Τρίτη, 31 Μαΐου 2016


Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία"  

φιλοξενεί σε πρώτη δημοσίευση 

ένα ανέκδοτο ποίημα 

του Τόλη Νικηφόρου






πάθος


ανατριχιάζει η τρυφερή επιδερμίδα
τρέμουν μισάνοιχτα τα γόνατα
μένει χλομό κι εκστατικό
το πρόσωπό σου στο σεντόνι
ανάσκελα το μαγικό σου σώμα
κι η τελευταία σπίθα της λογικής
μόλις να συγκρατεί
τον πάνθηρα που μέσα μου
φρενιάζει

το έξω φως σκορπίζει στο δωμάτιο
μισοσκόταδο

με τ’ ακροδάχτυλα
τα χείλη και τη γλώσσα
διατρέχω αργά το απαλό βελούδο
απ’ τους μηρούς ως τις μασχάλες
κι ως το βαθιά κρυμμένο
πυκνό της ηδονής εξαίσιο σκούρο

νιώθω το ρίγος στο κορμί σου
καθώς ορθώνονται οι μαύρες ρώγες
γίνονται απύθμενες οι κόρες
των ματιών σου
υγραίνεται η καυτή σου ανάσα
υγραίνεσαι όλη

βουβά τα ρούχα μας στο
πάτωμα τριγύρω

μυρίζω γλείφω απολαμβάνω
ξινή στυφή θεσπέσια γεύση
της σάρκας
με πνιχτά επιφωνήματα
όταν ανυπεράσπιστη ευωδιάζει

με μια μακρόσυρτη κραυγή
σπαρακτικά με σφίγγεις στους μηρούς σου
συσπάσαι και συστρέφεσαι
και κουβαριάζεις
με δάχτυλα και νύχια τα σεντόνια
διαλύονται τα μέλη σου ένα-ένα
και πέφτεις δακρυσμένη δίπλα μου στο στρώμα
πέφτεις και χάνεται η πνοή σου

ένα απαλό αεράκι εισχωρεί
απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο

το ερεθισμένο σώμα σου
πιο λίγο τώρα αντέχει
πιο γρήγορα ενδίδει
για να κορυφωθεί η ηδονή
τρεις, τέσσερις, πέντε φορές
λυτρωτικά κι απελπισμένα

εξαίσιο προαιώνιο θηλυκό
οι πιο κοινές και τολμηρές σου λέξεις
έχουν μιαν άλλη μελωδία στη φωνή σου
οι πιο κοινές και τολμηρές σου πράξεις
άλλη μαγεία
στα πυρωμένα χείλη και τη γλώσσα σου
που τώρα νιώθω
όπως μέσα σε δίνη να με περιστρέφουν
να με ρουφούν και να με εξαφανίζουν

το μυστικό πουλί και πάλι στα
μαλλιά σου φτερουγίζει

και ξαφνικά αλλάζει φάση ο έρωτας
και ξαφνικά βρίσκομαι στα βαθιά σου
στην τρυφερή χορδή που πάλλεται
και ακατάληπτα στενάζει
ενώ με απόλυτη κατάνυξη
εγώ απολαμβάνω την αφή σου
τους λείους γλουτούς
και το μεταξωτό εφηβαίο
όλα τα υγρά μαξιλαράκια
στο άδυτο που εξερευνώ και ανακαλύπτω

θα διαλυθείς
για μια για δυο για τρεις φορές ακόμα
έως ότου κάθε σου υγρό αναβλύσει
έως ότου κάθε σου κραυγή αργοσβήσει
και ατονήσουν οι σπασμοί
έως ότου αρχίσει να κρυώνει
στα δάχτυλά μου το κορμί σου

παράξενα διαγράφεται ένας φωτεινός λεκές
στον τοίχο

τότε θα έρθει η σειρά μου
όταν με πάρεις πάλι ανάμεσα στα χείλη
εκεί θα γίνει η δική μου εκτίναξη
η έκρηξη και η κραυγή μου
εκεί θα φτάσουν στην κορύφωση
και θα μουδιάσουν όλα τα μόρια στο κορμί μου

δυο σώματα είναι σκόρπια στο κρεβάτι
παράλυτα χορτάτα αποχαμένα
δυο ανάσες είναι μια ανάσα
ένα χέρι απλώνεται για χάδι
ένα άλλο χέρι δίπλα για τσιγάρο

το έξω φως το απαλό αεράκι
τα μαύρα σου μαλλιά
και οι στιγμές σαν ήχος στο τραπέζι
ξαναγυρίζει ο χρόνος

Τόλης Νικηφόρου 
(ανέκδοτο, σε πρώτη δημοσίευση)



Αν χωράει στον ερωτικό λόγο μια πρόσθετη σκέψη, αν δηλαδή κάπου εκεί στην άκρη της εικόνας, νιώθοντας παρείσακτη την παρουσία σου στο απόλυτο ετούτο σκηνικό που δίνει ο Ποιητής, θέλεις να πεις κάτι το ελάχιστο, νομίζω πως το μόνο που επιτρέπει η πληρότητα αυτού του πάθους είναι τρεις λέξεις: ο έρωτας ολόγιομος.


 (Edward Burne - Jones, Depth)