Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί
τον Δημήτρη Φαρή

«Συναισθησία»






I hold you in a sea of silence
On the borderline of truth, open violence
I see no sign, I see no place I have loved
Depending on the signs to find the road

Τρεις σειρήνες πλοίων ουρλιάζουν μέσα από τη θάλασσα. Ακαθόριστα στην αρχή, συγκεκριμένα μετά, τρία δυνατά σχοινιά απλώνονται στον χώρο, τα διακρίνω, τα συνδέω, δημιουργούν ένα χρώμα, θλιμμένο είναι, σοβαρό, πένθιμο:
- Αυτό είναι Μαύρο.
- Ναι…(χαμογελάς – πρέπει να συμφωνήσεις με τον τρελό) αυτό είναι Μαύρο!
Πώς να σου περιγράψω τις εικόνες που βλέπω, όταν ακούω τους ήχους; Έχεις νιώσει ποτέ να διαφεύγουν πράσινοι ομόκεντροι κύκλοι από μια ηλεκτρική κιθάρα; Έχεις γευτεί την πρώτη νότα ενός κοντραμπάσου, σαν να ήταν η τελευταία γουλιά του καφέ σου; Ξέρεις πως όλο το πέμπτο Βραδεμβούργιο κοντσέρτο του Bach είναι ένα λιβάδι με μαργαρίτες; Η μουσική του Philip Glass μια σκακιέρα με χρώματα…Τα συμφωνικά ποιήματα του Rautavaara γκρίζα τοπία στη Νορβηγία με τα ψαροπούλια να πετούν από πάνω.
Ναι, οι νότες έχουν χρώμα, και οι συνδυασμοί τους επίσης. Το Ντο είναι λευκό, σαν το ελεφαντόδοντο των πλήκτρων ενός πιάνου. Το Ρε είναι κίτρινο σαν μια φλούδα λεμόνι. Το Μι είναι πράσινο σαν κυπαρίσσι λουσμένο στο φως, το Φα καφετίζει σαν το χώμα μετά τη βροχή, το Σολ είναι Ουρανός ανέφελος, το Λα κανέλλα και βύσσινο μαζί και το Σι κολυμπάει στο βρώμικο νερό του βάζου μέσα στο οποίο ξεπλένει ο ζωγράφος τα πινέλα του. Μα υπάρχουν και άλλες πέντε νότες που δεν τις ξέρει ο πολύς ο κόσμος. Το Σιb είναι πορτοκαλί χαρούμενο και γλυκό σαν μια κουταλιά σπιτική, το Μιb είναι κυανό, λαμπερό, στέκεται ανάμεσα στους γονείς του και τους παντρεύει, το Λαb είναι μοβ, σαν μια πένθιμη σημαία, το Φα# σκούρο μπλε της ανταριασμένης θάλασσας και τελευταίο το Ντό# κοντράρει τον πατέρα του και φοράει κατάμαυρα αντιδραστικά ρούχα για να βγει να συναντήσει τους φίλους του.
Θα ήθελα να σου μιλήσω και για τις συγχορδίες, μα δεν θέλω να σε βάλω σε τόσες τεχνικές λεπτομέρειες. Έλα να ονειρευτούμε τους ήχους που φτιάχνει η φύση, να κατανοήσουμε τη Μουσική των Εικόνων.
Δες τον συνεχή βόμβο που φτιάχνει μια ήρεμη θάλασσα. Πέτα σαν μελωδία γλάρου από πάνω της, ζωγράφισε τις καμπύλες της κίνησής του, τραγούδησε μαζί του, κρώξε! Δες το δάσος να ουρλιάζει και να σφυρίζει στην επίθεση του Βοριά, παρατήρησε μέσα σε αυτό ένα φοβισμένο ελάφι να μουγκρίζει «είμαι και εγώ εδώ μα πεινάω». Πέταξε πάνω από την πόλη, χτύπα κάθε κτήριο σαν να ήταν τσιμεντένιο αγγείο, δες την κίνηση των αυτοκινήτων σαν μια ηλεκτρονική λούπα, φαντάσου όλα τα κινητά, τα ρολόγια, τις κόρνες και τα σήματα να σπινθηρίζουν όλα μαζί ταυτόχρονα μέσα στο μυαλό σου σαν μικρές προειδοποιήσεις που θέλουν να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Και τελευταίο οραματίσου αυτόν τον γκιώνη που φωνάζει πάνω σε ένα πεύκο μοναχό δίπλα στη θάλασσα και δώσε στον ήχο του χώρο, να ταξιδέψει πάνω από τα κύματα, να χτυπήσει στην απέναντι ακτή και να έρθει το πρωί να σου χαϊδέψει τα μαλλιά σαν καλοκαιριάτικο ξύπνημα εραστή που έζησε τα πάντα την προηγούμενη νύχτα.
Όταν ακούω βλέπω και όταν βλέπω ακούω, και όλες μου οι αναμνήσεις είναι ένα κουβάρι από αισθήσεις βουτηγμένες σε γεύσεις, ήχους και χρώματα. Μην παίζεις άλλο με το μυαλό μου, είναι επικίνδυνο. Πέφτεις πάνω στο παρελθόν, στα ήδη τετελεσμένα. Φτιάξε το Τώρα με Όσφρηση και Αφή και άσ’ το να παρακάμψει τις καταγεγραμμένες στιγμές και να φτάσει βαθιά σε εκείνη την κατακόκκινη και γλυκιά κανελλένια πισίνα των λουόμενων συναισθημάτων. Νιώσε με, μύρισέ με, άγγιξέ με…

Δημήτρης Φαρής

Δημήτρης Φαρής γεννήθηκε στο Duisburg της τότε Δυτ. Γερμανίας από Έλληνες μετανάστες. Σπούδασε Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως καθηγητής σε Λύκειο. Έχει πτυχίο κλασικού πιάνου και ασχολείται εντατικά με την μελέτη του σαξόφωνου. Κάποια βράδια του χρόνου εμφανίζεται ως μουσικός σε bar και συναυλιακούς χώρους παίζοντας πιάνο και σαξόφωνο σε μικρά jazz μουσικά σχήματα. Με τη συγγραφή ιστοριών ασχολείται από τη στιγμή που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σημαντική και η μνήμη πεπερασμένη. Όταν δεν φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπάει τρέχει σε στάδια και φυτεύει γιούκες σε δημόσιους χώρους. Τις νύχτες, μέσα από τα όνειρα του, ζει μια δεύτερη ζωή.)

(Ursula Abresch, photo-impressionism)