Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017


Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό

της Γιώτας Αργυροπούλου

εκδόσεις Gutenberg






μια απίστευτη αιθρία



Ποιο είναι το χρώμα της ποίησης; Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου αποφασίζεις ότι θα μπορούσε το χρώμα της να είναι το λευκό. Το φως διάσπαρτο στους στίχους της, σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη σπατάλη της απλόχερης και γενναιόδωρης φύσης στα ξερά αιγαιοπελαγίτικα νησιά, που δάνεισαν κάτι από αυτό το αυτοφυές φως στην ποίηση. Και ας ξέρουμε ότι από τα πιο σκοτεινά εσώτερα κι απύθμενα αντλεί το ποίημα πάντα. Εδώ αποκαλύπτεται μια αλήθεια αποστομωτική: ετούτο το ξερό τοπίο, μ’ αυτό το φως που το στεφανώνει, ίσως να μεταλλάσσει το μέσα σκότος, και έτσι όλο το ποίημα πλέον να θάλλει από απαύγασμα ζωής.

Το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο βρίσκεται σε κάθε ποίημα, δίνοντας έτσι την απαραίτητη συνοχή. Τα ποιήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους μόνο με τα τοπωνύμια, τις εκκλησιές, τα πλήθος των προσκυνημάτων που διάσπαρτα στη θάλασσα δίνουν το απαραίτητο γαλάζιο πλάι στο λευκό των ασβεστωμένων τοίχων. Μια δέσμη φωτός τα δένει το ένα με το άλλο και έτσι τα ταξιδεύεις, σαν να σε προσκαλούν σ’ αυτό το αντάμωμα.

Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν ελκύεται μόνο από το φως. Δίνει μέσα από τους στίχους της μια συνολική εικόνα του τοπίου, με βαθιά ριζωμένες τις μνήμες από τα συναπαντήματα μαζί του μέσα στα χρόνια. Άλλωστε θα πει ξεκινώντας:



Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα



Πώς γίνεται να την ξεχάσεις έπειτα; Κι εκείνη η εικόνα του πλοίου στον ορίζοντα;



Ίσαλο πλοίο

στον ορίζοντα



το άρπαξε ο ουρανός

στο φως.



Όσοι ευλογήθηκαν να γεννηθούν με τέτοιες εικόνες στα πρώτα τους κοιτάγματα έχουν εννοήσει ήδη. Αλλά και οι υπόλοιποι που μάθαμε τα βήματα στο ελληνικό θαλασσινό τοπίο από ταξίδια επιλογής στα άγονα κυκλαδονήσια, κατανοούμε το άγγιγμα το μαγικό, κι ας μην τα έχουμε γενέθλιο τόπο. Όπου τη συναντήσεις την ομορφιά ίδια θα είναι:



     Μια γλώσσα μιλά η ομορφιά

ανάμεσα ουρανού και γης

από γεννησιμιού του κόσμου.



Τούτο το ξερό τοπίο λες και απλώνει τις ξερολιθιές του (το πέτρινο αλωνάκι για την ποιήτρια) απέναντι στον ήλιο σαν ασπίδα, αυτές όμως όλο και πιο πολύ ρουφάνε και αποθηκεύουν φως, για να ξορκίσουν τα σκοτάδια της ψυχής. Ανοίγει η ψυχή σου σαν βρεθείς στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Να γιατί πάντα θα κερδίζουν έδαφος στην ελληνική συνείδηση οι Κυκλάδες αλλά και τα μικρά τα Δωδεκάνησα, ακόμα και τα άλλα τα κοντινά στην όχθη την απέναντι, τα φορτωμένα μνήμες από ξεριζωμούς αλλά και ποίηση αλλοτινή, έτσι σπαρμένα που είναι, λες αφημένα στην τύχη τους μεσοπέλαγα να αρμενίζουν με απλό πανί.





[…]Κι όπως κοιτούσα θαμπωμένη

Ψάπφα του μέλους

συστήθηκε ψιθυριστά

χάθηκε στο πανηγύρι.





Κι όμως σ’ αυτά τα ξερονήσια κάποτε, χρόνια μακρινά, ακούμπησαν να ξαποστάσουν κυνηγημένοι, στης εξορίας το ανέλπιδο τοπίο. Δεν τα ξεχνά κι αυτά η ποιήτρια, γιατί κι εδώ έχει το δικό του μερίδιο το φως, κι ας μην  το θέλησαν έτσι οι θύτες των ψυχών.



[…]

(Να πλένουνε το πουκάμισο στο κύμα

να το στεγνώνουνε στα βράχια.

Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι

όλο να κοιτάζουν μακριά.)

[…]

(Στην ανέσπερη αιθρία!

Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)



Αλλά ούτε μπορεί να αγνοήσει τον θάνατο που -αθέλητα πολύ αυτός- έβαψε με το χρώμα του πλεούμενες ψυχές, που είδανε τη θάλασσα και νόμιζαν πως καταργεί τα σύνορα. Μα λάθεψαν και βρέθηκαν, παιδάκια μόλις, να παίζουνε παιχνίδια στον βυθό.



[…]

Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες

με τα μωρά στην αγκαλιά

μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους

μου ’ρχονται στο μυαλό

τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης

τα μνημόρια.

Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια

σε τοποθεσίες περίοπτες

εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.



Κι έτσι με τη γενναιόδωρη φαντασία της η ποιήτρια δένει μεταξύ τους, απρόσμενα πολύ, χρόνους και λαούς, σήματα μνήμης, κατάλοιπα σπουδαία στον χώρο του Αιγαίου. Η ποίηση όμως έχει τέτοια δικαιώματα και τα εξαντλεί κάθε που θα βρεθεί αυθεντική φωνή, όπως αυτή εδώ.



Η ποιήτρια έχει διαλέξει τον χώρο που θα διασώσει με τους στίχους της και δεν τον αλλάζει με τα καταπράσινα τοπία αλλού της ελληνικής γης. Όμορφα είναι όλα, αλλά ετούτο εδώ πιο ελληνικό από όλα. Και αφουγκράζεται και ακούει τη θεϊκή φωνή να βγαίνει στον αέρα και πάνω από τα κύματα να δίνει την απόλυτη απόλαυση των αισθήσεων. Η Κάλλας:



[…]το ’σκασε

από το σήμα και τον τάφο

και δονείται στο Αιγαίο

στων κυμάτων το βιμπράτο

πάλι αντηχώντας



        στις σπηλιές.



Γι’ αυτό το τοπίο θα ήθελε να μιμηθεί τον λυρικό Αρχίλοχο, που (όχι ασυλλόγιστα αλλά ίσα ίσα μετά από σκέψη σοβαρή) όλα τα χάρισε δίνοντας την ασπίδα του στη  μάχη, μόνο για να αντικρίσει λίγο ακόμα τη ζωή που λάτρεψε. Έτσι, όταν νιώθεις να λιγοστεύει μέσα σου το φως, ανοίγεις και διαβάζεις. Και τότε κύματα έρχονται και σε φέρνουν στη  απίστευτη αυτή αιθρία. Και λες: μακάρια η ποίηση που όλο αυτό  μπορεί να το μετουσιώνει και να το δίνει προσφορά σε όποιον το αναζητά.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/gia-sikino-anafi-amorgo/)