτόμουν πως μάλλον είμαι το πιο ακατάλληλο πρόσωπο γι αυτή την ανάγνωση, μονίμως πετώ ή βυθίζομαι από φυσικού μου, έτσι αμύνομαι, ζόρικα τα πράγματα για έναν νεορομαντικό, ωστόσο διαψεύστηκα πολύ γρήγορα καθώς η προτίμηση στα “απόκρημνα” των λέξεων λίγο πάρα κάτω προδίδει και μια  δυνατή λαχτάρα για τα ύψη, αυτήν που ενώνει όλους τους ποιητές….



Έτσι στο ποίημα Πώς Γράφονται, διαβάζουμε



Όσο βαθαίνει η απόγνωση

τόσο τα μέγιστα η ποίηση επινοεί.



πολύ χαρακτηριστικός ο υπερθετικός “τα μέγιστα”



κι αλλού:

………………………………………………

Λέξεις απόκρημνες.

Αυτές να προτιμάς. Έτσι να γράφεις.



Με την επίσης πολύ χαρακτηριστική καβαφίζουσα εντολή.





Πρόκειται, τουλάχιστον στο πρώτο μισό της συλλογής, για μια ποίηση δωρική και εν πολλοίς διδακτική, εκφραστική της στέρησης και της απουσίας, που αναδύονται  εμφατικά ήδη στο ποίημα Ιεροτελεστία του ελάχιστου, καθώς εδώ σωρεύονται καταιγιστικά τα αρνητικά σημαινόμενα: τίποτα, αποκόμματα, φεγγίτες, αναμονή, λήθαργος, απόσυρση, αποχή, και τα επίθετα:  κοφτές, στενή, μικρούς, μικρές, άσχετα, σκοτεινές, σκληρή Φοβούμαι προς στιγμήν πως δεν είναι καν μια ποίηση του Ελάχιστου αλλά του Τίποτα κατά τον τρόπο του Σάμουελ Μπέκετ, από τον οποίο φαίνεται αρκετά επηρεασμένη η ποιήτρια, Ω, οι ευτυχισμένες μέρες! άλλωστε εντάσσεται στον μοντερνισμό γενικότερα, είναι τόσο αισθητοί οι καβαφικοί κάπου και μπρεχτικοί απόηχοι, αποστασιοποιημένες διαπιστώσεις, διδακτικοί και παραινετικοί λόγοι… Στο ίδιο ποίημα ωστόσο στρέφεται τελικώς στους αλλοτινούς καιρούς, όλη η ζωή διαδραματίζεται στο παρελθόν, η ταραγμένη θάλασσα είναι το παρελθόν, πλην αργά και ηδονικά συντελείται η στροφή της ανάμνησης. Σας  διαβάζω λίγο, και για το ύφος της αυτοσυγκράτησης και για τη βαθύτατη νοσταλγία ενός χαμένου οριστικά κόσμου….



Ιεροτελεστία του Ελάχιστου



Η σωστή δόση αρχικά.

Δύο κοφτές σιωπές και από γλύκα τίποτα.

Ένα ανακάτεμα αργό

όπως μπερδεύονται τα αποκόμματα ζωής

μέσα σε διάμετρο στενή

σαν τους διαδρόμους των σπιτιών με τους μικρούς φεγγίτες



………………………………………………………….

συνειδητοποίηση αποχής.

Κατόπιν αργά και ηδονικά

με το μυαλό σε αλλοτινούς καιρούς

πίνεις το αποτέλεσμα της ταραγμένης θάλασσας.









Μιλάμε βέβαια για μια ποίηση ενδοστρεφή, όπως κάθε μοναχικός επιλέγει…στο

Η Γυναίκα του Λωτ, όπου:



……………………………………..

Όταν στον μακρινό ορίζοντα

έδειξε να χαράζει

εκείνη έστρεψε τα νώτα

κι έτσι ακίνητη ατένιζε

τη νύχτα τη δική της.



Το θέμα της ατολμίας του φωτός, χαρακτηριστικά καβαφικό κι αυτό, “καλύτερα να μην ανοίξουν τα παράθυρα, ποιος ξέρει τι θα φέρει το φως εν προκειμένω……αφού όμως πρόκειται για την γυναίκα του Λωτ, “η νύχτα η δική της”  θα την απορροφήσει, εκείνη των Σοδόμων και των Γομόρρων που υπονοούνται. Για την ποιήτρια στήλη άλατος γίνεται ο αρνητής του (πνευματικού) φωτός…; Το ίδιο μοτίβο ωστόσο επανέρχεται  λίγο πιο κάτω αντεστραμμένο και με θετικό πρόσημο, ως στωϊκή ένδον στροφή αυτογνωσίας στο



Θέμα Οπτικής



………………………………………………………….

Σαν έβγαλε τη μάσκα είδα το πρόσωπό του.

Δυο μαύρες τρύπες στη θέση των ματιών.

Πώς βλέπεις; ρώτησα

……………………………………………….





Εκτός από τους φόβους του Βλέμματος έχουμε όμως και τα ζητήματα της Αφής..Ο φόβος όσο και ο πόθος της αφής σ’ έναν κόσμο ιδεών, προκαταλήψεων, εμμονών,  ή και αυστηρών αρχών, κυριαρχεί στο  Άναμμα, όπου το καβούκι του διανοούμενου πολύ στενεύει την “εντελώς πυρπολημένη”  ύπαρξη….και .”είπε να αφεθεί, έστω για λίγο..” Ποιος είναι ο πιο δυνατός; Αφή ή βλέμμα – Άγγιγμα ή ιδέες; θα μπορούσε να τιτλοφορήσει κανείς… το Άναμμα όμως  καίει την ποιήτρια μέχρι τέλους, όπως θα δούμε. Και αποκαλύπτει με την σειρά του λίγο λίγο την αληθινή ρίζα του “φόβου των άλλων”, που διαπερνά όλη τη συλλογή και ολοφάνερα σχετίζεται με την αποξένωση και μιαν εμποδισμένη ή αδιέξοδη σεξουαλικότητα:



 Το Άναμμα



Το ήξερε πως με τα μάτια αγγίζεις όλα αυτά που φοβάσαι. Έχει αφή το βλέμμα, κι ας μην έχει δέρμα να καλύπτει τις εικόνες του.

Λοιπόν, είπε, θα αποφεύγω να κοιτάξω. Φυγάς της σκέψης, θα μεταναστεύω από σώμα σε σώμα, χωρίς ποτέ να αντικρίσω το Σώμα.

Έπειτα, σαν να του φάνηκε πολύ απρόσωπη αυτή η σκέψη. Και είπε να αφεθεί, έστω για λίγο, να νιώσει την εγγύτητα των σωμάτων.

Όταν τον βρήκαν εντελώς πυρπολημένο, είπαν ότι οι ιδέες είναι αυτές που ανάβουν τη φωτιά. Κανένας τους δεν σκέφτηκε την παντοδύναμη αφή.



Ο ίδιος φόβος της “παντοδύναμης” αφής επανέρχεται έκτυπος ως αποστροφή ίσως  και απόρριψη πια, αληθινή κραυγή σκληρής αποξένωσης, κραυγή κατά ενός αποστεγνωμένου αντιερωτικού αινιγματικού κόσμου …. στο



Ερωτικό



Σκιά ο κόσμος των σωμάτων

και οι φωνές

ηχώ χλευαστική.



……………………………………………

………………………………………

γλώσσες στεγνές

που ακατανόητα ψελλίζουν.







Στα ποιήματα  Τα πρώτα, και Των λύκων,



το αρνητικό αίσθημα κλιμακώνεται κι άλλο με την είσοδο στο προσκήνιο μιας νέας  απειλής, εχθρικών προσώπων. Αναδύονται ζοφερά τα γενικότερα “πρέπει” και καταγγέλλονται οι κοινωνικοί καταναγκασμοί, επιτείνοντας την ασφυκτική εικόνα ενός κόσμου προκαθορισμένων ρόλων και στάσεων που υπαγορεύει αόρατη κάποια εξουσία θηριώδης όσο και υποκριτική.

…………………………………

Τριγύρω αλαλάζοντας

οι καθοδηγητές του ορθού

να σε ωθούν ισοπεδωτικά

στο αναμενόμενο…..

Άλλο τώρα που εσύ

όλο λοξοκοιτάς στο ανορθόδοξο

το ελκυστικό κι απρόσμενο

….το άγνωρο και αθώο

των πρώτων σκιρτημάτων.



Και,



Χαίρονται ήδη οι λύκοι

κι ας ρίχνουν

το θλιμμένο βλέμμα καταγής.

Αυτοί οι λύκοι.

Της σκοτεινής μορφής.



Λύκοι, καθοδηγητές του ορθού..κλπ αργότερα θα προσθέσει και τους φωνασκούντες… τις φλυαρίες…. Ορμώμενη από αυτή την κόλαση των άλλων του Σαρτρ, και της ειρωνείας του πολιτικού υπαινιγμού, που κάπως με κάνει να ανακαλώ τον συντοπίτη της Αναγνωστάκη, θα καταλήξει σ’ ένα κλίμα καφκικής Δίκης στο



Εμείς κι Αυτοί



Οι άλλοι. Βρίσκονται παντού.

Σαν σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Να καταγράφουν τις κινήσεις σου

εκεί που λίγο ξαστοχούν και βγαίνουν απ’ τη ρότα.



………………………….





Κι εσύ. Παντού κι εσύ.

Με όλες τις κρυψώνες σου καταργημένες,

με υποψία προδοσίας όταν γυρίσεις το κεφάλι.

Όταν τελέψουν όλα αυτά

σε μια στερνή απολογητική πορεία

θα μείνει μόνο η προσωπική σου αίρεση

επάνω στα θρυμματισμένα τους μυωπικά γυαλιά.





Υπάρχουν όμως και τα άλλα ποιήματα, όσα κυριαρχεί η δική της  νοσταλγία, αυτή “η προσωπική της αίρεση” όπως την έχει ορίσει, τη λαχτάρα να ήταν όλα κατανοητά με παιδική σχεδόν απλότητα, και φωτίζουν αίφνης το τοπίο της στιχουργικής της από άλλη γωνιά με αφοπλιστικό τρόπο υπογραμμίζοντας τον τρόμο εκ του αντιθέτου.





Όσο πιο Απλά



Σε παραμύθι μέσα να ξυπνούσε

πόσο θα ’θελε

κι ας γνώριζε πως λίγο θα κρατήσει

και ν’ άνοιγε μια νύχτα Χριστουγέννων το παράθυρο

να δει τα ανεξήγητα ερμηνευμένα όλα

με λόγια απλά με εικόνες ταπεινές

κι ας ήταν λέει να κράταγε στο χέρι του

ετούτη τη μικρή κατάλευκη νιφάδα

να δει τα σχέδια του αρχιμάστορα

λίγο πριν λιώσει υγρή στο χώμα.

…………………………………………………



Από τα ωραιότερα και τα πιο αυθεντικά, πιστεύω, κρατώντας έναν ρυθμό θλίψης, ανάλογο με το περιεχόμενο, με την ωραία του υποτακτική και ευχετική σύνταξη.



Θα αναζητήσει το ίδιο νόημα αγωνιακά και στο ωραιότατο

  Μόνον έτσι

………………………………………………

Από τους τοίχους που ξεφτίσανε

κάποιες φωτογραφίες κατακρημνίζονται

και όπως σπάει το γυαλί

πέφτουν τα πρόσωπα στο πάτωμα.

Αν κάνεις να τα συμμαζέψεις

ακούς τον ψίθυρο.

……………………………………………..

Έτσι κι αλλιώς οι εικόνες λειτουργούν

για όποιον αφήνεται να νιώσει τα μυστικά περάσματα.

……………………………………….





Στο  Ομοτράπεζοι,

εισάγεται και κυριαρχεί ο φόβος της λήθης.. στην αρχή το ποίημα ανθίζει από μνήμες αγαπητές, έπειτα η γλώσσα γίνεται πεζή, στυγνή σχεδόν στην τρίτη στροφή… Έχω την αίσθηση πως η ποίηση αυτή διαρκώς σπαράσσεται από εσωτερικές αντιθέσεις, που η ζωή και τα βιώματα δεν έχουν μπορέσει να λύσουν, το αντίθετο, και αποτέλεσμά τους είναι το βαθύτατο αίσθημα απώλειας….



Οι Ομοτράπεζοι



Σας έχω στο μυαλό μου

εδώ γύρω καθισμένους.

Κάποιον που ακούμπησε το πόδι

 στην πλαϊνή καρέκλα

τα σύννεφα αργοπίνοντας.

Τον άλλο που σηκώθηκε

κι έφερε δυο στροφές



……………………………………



Η θύμηση έχει σώμα

βλέμμα σκληρό

ατσάλινο

……………………………………

διαλύει κομμάτι το κομμάτι

το συντριμμένο σώμα.



………………………………………..







Ποίημα κλειδί και κλείδωση ταυτοχρόνως για την όλη συλλογή, ακριβώς στη μέση των σαράντα ποιημάτων,  Ο Φόβος. Από δω και κάτω αναπτύσσεται μια εξομολογητική ποίηση, αβίαστα, λες και η αναγνώριση αυτού του κεντρικού Εχθρού σήμανε πια την απελευθέρωση και των πόθων…

……………………………………………….



Χώρια  που -άυλος όπως μοιάζει-

δεν είναι εύκολο να τον κοιτάξεις

πρόσωπο με πρόσωπο.

Αν το επιχειρήσεις σαν σε καθρέφτη

θα αντικρίσεις το δικό σου πρόσωπο.





Και αρχίζει η εκμυστήρευση με τον εύγλωττο τίτλο… Έσω τόπος



…………………………

Μια λύπη έχω χρεωθεί σχεδόν από παιδί

με ιατρικά ιάματα

συχνά εξαγοράσιμη.

Ανίατη στο βάθος.



Και στο:



Ένα παιδί

……………………..………….



Εγώ με τα ίδια μου τα χέρια

σε  σκέπασα καλά

με ωριμότητα κι ευθύνη

σκληρά αποκτημένα και τα δύο.



Όπου παίρνει την ευθύνη, εκείνη και μόνο, το παιδί μέσα της απέναντι, πάλι η εσωτερική αντίθεση:

……………………………………………

Ένα παιδί

άγρυπνο

παραμονεύει

καιροφυλακτεί.

Και ελέγχει.



Kαι έπειτα το ποίημα της εκείνο το σπαρακτικό, που το είπα μέσα μου μνημείο λεπτής συνείδησης, λίγοι θα το τολμούσαν…



 Εν Υπνώσει



Απόψε ονειρεύτηκα σπαθιά

να κόβουν ανελέητα

μια δίοδο ανοίγοντας

σε ευπώλητες εκποιημένες σάρκες.

Στην άκρη εκεί του νου το ψέμα το κατάλαβα

και πώς το έστησε το σκηνικό

η υπνώττουσα συνείδηση.

Ωστόσο κοιτάζοντας το πρωινό μου πρόσωπο

αριστερά τω εισερχομένω στον καθρέφτη

πώς να δεχθώ τη χαρακιά

που αυλάκωσε με ίχνος βαθύ

το ξύπνημά μου;







Επιθυμώ να κλείσω την προσέγγισή μου στη συλλογή της Διώνης Δημητριάδου Λέξεις απόκρημνες, επισημαίνοντας τρία ποιήματα που θεωρώ εξαιρετικά, στα οποία γίνεται φανερή παραχώρηση στην επιθυμία, η γλώσσα λύνεται πλούσια και ποιητική-μουσική, κάτι σαν λύση του και του αυστηρού δράματος που υπαινισσόταν η αρχική τελετουργία των μαχαιριών, και η γυναικεία ταυτότητα προβάλλει πλέον σωσμένη μέσα από την γραφή και τη ζωή σε όλη την έντασή της …





Εις Άγραν Λέξεων



Κυλούν οι λέξεις να τις κρατήσω δεν μπορώ

όσο πιο πίσω ρίχνω τη ματιά τόσο η γλώσσα μοιάζει ξένη.

Τι φθόγγους ψέλλιζε εκείνος ο παλαιός στης Κίρκης το παλάτι;

Κι ο άλλος που του φύτεψε τα λόγια σαν σπαθιά

να βγάζουν φύτρα να κυλούν σαν γάργαρα νερά

πού ήταν τότε που έψαχνα γραφή να κρατηθώ;

…………………………………………………………….

Αύριο πρωί θα σβήσω από τη μνήμη

ό,τι πονάει απ’ τα παλιά

και μου στερεί το βήμα το δικό μου.

Κρατάω μονάχα γλώσσα και γραφή

………………………………………………….

Γιορτινό

………………………………….

πότε σαν καραγκούνα κοιτάζοντας κατάματα

του μέσα κόσμου το σκληρό τοπίο

πότε σαν ηπειρώτισσα στα άξενα καρφωμένη

σκουπίζοντας στο μέτωπο τις στάλες της οδύνης

 με ένα μαύρο μαντίλι

κι ύστερα το περνάει στον  διπλανό να κρατηθεί

να μη λυγίσει από το βάρος του ρυθμού

καθώς γράφουν τα βήματα

εκεί στη μέση της γιορτής ένα κενό.



Όπου και αποκαλύπτει την πρωτοχορεύτρια, αλλά σ ένα χορό με συμμετοχή των άλλων πια, παρά το πένθος και το κενό.. Σχεδόν αυτοπροσωπογραφία



Και το ακροτελεύτιο Μνήμη όπως Χείμαρρος,



που νομίζω συνοψίζει με χαρακτηριστική ειλικρίνεια, που άλλωστε είναι βασική αρετή της ποιήτριας, σαλπίζοντας την απελευθέρωση και του φλεγόμενου σώματος, κλείνοντας “τον πλήρη κύκλο” .

……………………………………………………..

μα πάλι σίγουρο δεν είναι πως θα ’θελες να δεις

όλα τα μισακάρικα τα ατελή

εσύ που μόνο πλήρη κύκλο αγάπαγες

μισούσες τα αφόρετα τα καταπιεσμένα

επιθυμίες ανείπωτες και τα λοιπά που δένουν το κορμί

και συ το ήθελες πάντοτε ελεύθερα να φλέγεται

και λέω τώρα πως φταίει και ετούτος

ο ζεστός του Aυγούστου ο μήνας

που φέρνει άλλες φλόγες στο μυαλό .                                  

                                                                                                       

                                                                                                    Μαριάννα Παπουτσοπούλου