Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» θυμάται
τον W.G.Sebald




[…] έβλεπα συχνά στον ύπνο μου έναν ανώνυμο τόπο χωρίς σύνορα, καλυμμένο ολόκληρο με σκοτεινά δάση, που έπρεπε να τον διασχίσω χωρίς να ξέρω πού πάω, και συνειδητοποίησα ότι αυτό που έβλεπα τώρα έξω να περνάει από μπροστά μου, είπε ο Άουστερλιτς, αυτό ήταν το πρωτότυπο των εικόνων που με κατέτρεχαν όλα αυτά τα χρόνια. Θυμήθηκα ακόμη μια άλλη έμμονη ιδέα που είχα για καιρό: ότι είχα έναν δίδυμο αδελφό που ήταν μαζί μου σ’ αυτό το ταξίδι που δεν έλεγε να τελειώσει, ότι καθόταν ακίνητος στη γωνιά του κουπέ και κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο, το σκοτάδι. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτόν, ούτε καν το όνομά του, και δεν αντάλλαξα ποτέ μαζί του ούτε κουβέντα, η σκέψη του όμως με βασάνιζε, όπως και η ιδέα ότι προς το τέλος του ταξιδιού πέθανε από εξάντληση και ήταν μαζί με τα υπόλοιπα πράγματά μας στο δίχτυ των αποσκευών[…]

[…]Μέσα στο σούρουπο που έπεφτε αργά πάνω απ’ το Λονδίνο περπατήσαμε στα δρομάκια ανάμεσα στα μνημεία και τα μαυσωλεία που είχαν ανεγερθεί τη βικτωριανή εποχή προς τιμήν των προσφιλών νεκρών, ανάμεσα στους μαρμάρινους σταυρούς, τις στήλες και τους οβελίσκους, τις τουρλωτές τεφροδόχους και τους πετρωμένους αγγέλους, άπτερους συνήθως ή σπασμένους και φθαρμένους, που μας φαινόταν ότι ήταν έτοιμοι να σηκωθούν από τη γη. Τα περισσότερα τέτοια μνημεία τα είχαν τυλίξει ή τα είχαν ρίξει κάτω οι ρίζες των σφενταμιών που απλώνονταν παντού. Οι σαρκοφάγοι, γεμάτες αχνοπράσινες, ασπρογκρίζες, πορτοκαλί και ώχρα λειχήνες ήταν σπασμένες, ακόμα και οι τάφοι είχαν ξεσκεπαστεί από το χώμα ή είχαν βυθιστεί πιο βαθιά, έτσι που νόμιζες ότι κάποιος σεισμός είχε ταράξει τη συνοικία των νεκρών ή ότι είχαν βγει από τις κατοικίες τους για τη Δευτέρα Παρουσία και μέσα στον πανικό τους έκαναν άνω–κάτω την τάξη που τους είχαμε επιβάλει[…]

(W.G.Sebald, αποσπάσματα από τον «Άουστερλιτς», σε μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη, εκδόσεις Άγρα, 2006)



Μόνο να ταξιδέψει η σκέψη σου μπορεί μαζί του, μια που τη γραφή του W.G.Sebald δεν μπορείς να την κατατάξεις σε κάποιο είδος. Αφήνεσαι στους διαρκείς συνειρμούς που κάνει και μαζεύεις εικόνες (παράλληλα με τις φωτογραφίες  με τις οποίες εμπλουτίζει τις αφηγήσεις του), που με τη σειρά τους πυροδοτούν τις δικές σου συνδέσεις και τα δικά σου βιώματα. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνείς με τον σπουδαίο αυτόν και πρόωρα και άδικα χαμένο Μαξ (όπως προτιμούσε να τον φωνάζουν), τον καθηγητή και κριτικό γερμανικής λογοτεχνίας, τον πολυβραβευμένο για το έργο του.  Προσωπικά θεωρώ τον «Άουστερλιτς» το αριστούργημά του. Άλλοι προτιμούν τους «Ξεριζωμένους», τους «Δακτύλιους του Κρόνου» ή ακόμη την τραγική «Φυσική ιστορία της καταστροφής», από τα πιο πολυσυζητημένα έργα του. Όπου και να συναντήσετε τη σκέψη του θα σας κερδίσει με τον τρόπο που χειρίζεται την πένα του.

Διώνη Δημητριάδου