Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017


επί πληρωμή

της Αγγελικής Γιαννοπούλου






Μάζεψε με προσοχή τις δακτυλογραφημένες σελίδες. Και χαμογέλασε εντός της από πληρότητα. Σαν τη μάνα που μετά τον τοκετό αγκαλιάζει και βλέπει για πρώτη φορά το παιδί της. Με προσοχή με τρυφεράδα τις έβαλε σ’ ένα μεγάλο χάρτινο φάκελο. Είχε πάρει μετά από καιρό την απόφαση της να εκδώσει το νέο της πόνημα. Κάθε αναστολή, κάθε εμπόδιο που της έβαζε ο νους της, κάθε μήπως, α, κι όχι, είχαν πλέον ηττηθεί. Τόσες φορές που στάθηκε απέναντι του, που το μάλωσε, το έσβησε, το ξανασύνδεσε, το κομμάτιασε, που με το μεγεθυντικό φακό είδε τα λάθη της, που διόρθωνε, έγραφε, διόρθωνε. Τώρα ήταν έτοιμο, ολοκληρωμένο στα μάτια και στην ψυχή της.

Την άλλη μέρα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι νωρίς λες κι είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Η ματιά της όλη τη νύχτα το αναζητούσε, άκουγε την ανάσα του, προσδοκούσε, αγωνιούσε. Ντύθηκε με βιάση, ήπιε δυο γουλιές απ’ τον καφέ της και βγήκε στο δρόμο. Κρατούσε σφιχτά με προσοχή το φάκελο. Βρήκε ταξί και καθώς έδινε τη διεύθυνση του προορισμού της κάτι μέσα της την έκανε να δειλιάσει. Τώρα περνούσε από το μικρό πάρκο. Στην απαίτησή της να σταματήσει ο ταξιτζής την κοίταξε συνοφρυωμένος μα υπάκουσε. Σίγουρα θα την πέρασε για ιδιόρρυθμη ίσως με μια μικρή δόση τρέλας. Ίσως και να ψιθύρισε ''πάει ο κόσμος το ’χασε.'' Πλήρωσε και κατευθύνθηκε στο πρώτο παγκάκι του πάρκου. Κάθισε και τότε όλες οι αρνητικές σκέψεις της ξεχύθηκαν με αγριότητα, σκοτείνιασαν το νου της. Η λογική της της έλεγε κλείνοντας το μάτι με κυνισμό πως η εποχή είναι δύσκολη, η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει τους πάντες. Οι Έλληνες δε διαβάζουν κι ο ποιητής που έγραψε το περίφημο ποίημα-βεγγαλικό: «Οι μισοί Έλληνες γράφουν ποιήματα – οι άλλοι μισοί δε διαβάζουν τίποτα» το είχε πει ξεκάθαρα και κοφτά. Κι αν δεν αξίζει; Κι αν είναι χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, κι αν... Σκόνταψε πάλι σε όλα τα αν... Άναψε ένα τσιγάρο και φύσηξε με δύναμη τον καπνό. Κι έπειτα ήρθε να τη χτυπήσει νέο κύμα σκέψεων. Πώς να αποχωριστεί κάτι πολύ δικό της κι αγαπημένο; Εκεί μέσα στο φάκελο ήταν οι γνώσεις της, οι εμπειρίες της, όλος ο φανερός και κρυμμένος εαυτός της. Ολότελα αυτή. Οι ήρωές της όλοι αγαπημένοι , γεμάτοι αδυναμίες σφάλματα κι αρετές, ανθρώπινοι, γνωστοί της που από πάντα περνοδιαβαίνουν τη ζωή κι αφήνουν το ίχνος της ύπαρξής τους. Και τώρα πρέπει ,ήρθε ο καιρός να βγουν στο φως, να εξομολογηθούν, να μιλήσουν με τη δική της πένα. Τους ζωγράφισε με το δικό της χρωστήρα, τους πρόσθεσε χρώματα κι εντέλει τους δημιούργησε, τους έβγαλε από τη σιωπή και την ανυπαρξία. Πρέπει να τους μοιραστεί. Να τους αγαπήσουν κι άλλοι, να βρουν μέσα απ’ αυτούς κομμάτια της δικής τους ζωής, να ταξιδέψουν μαζί τους, εντός τους κι εκτός, να βυθιστούν στο σκοτάδι, να αναδυθούν ανακουφισμένοι στο φως. Με αυτές τις σκέψεις σηκώθηκε. Έριξε μια ματιά σχεδόν μητρική στο φάκελό της και με νέο κουράγιο δρασκέλιζε τώρα την πόρτα του εκδοτικού οίκου. Χωρίς ιδιαίτερες κουβέντες· άλλωστε οι πρώτες συμφωνίες είχαν γίνει. Θα επωμιζόταν ένα χρηματικό ποσό για την έκδοση του βιβλίου της κι έπειτα θα αναλάμβαναν οι ειδήμονες του οίκου όλα τα επόμενα. Επί πληρωμή λοιπόν... λες και δεν είχε κοπιάσει, ξενυχτίσει, δουλέψει τόσες ώρες, τόσους μήνες, τόσα χρόνια. Επί πληρωμή γίνονται σήμερα οι εκδόσεις. Άφησε πάνω στο δρύινο γραφείο με τις στοίβες των βιβλίων, με τις στοίβες των φακέλων το δικό της φάκελο. Ένιωσε σαν τη μάνα που αφήνει το πρωτάκι της στο σχολείο, το αποχαιρετά με συγκίνηση και περηφάνια και ξέρει ότι ήρθε ο καιρός να περπατήσει μόνο του στον κόσμο μακριά της.



Αγγελική Γιαννοπούλου



(στη φωτογραφία το γραφείο της Τζέιν Όστεν)